Η δική τους Αμερική

Με αφορμή την έκθεση «America», τρεις γνωστοί φωτογράφοι μας ταξιδεύουν στην άλλη όχθη του Ατλαντικού μέσα από τις εικόνες που δείχνουν στην γκαλερί CAN.
Η δική τους Αμερική
της Ιωάννας Γκομούζα

Cowboys στην… άγρια δύση και κεφάτοι Νεοϋορκέζοι σε νυχτερινά κλαμπ, γρήγορα αυτοκίνητα με στιβαρές γεωμετρίες και all-time-classic burgers, τοπία ακίνητα μέσα στην αδειοσύνη της ερήμου αλλά, τι αντιφατικό, και στον ιστό διάσημων μεγαλουπόλεων. Θα μπορούσαν να είναι παγωμένα καρέ από κινηματογραφικό φιλμ οι εικόνες που ξετυλίγονται στους τοίχους της αίθουσας τέχνης CAN στον Κολωνάκι. Απτά «ίχνη» από το σώμα της βορειοαμερικανικής επικράτειας που φαντάζουν γνώριμα, ακόμα κι αν δεν έχεις πατήσει το πόδι σου στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Το έναυσμα πάντως γι’ αυτή την έκθεση έδωσε στη γκαλερίστα Χριστίνα Ανδρουλιδάκη μια λογοτεχνική συνάντηση, με το “Amerique” του Ζαν Μποντριγιάρ. «Ένα ταξίδι στις ΗΠΑ ενέπνευσε τον Γάλλο διάσημο φιλόσοφο να γράψει το 1986 αυτό το κείμενο στο οποίο περιγράφει την Αμερική σαν τη μόνη πραγματοποιημένη ουτοπία. Είναι ένα φανταστικό βιβλίο, το οποίο τριάντα χρόνια μετά παραμένει επίκαιρο» μου ανέφερε με ενθουσιασμό. Τον συγγραφέα ενδιαφέρουν όχι η κοινωνική και η πολιτιστική πτυχή της χώρας, αλλά η «Αστρική Αμερική» της ταχύτητας, των μοτέλ, της ερήμου.

Τριάντα χρόνια μετά, πώς βλέπουν την Αμερική έξι νέοι και καταξιωμένοι Έλληνες φωτογράφοι; Μέχρι τις 30/7, μπορείτε να αναζητήσετε τη ματιά τους μέσα από τις εικόνες που παρουσιάζουν στη γκαλερί της οδού Αναγνωστοπούλου.

Ο Νικόλας Βεντουράκης, ο Γιώργης Γερόλυμπος και ο Γιώργος Κορδάκης μάλιστα μας μίλησαν για τη δική τους αμερικανική περιπέτεια. Μοιράστηκαν αναμνήσεις από χιλιάδες χιλιόμετρα στο δρόμο, δημιουργικές προθέσεις, μύχιες σκέψεις που τους γέννησαν οι μοναχικές διαδρομές, οι συναντήσεις με ανθρώπους και το τοπίο. Μέσα από τον φακό αλλά και από τις αφηγήσεις τους αποκαλύπτουν κι αποκαλύπτονται. Ιντριγκαδόρικη η διαδρομή τους. Να μια ευκαιρία να την αφουγκραστείτε.

Νικόλας Βεντουράκης


«Ο τίτλος του έργου που παρουσιάζω σ’ αυτή την ομαδική έκθεση είναι “La petite mort américaine”. Πρόκειται για ένα ταμπλό αποτελούμενο από 4 εικόνες οι οποίες δημιουργήθηκαν κατά την παρουσία μου στις ΗΠΑ ως visiting artist στο California Institute of the Arts στο Λος Άντζελες και είναι μέρος ενός μεγαλύτερου body of work.

Κεντρικό σημείο αναζήτησης στο σύνολο της δουλειάς μου είναι οι υπαινιγμοί και τα
συμπεράσματα τα οποία μετουσιώνονται διά μέσου των παρερμηνειών και υποθέσεων που δημιουργούνται μεταξύ έργου και θεατή. Αυτή η ένταση μεταξύ του απτού, ακριβούς και φανερού και του απείρου και πιθανού νοήματος της απεικόνισης είναι το σημείο ενδιαφέροντός μου.

