Locomondo: "Δεν ήμασταν ποτέ underground"

Το γκρουπ που τάραξε τα νερά της εγχώριας μουσικής σκηνής και έβαλε τη ρέγγε στα playlists των ελληνικών ραδιοφώνων, μιλά στο in2life για την περιθωριοποίηση, τις εξαρτήσεις, τα κοινά σημεία των "μαύρων" ακουσμάτων με την ελληνική μουσική παράδοση και την πορεία του σε ένα μουσικό τοπίο που φαίνεται θολό.
Locomondo: Δεν ήμασταν ποτέ underground
της Φιλουμένας Ζλατάνου

Οι Μάρκος Κούμαρης (φωνή, κιθάρα), Γιάννης Βαρνάβας (κιθάρα), Σταμάτης Γούλας (πλήκτρα), Σπύρος Μπεσδέκης (μπάσο), Στράτος Σουντρής (τύμπανα), Μιχάλης Μουρτζής (κρουστά, εικόνες, σκηνοθεσία) δημιουργήσανε το εξωτικό για τα ελληνικά δεδομένα συγκρότημα Locomondo, δημιουργώντας αίσθηση και κάνοντας τρελή επιτυχία, βασισμένο σε groove ρυθμούς, και στοιχεία της Καραϊβικής. Αληθινοί, ευαισθητοποιημένοι προσπαθούν να περνάνε μηνύματα στο κοινό που τους ακούει και συγχρόνως ξέρουν πώς να κάνουν τον κόσμο να χορεύει και να περνάει καλά σε κάθε τους συναυλία. Μαζί τους συνεργάζονται μουσικοί όπως ο Αντώνης Ανδρέου στα πνευστά, ο Γιώργος Μακρής στη γκάιντα και ο Δημήτρης Γασιάς στο βιολί.

Δύο από τα μέλη τους, οι Μάρκος Κούμαρης και Γιάννης Βαρνάβας μίλησαν στο in2life με ευθύτητα και χιούμορ για την περιθωριοποίηση, τους φανατικούς, την ιστορία της ρέγγε και της μαύρης μουσικής, για τα ναρκωτικά, το ρεμπέτικο και για τα προβλήματα των νέων που προσπαθούν να καταδείξουν.

Πώς είναι να ξεκινάς underground και να φτάνεις να απολαμβάνεις την αναγνώριση του mainstream;
Mάρκος Kούμαρης: Δεν νομίζω ότι ήμασταν ποτέ underground με την έννοια του underground όταν αυτό υπήρχε, ούτε πιστεύω ότι τώρα είμαστε τόσο mainstream ώστε να έρθει σε αντίθεση. Η πορεία της μπάντας είναι ότι ξεκίνησε κάνοντας κάτι τελείως διαφορετικό από τα υπόλοιπα γκρουπ της Ελλάδας και αυτό βρήκε αναγνώριση μάλλον επειδή ο κόσμος είχε ανάγκη να ακούσει εκείνη τη χρονική στιγμή αυτό το είδος της μουσικής. Η θετική έννοια του underground είναι ότι έχει κάτι το αυθόρμητο…
Γιάννης Βαρνάβας: Κάτι το ειλικρινές.
ΜΚ: Ενώ στο mainstream κάποιος έχει τη δυνατότητα να μιλήσει σε πολύ κόσμο, ενώ όταν είναι underground μιλάει σε ένα μικρό περιθωριοποιημένο κοινό. Και τα δυο όμως έχουν καλά στοιχεία που ελπίζω να τα συνδυάζουμε.
 
Το «Πίνω μπάφους και παίζω Pro» γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Θεωρείτε ότι το ελληνικό κοινό "διψάει" για κομμάτια με θέμα τις ουσίες;
ΜΚ:
Εγώ νομίζω ότι το κύριο συστατικό που έκανε επιτυχία το κομμάτι είναι το Pro. Η επιτυχία του κομματιού οφείλεται στην επιτυχημένη περιγραφή μιας κατάστασης, δηλαδή κάποιος μίλησε για κάτι που όλοι ξέρουν και γνωρίζουν, με πολύ καθαρά λόγια.

Είναι ενδιαφέρον όμως ότι τραγούδια με ουσίες έχουν επιτυχία, όπως και παλιά που αναφέρονταν στα ρεμπέτικα τραγούδια.
ΜΚ: Ναι, αλλά δε νομίζω ότι μπορούμε να το συγκρίνουμε..

