Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς: Χρόνης Μίσσιος στο Θέατρο 104

Η ομάδα GAFF ενεργεί συλλογικά και εναλλάσσεται σε ρόλους σε μια παράσταση βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Χρόνη Μίσσιου, στο Θέατρο 104.

Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς: Χρόνης Μίσσιος στο Θέατρο 104

Από τον τίτλο ακόμα ο αναγνώστης και εν προκειμένω ο θεατής αποκτά μια σαφή αντίληψη της οπτικής του συγγραφέα, της οδύνης, της πίκρας, της απογοήτευσής του, που υποστηρίζεται απολύτως από την σκηνοθέτη Σοφία Καραγιάννη και τους λαμπρούς ηθοποιούς της παράστασης τον Ιωσήφ Ιωσηφίδη στον ρόλο του συγγραφέα, τον Κωνσταντίνο Πασσά, τον Δημήτρη Μαμιό και τον Γιάννη Μάνθο, οι οποίοι εναλλάσσονται στους ρόλους των συντρόφων και συγκρατούμενων του συγγραφέας, της μάνας του, των δεσμοφυλάκων και των βασανιστών του, των καθοδηγητών και των ηγετών του κόμματος.

Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από τα Γιαννιτσά, όπου τον στέλνει ο Ερυθρός Σταυρός μαζί με άλλα παιδιά για να γλιτώσουν από την πείνα της Κατοχής, ο Μίσσιος περνάει στους αντάρτες. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και οργανώνεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο.
Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε τον θάνατο χάρη σ’ ένα τυχαίο γεγονός. Από τότε ως τον Αύγουστο του 1973, που αποφυλακίζεται, περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος (Μακρονήσι, Άι- Στράτης, Αβέρωφ, Κέρκυρα, Κορυδαλλός, κ.ά.) Εκεί στη φυλακή μαθαίνει ανάγνωση και γραφή. «Ο Μανόλης Αναγνωστάκης του έμαθε γράμματα στη φυλακή, ήμασταν θανατοποινίτες στο Γεντί Κουλέ» είχε πει ο ίδιος. Αυτή την περίοδο της ζωής του διηγείται στο σπουδαίο αφήγημα-μαρτυρία «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς».

Μια εξομολόγηση διώξεων, συλλήψεων, φυλακίσεων και βασανιστηρίων. “Θέλω να ζήσω, ρε γαμώτο, έστω κι αυτό το πράγμα, όπως την κατάντησαν τη ζωή μου, χρόνια τώρα, αιώνες, δεν ξέρω, θέλω να ζήσω έστω και μέσα σ’ αυτήν την ποντικοπαγίδα. Πρέπει να την παλέψω… Η θέληση για ζωή! Και αν υπάρχει θέληση θα βρεις και τρόπους για να αντισταθείς και να παλέψεις.”

Η σκηνοθέτις Σοφία Καραγιάννη είχε μεγάλη επιθυμία να μεταφέρει το συγκλονιστικό κείμενο του Χρόνη Μίσσιου στη σκηνή και το επεξεργάστηκε δραματουργικά μαζί με την Μυρτώ Αθανασοπούλου. Είχε παράλληλα και τις διηγήσεις της συζύγου του Χρόνη Μίσσιου, της Ρηνιώ Παπατσαρούχα, που συναντήσαμε στην παράσταση, διηγήσεις μέσα από τις οποίες ανακαλεί το σκληρό αποτύπωμα της Ιστορίας πάνω στη ζωή ενός ανθρώπου που μοιράστηκε νωρίς τα οράματα της Αριστεράς. Οι εννιά μήνες της καθημερινής αναμονής της εκτέλεσής του ήταν και οι πιο δύσκολοι μήνες της ζωής του, καθώς λέει η Ρηνιώ. Για τη Σοφία Καραγιάννη και όχι μόνο για εκείνη, το κείμενο αυτό, το έργο του Μίσσιου, που ήταν το εφαλτήριο της παράστασης, είναι ένα συγκλονιστικό κείμενο. Ένα από τα ωραιότερα σημεία του έργου είναι αυτό που λέει: “Η μεγάλη δυστυχία είναι που μας άφησαν σαν καλαμιές στον κάμπο, χωρίς προοπτική, χωρίς μύθο, χωρίς ιδεολογία, χωρίς ελπίδα, μ’ έναν άδειο ουρανό πάνω από τα κεφάλια μας, να σέρνουμε το καρότσι της ζωής μας”. Μέσα σε τρεις γραμμές τα λέει όλα ο Μίσσιος. Νιώθει την εγκατάλειψη και βλέπει ότι δεν υπάρχει παρά ένας δρόμος, να συνεχίσει. Αυτό ακριβώς είναι η ζωή. Ένας μονόδρομος.

