ΤΕΧΝΕΣΒΙΒΛΙΟ

Ζωή και πεπρωμένο: Ιστορικό και πολιτικό μυθιστόρημα

Το κολοσσιαίο βιβλίο του Ουκρανού Βασίλι Γκρόσμαν είναι ταυτόχρονα ιστορικό και πολιτικό, μυθιστόρημα αλλά και προϊόν ρεπορτάζ.

Ζωή και πεπρωμένο: Ιστορικό και πολιτικό μυθιστόρημα

Προσπαθώ να καταλάβω τι οδήγησε στη συγγραφή κολοσσιαίων μυθιστορημάτων, τα οποία αντιμετωπίζουν την πραγματικότητά τους με τη λογική της πανοραμικής τοιχογραφίας, με την πανσπερμία σκηνών, προσώπων, περιστατικών, γεγονότων κ.ο.κ., με την απόσταση από το έδαφος. Προσπαθώ να αντιληφθώ γιατί γράφονται βιβλία που δεν ακολουθούν την παραδοσιακή ενδοκειμενική συνθήκη της ενότητας γύρω από έναν-δυο πρωταγωνιστές, αλλά ακολουθούν τη μοντέρνα/μεταμοντέρνα λογική της συμπαράθεσης ετερόκλητων στοιχείων, αραδιασμένων γύρω από μια θεμελιώδη ιδέα (αν υπάρχει κι αυτή).

Σε πρώτη φάση βρίσκω ότι η σκέψη του συγγραφέα συλλαμβάνει το παγκόσμιο ή παγκοσμιοποιημένο σκηνικό και συνειδητοποιεί ότι κάθε επιμέρους υπόθεση θα θεωρηθεί μικρή, ασήμαντη, αμελητέα μπροστά στο διαρκές γίγνεσθαι της οικουμενικής ιστορίας. Έτσι, την ώρα που στο Παγκράτι κάποιος πάει για ύπνο, στο Γκύζη κάποιος άλλος πίνει το ποτό του, στην Καλλιθέα κάποια διαβάζει για τις εξετάσεις της, στον Χολαργό ένα ζευγάρι κάνει έρωτα, στη Γλυφάδα μερικοί συγγενείς τρώνε γύρω από ένα εορταστικό τραπέζι, στη Σαρδηνία δυο κακοποιοί εκτελούν έναν άνθρωπο, στη Μόσχα ένας άστεγος τουρτουρίζει από το κρύο, στο Μπαγκλαντές ένα παιδί δουλεύει σε ένα εργοστάσιο ρούχων κ.ο.κ. Η ματιά γίνεται πιο ευρεία, τα πρόσωπα γίνονται κι αυτά φορείς δράσης, συνήθως εξωτερικής, ο ταυτοχρονισμός απλώνει την εμβέλεια της κάμερας σε πολλά συγχρονισμένα ή ασυγχρόνιστα συμβάντα.

Αποτέλεσμα αυτής της αισθητικής και ιδεολογίας είναι ότι τα περισσότερα γεγονότα είναι μικροσυμβάντα σε μια αέναη ροή, που δεν δίνει σημασία σε ξεχωριστές στιγμές, αλλά επιχειρεί να αποδώσει πανοπτικά τους χειμάρρους μιας διαρκώς κινούμενης πραγματικότητας, ρευστής, αεικίνητης, φλέγουσας και ασταμάτητης. Έτσι, το μυθιστόρημα δεν εστιάζει στο επιμέρους, αλλά καλύπτει με ευρείες λήψεις το θέμα, δεν μένει σε επιμέρους σημεία, αλλά όλα τα συναιρεί σε μια γενική εντύπωση, όπου οι λεπτομέρειες παίζουν τον ρόλο τους όσο υπηρετούν το διευρυμένο κλίμα το οποίο θέλει ο συγγραφέας να αποτυπώσει. Ο αναγνώστης κολυμπά στο πέλαγος πολλών επιπλεόντων υπολειμμάτων, τα οποία έμειναν από μια ναυαγισμένη μεγάλη αφήγηση, χωρίς το κέντρο που βυθίστηκε, και μπορούν να ανασυστήσουν το συνολικό τοπίο αλλά όχι επιμέρους ολότητες.