Με το Pro;
ΜΚ: Ναι. Γιατί στο Pro μιλάμε για την περιγραφή μιας κατάστασης ευρείας. Τα ρεμπέτικα είναι ένα είδος μουσικής με τους δικούς της κώδικες, ήταν εκτός κοινωνίας. Ας πούμε το τότε κατεστημένο δεν ερχόταν σε επαφή με τους ρεμπέτες, ήταν στο περιθώριο, ενώ το συγκεκριμένο κομμάτι ακούγεται ευρέως. Είχε και αρνητικές επιπτώσεις για μας, γιατί πιστεύω ότι υπερτιμήθηκε, γιατί επισκίασε όλα τα υπόλοιπα μηνύματα που θέλουμε να περάσουμε στα υπόλοιπα τραγούδια μας. Και να πούμε για άλλη μια φορά ξεκάθαρα, ότι η μπάντα μας είναι υπέρ της ζωής, κατά των εξαρτήσεων και υπέρ του έρωτα.

Για τους μη γνωρίζοντες τι είναι το Pro;
ΜΚ: Είναι το Pro-Evolution Soccer. Καθώς σε όλα τα αγοράκια αρέσει η μπάλα, αλλά δυστυχώς στην εποχή που ζούμε και στις πόλεις που εγκλωβίζουν τους ανθρώπους σιγά σιγά, έχει εκλείψει η χαρά της αλάνας, της μπάλας και της μάζωξης. Δε μιλάω να βγούμε και να παίζουμε στα mundialito, αλλά για την αυθόρμητη χαρά που μαζευόντουσαν έξω από τα σπίτια και παίζανε τα παιδιά. Νομίζω ότι αυτή την παρέα έχει αντικαταστήσει κατά κάποιο τρόπο το Pro. Δηλαδή τα παιδιά μαζεύονται στα σπίτια και το παιχνίδι αυτό επειδή προσομοιώνει όσο πιο πιστά έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, ιδίως ο αντρικός πληθυσμός από 8 έως 98 έχει κολλήσει με αυτό το παιχνίδι.

Πώς είναι να γράφετε μουσική για ταινία («Γαμήλιο Πάρτι») για πρώτη φορά;
ΓΒ: Το διαφορετικό της υπόθεσης είναι ότι πρώτη φορά για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και συγκεκριμένα για μία εικόνα, το οποίο είναι τελείως διαφορετικό από το να γράφεις τραγούδια για προσωπικές εμπειρίες ή για κάτι που σου έχει κάνει εντύπωση. Και όλο αυτό έγινε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Να συνθέσουμε και να γράψουμε τα κομμάτια και να παραδώσουμε το μάστερ που θα μπει στην ταινία, από το καλοκαίρι που μας το προτείνανε μέχρι τον Οκτώβρη. Ήταν πολύ εποικοδομητικό για μας σαν διαδικασία γιατί ήταν η πρώτη φορά που έπρεπε να γίνει κάτι τέτοιο σε μικρό χρονικό διάστημα και να εξυπηρετήσει κάποιο σκοπό.
ΜΚ: Να πούμε ότι συνεργαστήκαμε με την Christine Crokos, που είναι μια πολύ νέα, εργατική και χαρισματική σκηνοθέτης. Δούλευε ασταμάτητα και ήταν πολύ συνεργάσιμη και μας έμαθε πώς λειτουργούν σ’ αυτό το χώρο. Προσπαθούμε να μας μεταφέρει τα συναισθήματα που θέλει για να μπορέσουμε να τα περάσουμε στα τραγούδια μας. Για μας ήταν πολύ ενδιαφέρον να δούμε πώς δουλεύουνε στο Λος Άντζελες, όπου ζει. Το ίδιο συνεργάσιμος ήταν και ο παραγωγός, ο Πάνος Παπαχατζής, με τον οποίο αναπτύξαμε πολύ καλές σχέσεις. Βέβαια δεν ήμασταν στα γυρίσματα και δεν ξέρουμε πώς ήταν η όλη φάση, αλλά στη δουλειά μας, μας πήγε ένα βήμα παραπέρα.
 
