Βασίλης Τσιτσάνης: Ενός αιώνα ρεμπέτης

Το in2life θυμάται τα έργα και τις... πενιές μίας από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού τραγουδιού, που γεννήθηκε και "έφυγε" σαν αύριο.
Βασίλης Τσιτσάνης: Ενός αιώνα ρεμπέτης
του Γιώργου Κόκουβα

Στις 18 του Ιανουαρίου πριν 99 χρόνια γεννήθηκε, στις 18 του Ιανουαρίου πριν 30 χρόνια άφησε την τελευταία του πνοή. Με τον ήχο του μαντολίνου που έπαιζε ο πατέρας του ήρθε στη ζωή σαν σήμερα το 1915, με τον ήχο του μπουζουκιού που έπαιζε στο «Χάραμα» μέχρι και λίγες ημέρες πριν «σβήσει», έφυγε από αυτή. Η ζωή του Βασίλη Τσιτσάνη από την αρχή ως το τέλος της ήταν συνυφασμένη με την μουσική.

Με αφορμή την επέτειο των γενεθλίων αλλά και του θανάτου του, το In2life θυμάται αυτό το ενδιάμεσο διάστημα, τη ζωή, τα έργα και τις μουσικές του ανθρώπου που έφερε το ρεμπέτικο στη νέα του εποχή.

Γέννημα-θρέμμα μουσικός



Γεννημένος από ηπειρώτες γονείς, ο Βασίλης Τσιτσάνης μεγάλωσε στα Τρίκαλα, με πρώτο του άκουσμα τις νότες από το μαντολίνο που έπαιζε ο… τσαρουχάς στο επάγγελμα πατέρας του, μαθαίνοντάς του κλέφτικα τραγούδια από την ιδιαίτερη πατρίδα του. Ο πατήρ Τσιτσάνης έφυγε από τη ζωή αρκετά νωρίς, όταν ο Βασίλης ήταν ακόμη 13 ετών. Του άφησε όμως κληρονομιά το μαντολίνο του, το οποίο εν τω μεταξύ ένας φίλος του πατέρα του το είχε μετατρέψει σε μπουζούκι.

Έχοντας μάθει να παίζει μαντολίνο, μπουζούκι αλλά και βιολί, ο ενήλικος πια Βασίλης Τσιτσάνης αποφασίζει να κατηφορίσει προς την Αθήνα για νομικές σπουδές, αλλά όπως ήταν προφανές τον κέρδισαν… οι νότες. Η γνωριμία του με τον περίφημο τραγουδιστή της εποχής Δημήτρη Περδικόπουλο τον φέρνει στα στούντιο της δισκογραφικής εταιρίας Odeon, όπου ανακαλύπτουν το ταλέντο του και δεν το αφήνουν ανεκμετάλλευτο: Ήδη από το 1937 αρχίζουν οι πρώτες ηχογραφήσεις τραγουδιών του για φωνές όπως ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κερομύτης αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης.

Μια νέα εποχή για το λαϊκό τραγούδι



Βρισκόμαστε στην Ελλάδα της δικτατορίας του Μεταξά, η οποία θεωρεί το παλιό ρεμπέτικο τραγούδι εκπρόσωπο του νοσηρού περιθωρίου και ως εκ τούτο το απαγορεύει. Ο Τσιτσάνης, όμως, καταφέρνει με τους συνθετικούς του ελιγμούς να το εξευρωπαΐσει και να «λανσάρει» ένα νέο προφίλ λαϊκού τραγουδιού, μακριά από τις καθαρά ανατολίτικες φόρμες του ρεμπέτικου.

Όπως αναφέρει ο μουσικολόγος Λάμπρος Λιάβας, «έβγαλε το λαϊκό τραγούδι από τα όρια του περιθωρίου, όπου το είχαν τάξει τα αντικοινωνικά και ανατολίτικα στοιχεία του, για να το εντάξει στην καινούργια κοινωνική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδος. Καθιέρωσε νέο ύφος παιξίματος και τραγουδιού με τον εξευρωπαϊσμό-συγκερασμό των κλιμάκων, αρμονίες με δεύτερες και τρίτες φωνές, εμπλουτισμένη ενορχήστρωση και καινοτομίες στην ποιητική δομή, όπου για πρώτη φορά το λαϊκό τραγούδι απoμακρύνθηκε από τις παραδοσιακές φόρμες του δίστιχου επισημοποιώντας το ρόλο του ρεφρέν».