Σ’ αυτόν τον ωκεανό, το πρόσωπο παύει να είναι πρωταγωνιστής. Η ατομικότητα εντάσσεται και υποτάσσεται στο μεγάλο ποτάμι των περιπτώσεων, η προσωπική δράση παρελαύνει μαζί με άλλες, η προσωπικότητα γίνεται ηθοποιός σε μια μεγάλη ταινία ποταμό, όπου όλοι κάτι δείχνουν, αλλά κανένας δεν βρίσκεται στην προνομιούχο θέση του κεντρικού άξονα, γύρω από τον οποίο στρέφονται τα πάντα. Ο βασικός χαρακτήρας άλλοτε λειτουργεί ως τέτοιος και δρομολογεί με την παρουσία του τη δράση κι άλλοτε γίνεται δευτεραγωνιστής, κομπάρσος ή και απουσιάζει τελείως, καθώς το πλατό αδειάζει και ξαναγεμίζει ασυναίσθητα.

Αυτά τα χαρακτηριστικά τα βλέπει κανείς σε μια σειρά από κείμενα, κυρίως μεταπολεμικά, που δεν στέκονται πάνω σε ένα πρόσωπο, ούτε σε μια κεντρική ιστορία, αλλά απλώνονται διακλαδιζόμενα σε παραπόταμους, χείμαρρους και σε ρυάκια. Όλα αυτά σχηματίζουν ίσως ανεπαίσθητα μια ολοκληρωμένη ατμόσφαιρα, ένα μήνυμα, όχι όμως επειδή συνδέονται με αλληλουχία αλλά επειδή σαν ένα απλόχωρο κολάζ εντυπώνουν στον αναγνώστη μια κεντρική εικόνα εντύπωση. Ενδεικτικά αναφέρω το έργο του Manes Sperber “Η καμένη βάτος”, που τοιχογραφεί τον μεσοπόλεμο της Αριστεράς, “Το πλήθος” του Ανδρέα Φραγκιά, που χωρίς επώνυμους ήρωες θραύει τα όρια μεταξύ πραγματικού και κινηματογραφικού, και το “2666” του πολύ Roberto Bolaño, που αναδεικνύει τη βία και τα κοινωνικά της πλοκάμια.

Το πανόραμα ενός πολέμου

Ο Βασίλι Γκρόσμαν κάνει το ίδιο με ένα ογκωδέστατο βιβλίο, το οποίο έχει ως αφηγηματικό άξονα τη μάχη του Στάλινγκραντ. Με βάση αυτό το ιστορικό γεγονός στήνει έναν πελώριο θίασο με δεκάδες πρόσωπα, πλαστά κατά βάση που αναμιγνύονται με πολλά πραγματικά, σε πολλές κεντρόφυγες σκηνές: από το γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης ως τα σοβιετικά χαρακώματα κι από το πανεπιστήμιο μέχρι τα γερμανικά επιτελεία.

Στην αρχή, ο αναγνώστης βλέπει μεμονωμένα τα ποικίλα δωμάτια ενός χαοτικού λαβύρινθου, αλλά σταδιακά συνειδητοποιεί τους μικρούς και μεγάλους διαδρόμους, οι οποίοι συνδέουν τα ετερόκλιτα σκηνικά και χαρακτήρες. Κάθε επεισόδιο μπορεί να έχει το δικό του φορτίο, όπως η σκηνή στο νοσοκομείο όπου πεθαίνει ο υπολοχαγός Τόλια Σαποσνίκοβ, ή η σκηνή στο κτήριο 6/1, όπου ο κομισάριος επιχειρεί να ελέγξει την πειθαρχία μιας μονάδας στρατιωτών που πολεμάνε σκυλίσια τους Γερμανούς, αλλά πιο πολύ σταθμίζονται ως μέρη ενός ευρύτερου συνόλου.

Στην ουσία, ο εικοστός αιώνας -εξαιτίας της θεωρίας της σχετικότητας του Αϊνστάιν και της προσπάθειας των μεγάλων αφηγήσεων να ορθώσουν συλλογικές αλήθειες ως υπερατομικές προτεραιότητες- υποβαθμίζει το άτομο και το εκλαμβάνει ως ένα απειροελάχιστο σημείο στην πολλαπλότητα των δομών και στη συλλογικότητα των ομάδων. Ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει –με άλλη αφορμή μέσα στο μυθιστόρημα- ότι
«υπάρχει μια τρομερή ομοιότητα ανάμεσα στις αρχές του Φασισμού και τις αρχές της σύγχρονης Φυσικής. Ο Φασισμός απέρριψε την ιδέα του υποκειμένου, την ιδέα του ‘ατόμου’, και δούλεψε με τεράστια σύνολα ανθρώπων. Η σύγχρονη Φυσική μιλάει για μεγαλύτερη ή μικρότερη πιθανότητα συμβάντων μέσα σ’ αυτό ή εκείνο το σύνολο σωματιδίων» (σελ. 108).