Πέραν των κλισέ "η μουσική ανήκει σε όλους" κλπ, πιστεύετε ότι πραγματικά οι Ευρωπαίοι μπορούν να νιώσουν (να ταυτιστούν με) τους ρυθμούς της Καραϊβικής;
ΜΚ: Η ρέγγε είναι παγκόσμια μουσική. Βασίζεται σε αρχέγονους ρυθμούς τυμπάνων αφρικανικής προέλευσης. Ας μην ξεχνάμε ότι από την Αφρική ξεκίνησε ο ρυθμός. Η ρέγγε έχει αυτό το πολύ παλιό στοιχείο μέσα στη ρυθμική της, με μελωδίες αφρικανικές γι’ αυτό και είναι παρούσα σαν στοιχείο σε όλες τις μουσικές της Ευρώπης και οι νέοι της Ευρώπης κάνουν πολύ συχνά το συνδυασμό του ρυθμού της Καραϊβικής με τον ντόπιο στίχο, απλά στην Ελλάδα δεν είχε γίνει αυτό και ένας λόγος είναι ότι η Ελλάδα έχει πολύ ισχυρή ντόπια μουσική παράδοση, γεγονός το οποίο δυσκολεύει μια καινούρια μουσική επιρροή να ευδοκιμήσει.
ΓΒ: Γενικά, είναι αξιοπερίεργο πώς η αφρικανική μουσική έχει επηρεάσει παγκόσμια τη μουσική σήμερα. Χωρίς τους μουσικούς που προέρχονται από την Αφρική, ακόμα και τους Αμερικάνους, δε θα υπήρχε ούτε το μπλουζ, δηλαδή ούτε το ροκ με τη μορφή που ξέρουμε, ούτε το ραπ, το χιπ χοπ, το rock’n’roll.
ΜΚ: Όλη η μαύρη μουσική. Αν βάλουμε τη μουσική σε αρμονία, οι βασιλιάδες της αρμονίας ήταν οι Ευρωπαίοι, οι μεγάλοι κλασσικοί μουσικοί, που ουσιαστικά εξάντλησαν την πολυπλοκότητα της αρμονίας και οι βασιλιάδες του ρυθμού όσοι είχαν πηγή και προέλευση την Αφρική. Εμάς γενικά μας ενθουσιάζει το στοιχείο του groove, δηλαδή το στοιχείο του επαναλαμβανόμενου ρυθμού που σε βάζει σε μια κατάσταση ευφορίας.

Από την κουλτούρα των περιοχών όπως η Καραϊβική, πιστεύετε ότι έχουν κοινά σημεία οι Έλληνες;
ΓΒ: Έχουν. Κοιτάζοντας όλες τις λαϊκές κουλτούρες βλέπει κανείς πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Η γιορτή που συνοδεύεται με μουσική είναι κοινό χαρακτηριστικό τους. Ένα κομμάτι αυτής της γιορτής θέλουμε να αναπαράγουμε κι εμείς στις συναυλίες μας. Θέλουμε αυτή την αίσθηση του μαζευόμαστε για να περάσουμε καλά, να γίνουμε μια μεγάλη παρέα που ανταλλάσσει ενέργεια.
ΜΚ: Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι το ρεμπέτικο και η ρέγγε εκτός από τα δύο πρώτα γράμματα έχουν πολλές ομοιότητες. Το είχε παρατηρήσει κι ο Έλληνας σκηνοθέτης Ted Bafaloukos, που έχει κάνει μία από τις πιο σημαντικές ταινίες για τη ρέγγε, το «Rockers» (1978) που είχε προταθεί κιόλας στις Κάννες για βραβείο σκηνοθεσίας. Παρατήρησε ότι το περπάτημα στα γκέτο, του θύμιζε πολύ τους κουτσαβάκηδες, που ο καθένας με έναν χαρακτηριστικό τρόπο περπατούσε μάγκικα, ο τρόπος που μιλούσανε, τα ναρκωτικά ήταν πάνω-κάτω τα ίδια και η μουσική που προήλθε ήταν από μια πρόσμιξη πολιτισμών. Το ρεμπέτικο προήλθε από τη βίαιη κατανομή πληθυσμών μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον ερχομό πολλών προσφύγων στην Ελλάδα, έτσι και στη Τζαμάικα, όταν πήραν τους Αφρικανούς χωρίς τη θέλησή τους σκλάβους, οι τότε αποικιοκράτες και τους πήγανε να δουλέψουν στις φυτείες ζαχαροκάλαμου στη Τζαμάικα και όπου αλλού χρειάζονταν εργατικά χέρια. Έτσι προήλθε η πρόσμιξη του μουσικού αφρικανικού στοιχείου με το ντόπιο ευρωπαϊκό. Βέβαια, ο κάθε λαός έχει διαφορετικούς ρυθμούς. Η Κούβα έχει τη σάλσα -που είναι η αμερικανική ονομασία-, η Τζαμάικα έχει τη ρέγγε και πιο πριν τη σκα, η Βραζιλία έχει τη Σάμπα, αλλά όλα αυτά είναι είδη όπου επικρατούν οι παγανιστικοί αφρικανικοί ρυθμοί.