Οι εικόνες στην έκθεση “America” βασίζονται στο κοινό ιστορικό που δημιουργούμε ως προς μια τοποθεσία που φαντασιωνόμαστε ότι μας εμπεριέχει όλους. Την Αμερική. Ως Ευρωπαίοι ερχόμαστε αντιμέτωποι με κλισέ τα οποία, σε πρώτη ανάγνωση, δεν μεταδίδουν κανένα άλλο μήνυμα εκτός από αυτό που φαίνεται στην επιφάνεια. Αυτό που βλέπουμε αυτό και είναι. Αυτή η σιγουριά με την οποία γεμίζουμε όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με την εικόνα της Αμερικής. Το Burger, το muscle car, οι cowboys. Όμως αυτό είναι μία πλάνη την οποία επιτρέπουμε τους εαυτούς μας.

Αγνοούμε ότι οι “κοινές” κλισέ αναμνήσεις μας τις οποίες αναζητούμε στην Αμερική, αποτελούν πραγματικές αναμνήσεις των γηγενών κατοίκων των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτά τα ομοιώματα δεν αποτελούν απλώς μέρος μιας παγκόσμιας πολιτισμικής συνέχειας από το κέντρο της αυτοκρατορίας, αλλά είναι η ίδια η ταυτότητά τους.


Οι μικρές λεπτομέρειες και διαφοροποιήσεις στην ανάγνωση είναι η βάση. Π.χ. η εικόνα που παρουσιάζω με τους δύο cowboys. Η πρώτη ανάγνωση φέρει ως σημείο αναφοράς την αμερικανική κουλτούρα του Νότου και της Δύσης. Την ανδροκρατούμενη κοινωνία, η οποία πολλές φορές ανταποκρίνεται στα στερεότυπα της οπισθοδρομικής. Το στήσιμο και η επιλογή έχει γίνει με γνώμονα το ποιες συνδέσεις θα δημιουργούνταν στο κοινό – οι πιθανές σεξουαλικού περιεχομένου και προσανατολισμού διασυνδέσεις είναι μέρος του αναμενόμενου και εδώ.

Όμως το σημείο που με ενδιαφέρει σε αυτή την εικόνα είναι η ομοιομορφία και η κόντρα που υπάρχει σε σχέση με το ιδεατό της απόλυτης ελευθερίας και της ατομικότητας. Το κέντρο ύπαρξης του ιδεατού δηλαδή στις ΗΠΑ. Παρ’ όλα αυτά σε αυτή την εικόνα έχουμε την αποθέωση της ομοιομορφίας που είναι βασικό χαρακτηριστικό της αμερικανικής κοινωνίας. Αυτή η ομοιομορφία και ο φόβος της απόκλισης είναι που μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε τόσα πολλά κλισέ.

Αντίστοιχα η εικόνα του Burger με τίτλο “Never Frozen” αποτελεί μια οπτική αντιστροφή του μότο της εταιρίας IN-N-OUT, μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες fast food στη Δυτική Ακτή, με ελάχιστη ως μηδενική παρουσία στην Ανατολική Ακτή. Τα IN-N-OUT αποτελούν μια drive in αλυσίδα που μετουσιώνει το τρόπο ζωής των μεγάλων αυτοκινητοδρόμων και την ίδια στιγμή προμοτάρει το good quality and good life ενός κατεξοχήν “βρώμικου” εδέσματος. Never Frozen ως ιδεατός τρόπος ζωής.

Στο “La petit mort américaine” έρχεται σε σύγκρουση αυτή η υπερρεαλιστική πραγματικότητα του κλισέ με την υπερρεαλιστικότητα της τριβής με την ιστορία. Αποπειράται να μας δοθεί η δυνατότητα της σύντομης και έντονης οργασμικής ικανοποίησης».