Γενικά η χριστιανική και ουμανιστική ανύψωση του ατόμου υποχωρεί τον 20ο αιώνα μπροστά στην προτεραιότητα μιας ιδεολογίας που υποτάσσει τα άτομα στους σκοπούς της. Έτσι, το μυθιστόρημα, προσπαθώντας να αποτυπώσει αυτή την αντίληψη, τη μικρότητα του ανθρώπου μπροστά στον όγκο μεγάλων αφηγήσεων, παρουσιάζεται ενίοτε χαοτικό, αντιατομικό, συσσωρευτικό, πολυδαίδαλο, φορτωμένο με σκηνές και περιστατικά εις βάρος των προσώπων.

Σ’ αυτό το πλαίσιο ο Ουκρανός συγγραφέας στιγματίζει δυο μεγάλες κοσμοαντιλήψεις που ισοπεδώνουν την έννοια «άνθρωπος» για να επικρατήσει το άμορφο σύνολο, τον Φασισμό και τον Σταλινισμό. Ο πρώτος λειτουργεί με την απάνθρωπη λογική του ρατσισμού, εξαφανίζει την αξία του ατόμου, μιλά και δρα με κτηνώδεις λογικές: «Ενώ η εξέλιξη του ανθρώπου χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια, εκείνοι οι άνθρωποι [οι ναζιστές] χρειάστηκαν μόνο μερικές μέρες για να επιστρέψουν στην κατάσταση του ζώου» (σελ. 226). Ο δεύτερος δεν υστερεί σε τίποτα όσο επικρατεί η ολοκληρωτική λογική των εξόριστων, της καταγγελίας, των φρονημάτων, της απρόσωπης γραφειοκρατίας, αλλά και της εβραιοφοβίας. Τα Γκούλαγκ ήταν τα Άουσβιτς του σταλινισμού, όπου άφηναν τον χρόνο, τις κακουχίες, τον καιρό να κάνει όσα έκαναν αλλού τα αέρια και οι φούρνοι.

Η “Ζωή και πεπρωμένο” είναι μαζί ιστορικό και πολιτικό κείμενο, με δόσεις μυθιστορήματος ρεπορτάζ, αφού ο ίδιος ο Γκρόσμαν ήταν στην πρώτη γραμμή, αλλά σε μερικά σημεία μετατρέπεται ρητά σε μυθιστόρημα ιδεών. Τα πρόσωπα-κομήτες λειτουργούν σε ένα χαοτικό πλαίσιο, όπου η ύπαρξή τους καθορίζεται από το πεπρωμένο της Ιστορίας και πολλές φορές η τελευταία υπερισχύει συντριπτικά. Η βία είναι μια υπερδύναμη, σύμμαχος Γερμανών και Σοβιετικών, που συνθλίβει ζωές, αξιοπρέπειες και σχέσεις, η σοσιαλιστική γραφειοκρατία ισοπεδώνει την ουσία και παραγκωνίζει την αξιοκρατία στο όνομα της ιδεολογίας, ο σταλινισμός πετυχαίνει νίκες στο Στάλινγκραντ, αλλά εξίσου καταβαραθρώνει τη ζωή των πολιτών της ΕΣΣΔ.

Ο blogger Πατριάρχης Φώτιος

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS

Επισκεφθείτε το blog "Βιβλιοκαφέ"
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

σχετικά άρθρα

"Η υπομονή είναι πικρή, αλλά ο καρπός της είναι γλυκός."

Ζαν-Ζακ Ρουσσώ

  • 1876 - Ιδρύεται το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, από την κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου

    1983 - Συναυλία στο κατάμεστο Ολυμπιακό Στάδιο δίνει ο Γιώργος Νταλάρας, σημειώνοντας ρεκόρ για έλληνα καλλιτέχνη, όσον αφορά την προσέλευση κόσμου. «Η ελληνική μουσική εισέρχεται στο χώρο των σταδίων» γράφει το περιοδικό «Rolling Stone».

    1987 - Το «Γκάζι», το παλιό εργοστάσιο, μεταβάλλεται σε κέντρο καλλιτεχνικής δημιουργίας, με πρωτοβουλία του δημάρχου Μιλτιάδη Έβερτ.

© 2002-2020 MEDIA2DAY

Managed Cloud by C2