Είχε καταδικαστεί σε θάνατο και βέβαια μιλώντας στον συναγωνιστή του, που σκοτώθηκε νωρίς, του λέει: «Δεν ξέρεις ρε, εσύ, βλέπεις, σκοτώθηκες ελεύθερος, δεν ξέρεις τι είναι να κοιμάσαι αβέρτα με το θάνατο στην τσέπη, να ‘σαι γεμάτος θάνατο κάθε μέρα, κάθε λεπτό, στον ξύπνιο, στον ύπνο, στ’ όνειρο, παντού, γεμάτος, σου λέω… μελλοθάνατα όλα.»
Η σκοτεινή περίοδος που διανύουμε μοιάζει να έχει κάτι από τη σκοτεινή νιότη του Μίσσιου. Ο Μίσσιος δεν απευθύνεται μόνο στο νεκρό του φίλο αλλά κυρίως στους απόντες, σε όλους εμάς. Η αντίληψη του Χρόνη Μίσσιου για τη ζωή , την ιστορία, το όνειρο δεν είναι μόνο γεμάτη από πολιτική κριτική αλλά και από αισιοδοξία για τη ζωή και πίστη στη δημιουργική δύναμη του ανθρώπου, ένας αγώνας με αυταπάρνηση και θυσία που γίνεται μάταιος και άκαρπος, για να αρχίζει να ισχύει αυτό που άκουσαν και τα αυτιά του Κεμάλ διά στόματος Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι «ότι αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ» ή ότι όλοι θα φύγουν και ο οραματιστής θα μείνει μόνος του σαν την καλαμιά στον κάμπο, παρατημένος από όλους. Και πως θα έρθει η αλλαγή; Με τον έναν ; Γίνεται; Όμως η πορεία του επαναστάτη είναι ούτως ή άλλως μοναχική.

Δεν έχει κανένας το δικαίωμα να στερήσει τη ζωή. Υπάρχει μια ωραία περιγραφή στο βιβλίο για ένα μικρό φυτό σε μια σχισμή του τσιμέντου στη φυλακή που ο Χρόνης το ποτίζει μέχρι που ξεπετάγονται δυο μικρές μαργαρίτες και αστράφτει ο τόπος και τότε ένας δεσμοφύλακας τις ξεριζώνει και τις πατάει. Ξεριζώνει την ομορφιά, τη ζωή. Μόνη φυσιολογική αντίδραση σε αυτό, ό,τι έκανε τότε ο ίδιος ο Μίσσιος. Τον άρπαξε από τ’ αυτιά και του φώναξε : «Γιατί ρε πούστη φύλακα; Γιατί το έκανες αυτό;». Πώς να αναγνωρίσει την ομορφιά, αυτός που καταστρέφει τη ζωή; Πώς να αναγνωρίσει την ελευθερία και τα δικαιώματα, αυτός που τα καταπατά;