Η κατάσταση στην ελληνική μουσική στις μέρες μας πώς σας φαίνεται;
MK: Ενδιαφέρουσα, γιατί βλέπουμε μια απίστευτη εμπορευματοποίηση σε ό,τι βγαίνει σε απίστευτο βαθμό. Πιστεύω ότι ενώ γίνονται πολλά ενδιαφέροντα πράγματα, πολλές φορές δεν ακούγονται. Αντιθέτως ακούγονται πράγματα που δεν είναι καθόλου ενδιαφέροντα. Είναι μια πάρα πολύ κλειστή αγορά γιατί παράγει και πουλάει μόνο σ’ αυτό το κλειστό κύκλωμα.
ΓΒ: Εντός των συνόρων.
ΜΚ: Η μουσική της Ελλάδας, ενώ είναι πολύ υψηλής ποιότητας, δε χαίρει μεγάλης αναγνωρισιμότητας στο εξωτερικό εκτός από κάποιες εξαιρέσεις. Το ότι ομφαλοσκοπούμε κάπου ρίχνει και την ποιότητα μας, αποκλείουμε δηλαδή από αυτό το μεγάλο πανηγύρι πολλούς ενδιαφέροντες πειραματισμούς. Η Ελλάδα έχει απίστευτους παραδοσιακούς μουσικούς, απίστευτα αξιόλογους παίχτες οργάνων, όπως μπουζούκι, βιολί, νέι, ούτι, σαντούρι που θα μπορούσαν στο εξωτερικό να μεσουρανούνε, όπως οι αντίστοιχοι Τούρκοι, Ινδοί, Άραβες, αλλά τους καταπνίγει η αγορά. Επικρατεί ένα επίκαιρο ελαφρό άκουσμα, το οποίο χρησιμοποιούνε για ένα-δύο μήνες ώστε να κερδοφορήσουν κάποιοι και μετά το πετάνε στα σκουπίδια μαζί με τον καλλιτέχνη και πάνε στον επόμενο. Αυτό είναι οδυνηρό. Από την άλλη υπάρχουν πολύ αξιόλογοι παραγωγοί που βλέπουν λίγο παραπέρα και πάνω σε αυτούς στηρίζονται οι ελπίδες όσων ξεκινούν τώρα και θέλουν να βρουν αυτό που τους ταιριάζει.

Είναι αδηφάγος ο χώρος σας;
ΜΚ: Ο χώρος των μουσικών έχει πολλά υποστρώματα. Εμείς, σαν παρέα, οι Locomondo, ενώ χαίρουμε αυτή την εποχή αναγνωρισιμότητας, δεν ανήκουμε στο χώρο των celebrities, ή αλλιώς mainstream με την έννοια της γκλαμουριάς, του να βγαίνουμε συνέχεια στα κανάλια, οπότε προσπαθούμε να είμαστε στο χώρο αυτό όσο χρειάζεται και όσο έχει σχέση με τη μουσική μας. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να διατηρήσουμε την επαφή μας με αυτό που ήμασταν πάντα, με τη γειτονιά μας, την παρέα μας, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε να γράφουμε γι’ αυτούς, καθώς τα τραγούδια μας μιλάνε για τους απλούς ανθρώπους. Αν εμείς αρχίσουμε να ζούμε σε κάποιες βίλες στα προάστια και ζούμε μια ζωή όπου θα χάσουμε την επαφή μας άρα και την ουσία του πράγματος, που είναι να μιλάμε για τα προβλήματα που υπάρχουν, τότε θα εκεί θα λήξει το πράγμα.

Όταν λες προβλήματα τι εννοείς;
MK: Ουσιαστικά μιλάμε για όσα απασχολούν τους νέους σήμερα. Σε κομμάτια όπως το «Τηλεκοντρόλ» μιλάμε για την τηλεόραση, για την ακρίβεια στο «100 αφρό», για την ηλιθιότητα του να ενστερνίζεσαι κάποια πρότυπα μόδας στο «Trendy Litsa», την έλλειψη ευκαιριών στους νέους στο «Μαντέμ Λάκο», για τη δυσκολία που έχουν όσα παιδιά δεν τα βρίσκουν έτοιμα από τους «Γελάς πιο δυνατά», για ανθρώπους που έκαναν την επιλογή να φύγουν από την πόλη τους και ή πέτυχαν ή απέτυχαν στο «Γλάρο», για τον έρωτα όχι όπως συνήθως μιλάμε με στιχάκια που απλά κάνουν ρίμα, αλλά με προσωπικά βιώματα δικά μας και φίλων. Αυτό.

