Ποιος δεν το λάτρεψε;

Από την πρώτη στιγμή που κυκλοφόρησε, το Mazda RX-7 αγαπήθηκε όσο λίγα μοντέλα στον χώρο της αυτοκίνησης.
Ποιος δεν το λάτρεψε;

Μερικά μοντέλα τα έχουμε λατρέψει. Τα βλέπουμε στο δρόμο και κάνουμε όνειρα για συμβιώσουμε μαζί τους στην αγαπημένη μας διαδρομή.

Πρωταγωνιστική θέση στη λίστα των λατρεμένων αυτοκινήτων κατέχει το Mazda RX-7, το ιαπωνικό μοντέλο με το μεγάλο ρύγχος που αν ήξερες πως θα του «μιλήσεις», πήγαινε μόνο με το πλάι και χάριζε την υπέρτατη ευχαρίστηση της αυτοκίνησης.

Η πρώτη γενιά του Mazda RX-7, παρουσιάστηκε το 1978, και ήταν το πρώτο σπορ μοντέλο μαζικής παραγωγής της μάρκας που έμελλε να γίνει το πιο καλοπουλημένο όχημα με περιστροφικό κινητήρα στην ιστορία. Ήταν επίσης και το μοντέλο που εκτόξευσε στα ύψη τη φήμη της εταιρείας μέσα από τις εκπληκτικές επιτυχίες του στο πεδίο των αγώνων αυτοκινήτου.

Το μοναδικό ‘ουρλιαχτό’ του διπλού ρότορα του RX-7 αντηχούσε στις πίστες της Ευρώπης, έχοντας κερδίσει το Βρετανικό πρωτάθλημα Saloon Car στην κατηγορία 1.600 - 2.300 κ.εκ. το 1980 και 1981, και αποδεικνύοντας την αξιοπιστία του κατακτώντας τη νίκη στον αγώνα των 24 ωρών του Spa, το 1981.

Με βάρος λίγο πάνω από 1000 κιλά, το αυτοκίνητο διέθετε τον κινητήρα 12A με ισχύ από 100 έως 135 ίππους (ανάλογα με την αγορά), που του εξασφάλιζε κορυφαίες επιδόσεις. Η τοποθέτηση του μικρού σε διαστάσεις κινητήρα, ακριβώς πίσω από τον εμπρός άξονα, η κίνηση στους πίσω τροχούς και η σχεδόν τέλεια κατανομή βάρους, συνετέλεσαν στο να χαρίσουν στο αυτοκίνητο απαράμιλλη οδική συμπεριφορά.



Το αεροδυναμικό RX-7 προσέφερε πολύ περισσότερα στην κατηγορία τιμής του, και ήταν εκπληκτικά διασκεδαστικό στην οδήγηση, εξασφαλίζοντας μία μοναδική σχέση οδηγού-αυτοκινήτου.

Η δεύτερη γενιά του RX-7 (“FC”) παρουσιάστηκε το 1985 σε design στυλ Porsche και περιλάμβανε έναν αριθμό βελτιώσεων στον τομέα των επιδόσεων, όπως το Mazda DTSS (Dynamic Tracking Suspension System) και το σύστημα υπερσυμπίεσης. Η λύση της υπερσυμπίεσης, αποδείχθηκε ότι ταίριαζε ιδανικά στον περιστροφικό κινητήρα λόγω των χαρακτηριστικών της ροής της εξαγωγής, και της αρκετά ικανοποιητικής ενίσχυσης της ροπής στις μεσαίες στροφές. Ο 13Β του 1.3 ήταν πλέον στάνταρ για όλες τις αγορές, και το RX-7 θα ήταν αρχικά διαθέσιμο στην Ευρώπη με ένα ατμοσφαιρικό κινητήρα 150 και 180 ίππων και στη συνέχεια θα ακολουθούσαν εκδόσεις με twin-scroll turbo και 200 ίππους. Το μοντέλο με την κορυφαία ιπποδύναμη έφτανε τα 100 χλμ/ώρα σε μόλις 6΄΄ και είχε τελική 240 χλμ./ώρα.

Η τρίτη και τελευταία γενιά (“FD”) που παρουσιάστηκε το 1992, ήταν ένα καθαρόαιμο αυτοκίνητο επιδόσεων. Ένας νέος σειριακός υπερσυμπιεστής εκτόξευε την ιπποδύναμη του κινητήρα 13B της Ευρωπαϊκής έκδοσης στους 239 ίππους. Σύμφωνα με τους οπαδούς του, το αυτοκίνητο ήταν το μοντέλο με το καλύτερο κράτημα από όλα τα RX-7.



Ο χρόνος των 5.3΄΄ για τα 0-100 χλμ./ώρα και τα 250 χλμ. της τελικής (με περιοριστή) εξασφάλισαν στο διθέσιο αμάξωμα των 1,300 κιλών μία θέση ανάμεσα στα κορυφαία σπορ αυτοκίνητα της εποχής του, αλλά και μία πρώτη θέση στον αγώνα των 24 ωρών του Le Mans.

Δυστυχώς, το 1996, το RX-7 σταμάτησε να πωλείται στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης λόγω μη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς εκπομπών ρύπων. Εντούτοις η Mazda συνέχισε να κατασκευάζει μόνο δεξιοτίμονες εκδόσεις, και συνέχισε να αυξάνει την ισχύ του κινητήρα του, φθάνοντας τελικά τους 280 ίππους στις εκδόσεις μόνο για την Ιαπωνική αγορά.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v