Ο Χρόνης Μίσσιος- Ιωσήφ Ιωσηφίδης, είναι απλός, ανόθευτος, μάγκας, «καρντάσης», περιγράφει τον σκοτεινό χώρο της φυλακής χωρίς καθωσπρεπισμούς. Τα παρουσιάζει όλα στο φυσικό τους μέγεθος, το ίδιο και η σκηνοθεσία και η υποκριτική δεινότητα των υπόλοιπων ηθοποιών με μεγεθυμένη, έντονη ερμηνεία για να γίνει κατανοητό από τον κάθε άνθρωπο, τον κάθε θεατή η ιστορική αλήθεια, να εμπεδωθεί η παράνοια ενός συστήματος που δολοφονεί τη ζωή, την τέχνη, την ελευθερία. Πόσο διαχρονικό και επίκαιρο άραγε αυτό το κείμενο στις μέρες μας, που ισοπεδώνεται ο πολιτισμός και η τέχνη!

Πάνω απ’ όλα όμως ο Μίσσιος θέλει, μ’ αυτό τον τρόπο, να ξεκαθαρίσει τη θέση του απέναντι στον καθωσπρεπισμό, τον προλεταριακό ασκητισμό, και την ηθική της υποκρισίας, που στάθηκαν σε επίπεδο έκφρασης αλλά και συμπεριφοράς εχθροί της αλήθειας, του ανθρώπινου αυθορμητισμού και της πραγματικότητας. Μίλησε για την ιστορία όπως ήταν πραγματικά, όπως την βίωσε αυτός και οι συναγωνιστές του. Μίλησε για τα αδιέξοδα της αριστεράς, τα σκαλώματα της εξουσίας και η παράσταση ήταν μια έκρηξη, που δεν άφησε κανέναν θεατή απροβλημάτιστο.

Στην παράσταση όλα εξελίσσονται γύρω από ένα τραπέζι. Εδώ θα φάμε τις μνήμες μας, θα φάμε τα συκώτια μας. Θα τα πούμε και τα πιούμε όλα. Με αισθητικό τρόπο αλλά και με βίαιο όπως είναι η ίδια η ζωή και ο αγώνας της. Το τραπέζι αποτελεί το πεδίο αναφοράς της μνήμης, γύρω από το οποίο εναλλάσσονται οι ρόλοι. Ο βασανισμός, η σφαγή, ο εξευτελισμός. Όλοι σε μια ξέφρενη μέθη, σε μια μέθεξη που απογειώνει την παράσταση και συγκλονίζει.

Το τραπέζι όμως είναι και η έδρα των διαπραγματεύσεων. Εκεί θα παρθούν νέες αποφάσεις, θα επαναπροσδιοριστούν μερικά πράγματα και θα συνεχίσουν.

Εξαιρετική όπως αναμενόταν η κίνηση των ηθοποιών με τη διδασκαλία της Μαργαρίτας Τρίκκα. Κάθε σκηνικό αντικείμενο της Γεωργίας Μπούρδα έχει το ρόλο του και παραπέμπει κάπου, ενώ συμβάλλει καθοριστικά στο να αποκτήσει η κίνηση των ηθοποιών σημασία και ένταση. Εξαιρετική η ιδέα του τραπεζιού.

Η Σοφία Καραγιάννη σκηνοθέτησε με συγκλονιστικό τρόπο τον αγώνα ενός οραματιστή με ενσυναίσθηση και δύναμη ψυχής, που δεν εγκατέλειψε μέχρι τέλους τους συναγωνιστές του, νεκρούς και ζωντανούς, αν και όλοι τον είχαν εγκαταλείψει εκείνον.

Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης σερβίρει σε δύο ποτήρια κρασί και τσουγγρίζει, ενώ είναι μόνος του στη σκηνή. Είναι ο συγγραφέας που γράφει στον φίλο του ότι αισθάνεται πολιορκημένος και του μιλά για την παρέα τους. Τον θεωρεί τυχερό που σκοτώθηκε νωρίς και δεν σεργιάνισε από φυλακή σε φυλακή όπως εκείνος. Του λέει χαρακτηριστικά μέσα στην οργή του, πίνοντας για τους νεκρούς αγωνιστές: « Άμα με σκοτώσουν να πάρουν οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι τα αρχίδια μου, να τα κάνουν καπνοσακούλα.»