Πόσο αισθάνεστε ότι σας δεσμεύει το "tribal" προφίλ στο τι παίζετε;
MK: Η μουσική που χρησιμοποιούμε είναι tribal, με την έννοια ότι προέρχεται από κάποιες φυλές της Αφρικής. Από την άλλη, εμείς είμαστε παιδιά της πόλης. Αν δεν λεγόμασταν Locomondo, θα λεγόμασταν Urbana, που ήταν και το όνομά μας όταν ξεκινούσαμε, που σημαίνει αστικός.

Με το κοινό τι σχέση έχετε;
ΜΚ: Ερωτική!
ΓΒ: Είναι μια σχέση που παίρνεις και δίνεις, όπως σε όλες τις σχέσεις. Η πιο ειλικρινής σχέση που με το κοινό είναι στις συναυλίες, όπου δημιουργείται αυτό το connection μεταξύ του συγκροτήματος και του κοινού και γίνεται ένα μεγάλο πανηγύρι, μια γιορτή όπου περνάμε καλά, και αυτό είναι και η ευτυχής κατάληξη μιας συναυλίας.

Με τους φανατικούς φαν σας τι σχέση έχετε;
MK: Φανατικός είναι κάποιος ο οποίος έχει ανάγκη στη ζωή του από κάποιο πρότυπο που θέλει αν ακολουθήσει και θεωρεί ότι εσύ είσαι αυτό. Είσαι κάποιος που θέλει να θαυμάσει, να ουρλιάξει, να μιμηθεί όταν τον δει. Αυτούς προσπαθούμε να τους βάλουμε στη θέση τους σχετικά γρήγορα, εξηγώντας τους ότι πρέπει να χαλαρώσουν, γιατί κι εμείς σαν κι αυτούς είμαστε. Κι εμείς έχουμε δει συναυλίες και ήμασταν από κάτω και τώρα μπορεί να είμαστε επάνω στο πατάρι αλλά αύριο θα είμαστε κι εμείς σε μια ουρά στην τράπεζα και θα περιμένουμε ή οπουδήποτε. Ο ρόλος μας είναι να τους δίνουμε όσα περισσότερα μπορούμε, να τους ευαισθητοποιούμε για κάποια πράγματα και να γίνουμε η φωνή η δικιά τους και τέρμα. Δε θέλουμε ούτε σταριλίκια ούτε διαχωρισμούς. Αν γίνεται, γίνεται για δική μας προστασία, με την έννοια ότι όταν βγεις το βράδυ σε ένα μαγαζί δε γίνεται να μιλήσεις με 60 άτομα, θα μιλήσεις με 5 άτομα. Το ότι καμιά φορά μπορεί να αποτραβηχτούμε, έχει να κάνει με την ανάγκη διατήρησης της ηρεμίας μας, έχει να κάνει με τις αντοχές μας. Αν μπορούσαμε θα μιλούσαμε σε όλους. Πιστεύω όμως ότι έχουμε εκπαιδεύσει το κοινό μας ώστε να αφήνει στριγκλιές και τέτοιες αντιδράσεις εκτός και απλά να συναντιόμαστε στο επόμενο μπαράκι και να είμαστε μια μεγάλη παρέα.

Τα επόμενα σχέδιά σας;
MK: Στις 12 Ιουνίου καλούμε, σαν Locomondo, τους Αmparanoia, από τον ευρύτερο κύκλο της Βαρκελώνης και φιλικά προσκείμενο στη μεγάλη του Manu Chao σχολή, σε μια διπλή συναυλία στο Λυκαβηττό και 10 Ιουλίου Patti Smith, Manu Chao και Locomondo, στο Rockwave. Και για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, θα πάμε περιοδεία στη Γερμανία, αρχές Αυγούστου.

Το γερμανικό κοινό πώς είναι;
ΜΚ: Γερμανοί! Το λέω γιατί θα μπορούσαν να είναι Έλληνες. Πολλές φορές είναι ακόμα πιο θερμοί από ό,τι είναι στην Ελλάδα.

Έχετε ένα μότο ζωής; κάτι σαν συμβουλή;
ΜΚ: Ενώστε τις δυνάμεις του καλού!


Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v