Ο άνθρωπος που έπαιζε σερενάτες του Σούμπερτ σε καντάδες και τόλμησε να καθιερώσει τις περίφημες δεξιοτεχνικές «τριπλές» εισαγωγές του (ταξίμι, προεισαγωγή και εισαγωγή) έπρεπε να περιμένει λίγα χρόνια ακόμη για να γίνει γνωστός σε όλη την Ελλάδα. Κι αυτό γιατί αμέσως μετά ακολούθησε η Κατοχή, κατά την οποία μετακόμισε στην Θεσσαλονίκη, όπου στην συμβολή της Τσιμισκή με την Παύλου Μελά άνοιξε το δικό του μαγαζί, το «Ουζερί ο Τσιτσάνης». Εκεί, ανάμεσα στις εμφανίσεις του σε διάφορα μαγαζιά της Θεσσαλονίκης, έγραφε για καιρό τα νέα του τραγούδια, τα οποία κυκλοφόρησαν μετά την απελευθέρωση, όταν μπόρεσαν να ξαναλειτουργήσουν τα εργοστάσια δισκογραφικής παραγωγής.

Η χρυσή εποχή του Τσιτσάνη
 


Το 1946 ο συνθέτης επιστρέφει στην Αθήνα και ξεδιπλώνει την μουσική του ευφυΐα και την παραγωγικότητά του. Μέσα στην επόμενη δεκαετία, θα κυκλοφορήσουν τραγούδια όπως τα «Νύχτες μαγικές», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα Πέριξ», «Ντερμπεντέρισσα», «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Όμορφη Θεσσαλονίκη», «Καβουράκια» και «Κάνε λιγάκι υπομονή», τραγουδισμένα από φωνές που καθιέρωσε στο μουσικό στερέωμα, όπως η Σωτηρία Μπέλλου και η Μαρίκα Νίνου.

Ο επίλογος μιας μουσικής Ιστορίας



Όσο πλησιάζουμε στα χρόνια της Δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης, είναι φανερό πως η Ελλάδα και τα μουσικά της γούστα αλλάζουν. Όχι όμως και ο Τσιτσάνης. Μπορεί οι ινδικές και αραβικές επιρροές να έχουν κατακτήσει για τα καλά τα αθηναϊκά κέντρα διασκεδάσεως και οι σειρήνες του «ελαφριού» τραγουδιού να ηχούν έντονα στις δισκογραφικές της εποχής, αλλά ο Τσιτσάνης φροντίζει να προσαρμοστεί χωρίς ποτέ να χάσει το ιδιαίτερο ύφος του.

Αυτό που αλλάζει ωστόσο είναι η «φουρνιά» των ερμηνευτών. Στην νέα γενιά φωνών που συνεργάζονται με τον μεγάλο συνθέτη συγκαταλέγονται οι Καζαντζίδης, Αγγελόπουλος, Μπιθικώτσης, Γαβαλάς, Κόκοτας, αλλά και τραγουδίστριες όπως η Καίτη Γκρέυ και η Πόλυ Πάνου.

Από το 1970 και για 14 χρόνια, ο Βασίλης Τσιτσάνης πραγματοποιεί συναυλίες, γεγονός πρωτόγνωρο τότε για τον χώρο του λαϊκού τραγουδιού, αλλά και συχνές εμφανίσεις στο κέντρο «Χάραμα», όπου με πρωτοβουλία της UNESCO ηχογραφήθηκε και ο ομώνυμος live δίσκος με κλασικά και νέα «τσιτσάνεια» τραγούδια αλλά και αυτοσχεδιασμούς του στο μπουζούκι – ο δίσκος αυτός κυκλοφόρησε και στη Γαλλία, όπου έλαβε το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross.

Βέβαια, αυτή τη στιγμή ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν πρόλαβε να τη ζήσει: Πέθανε σε νοσοκομείο του Λονδίνου, σε ηλικία 69 ετών ακριβώς, λόγω επιπλοκών σε εγχείριση στους πνεύμονές του. Μέχρι και την τελευταία στιγμή, δούλευε κανονικά στο «Χάραμα» και ετοίμαζε μάλιστα καινούρια τραγούδια. Σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά την γέννησή του, στην πατρίδα του, τα Τρίκαλα, ετοιμάζεται μουσείο Βασίλη Τσιτσάνη για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι καινούριοι. Αν και αυτό δεν είναι πολύ δύσκολο: Ο μεγάλος ρεμπέτης ζει ακόμη και τα τραγούδια του δεν έχουν εγκαταλείψει ποτέ το πάνθεον των λαϊκών ακουσμάτων κάθε ελληνικής οικογένειας.


Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v