Ως κρατούμενοι ζούσαν κάθε μέρα γεμάτοι θάνατο. Ήταν πολιτικοί κρατούμενοι και κρατούνταν απομονωμένοι σε ένα νησάκι χωρίς κατοίκους μαζί με τους κατάδικους. Το ξύλο που έπεφτε ήταν αδιανόητο, ο φυματικός συγκρατούμενός του την έφαγε στα πλευρά. Άλλους τους πήγαν στο τρελάδικο της Κέρκυρας. Ο Παύλος τους έλεγε να το σκάσουν και να πουν στον κόσμο τι γινόταν εκεί, να μιλήσουν για τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησής τους.

Τους πιέζουν να υπογράψουν και εκείνοι αντέχουν για το καλό της πατρίδας. Δεν συνθηκολογούν. Μόνο αυτοί πολέμησαν τους Γερμανούς. Πως ηττηθήκαν ενώ είχαν δίκιο; Ζουν σε συνθήκες τρέλας.

Από τη Μακρόνησο μέχρι τις φυλακές Αβέρωφ, από την Κέρκυρα έως τον Κορυδαλλό και τα κρατητήρια στη Μπουμπουλίνας, η κατάρρευση των ιδεολογιών και η απομυθοποίηση των αξιών που πρέσβευε το τότε κομμουνιστικό κόμμα, αποτέλεσαν το μέγιστο βασανιστήριο: «…από ελεύθεροι άνθρωποι, από επαναστάτες, μετατρεπόμασταν μέσα από το σύμπλεγμα πειθαρχία – κόμμα σε ιδιόμορφα θρησκευόμενα άτομα».

«Καταλαβαίνεις πως όλο το πρόβλημα ήταν πώς θα δικαιολογεί την ύπαρξή της η καθοδήγηση, το παιχνίδι της υποταγής φτιαγμένο από πάνω ως κάτω, όλο δημοκρατία και ανθρωπιά».
Απέναντι όμως στην ιδέα της Αριστεράς, ο Μίσσιος υπερασπίζεται όλους εκείνους που χάθηκαν, εκτελέστηκαν, άκαπνοι, αγνοί, για μια ιδέα, ένα όνειρο. Δεν τους αδειάζει, δεν τους προδίδει, όμως προτείνει με την γλυκιά μουσική του Μάνου Αντωνιάδη να βρεθούν όλοι γύρω από ένα τραπέζι και να σκεφτούν, να επαναπροσδιοριστούν για χάρη της αλήθειας, της δικαιοσύνης και της ελευθερίας.

Μια παράσταση, κατάθεση, ένας φόρος τιμής σε έναν γνήσιο, και μεγάλο συγγραφέα, μια επίκληση της αλήθειας και της συλλογικής μνήμης και παράλληλα μια πρόσκληση σε συμπόσιο, σε ένα στρογγυλό τραπέζι για περισυλλογή και νέες αποφάσεις.

Ταυτότητα της παράστασης
Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη
Δραματουργική επεξεργασία: Σοφία Καραγιάννη, Μυρτώ Αθανασοπούλου
Σκηνικά-Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Μουσική: Μάνος Αντωνιάδης
Επιμέλεια κίνησης: Μαργαρίτα Τρίκκα
Φωτισμοί: Βασιλική Γώγου
Ερμηνεία: Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Κωνσταντίνος Πασσάς, Δημήτρης Μαμιός, Γιάννης Μάνθος
Βοηθός σκηνοθέτη: Αθανασία Κυμπούρη
Φωτογραφίες: Χριστίνα Φυλακτοπούλου
Trailer: Στέφανος Κοσμίδης
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη
Παραγωγή: GAFF

 

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v