Γιώργης Γερόλυμπος

«Γιατί ταξιδεύει κανείς στην άλλη άκρη του ημισφαιρίου, επιβιβάζεται σε ένα αυτοκίνητο με σκοπό να διασχίσει την αμερικάνικη ήπειρο από την ανατολική ακτή ως τη δυτική και πίσω, 16.994 χιλιόμετρα σε 61 μέρες, έχοντας ως μόνη παρέα δύο φωτογραφικές μηχανές και ένα σημειωματάριο;

Έχοντας, πλέον, επιστρέψει, γνωρίζω πια ότι οι λόγοι είναι σύνθετοι και διαφορετικοί, η αφετηρία τους, όμως, μπορεί να αναζητηθεί πολύ νωρίτερα, στη διάρκεια των φοιτητικών χρόνων. Τότε έμαθα να αγαπώ τη φωτογραφία μέσα από το έργο σημαντικών δημιουργών. Φωτογράφοι όπως οι Robert Frank, Lewis Baltz, Joel Sternfeld και Richard Misrach ταξίδεψαν στις ΗΠΑ φωτογραφίζοντας το τοπίο, τις πόλεις και τον εαυτό τους τον ίδιο μέσα σ’ αυτή την χωρική αλλά και τόσο προσωπική αναζήτηση.

Προσγειώθηκα στη Νέα Υόρκη την 1η Φεβρουαρίου του 2008. Η πόλη αρνείται πεισματικά να μαλακώσει. Παραμένει παγωμένη, απόμακρη και πολύ δύσκολα προσεγγίσιμη. Παρόλα αυτά επιμένω. Κινούμαι παντού με τα πόδια. Περπατάω ημέρα, απόγευμα, νύχτα, υπό βροχή ή με ήλιο, στους δρόμους, στα πάρκα. Νομίζω ότι αυτό αρέσει πολύ στις πόλεις. Πιστεύω ότι αυτή εδώ θα συγκινηθεί στο τέλος από την προσπάθειά μου και θα μου ανοιχθεί.

Μετά από δέκα μέρες, επιβιβάζομαι σε ένα Ford Focus και ξεκινώ για την Ουάσιγκτον. Ταξιδεύω νότια και βάζω στόχο να φτάσω ως την Φλόριντα πριν κατευθυνθώ δυτικά. Υπάρχουν εντάσεις, στιγμές μεγάλης χαράς και άλλες ιδιαίτερης αγωνίας. Νιώθω πολύ μακριά από το σπίτι μου και νομίζω ότι ξέρω γιατί. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την άποσταση μέσω του χρόνου και του χώρου. Όταν είσαι μόνος σου ο χρόνος διαστέλλεται, μιλάς με τον εαυτό σου, γράφεις τις σκέψεις σου, επιλέγεις προς τα που θα κινηθείς χωρίς αντίλογο ή συζήτηση. Ταυτόχρονα, βρίσκεσαι σε ένα τόπο τον οποίο αντιλαμβάνεσαι στο πλήρες μήκος και πλάτος του. Δεν νομίζω ότι υπάρχει εντονότερη αίσθηση του ταξιδιού από το να οδηγάς μόνος.

Δική μου ελπίδα από αυτό το ταξίδι, ήταν να ξαναβρώ τη δική μου γλώσσα, την έκφραση του δικού μου λόγου. Το ταξίδι μου στην Αμερική, από την μία άκρη ως την άλλη, φωτογραφίζοντας ότι πιάσει το βλέμμα μου ήταν η δική μου επιλογή να ξαναπάρω το ρίσκο. Είναι ωραίο να νιώθεις ξανά ζωντανός, μη σκεπτόμενος το αποτέλεσμα.
Βόρεια και Νότια Καρολίνα, Τζώρτζια, Αλαμπάμα, Μισσισσίπι, Λουιζιάνα, Τέξας, Νέο Μεξικό, Αριζόνα, Νεβάδα, Καλιφόρνια. Επισκέπτομαι Εθνικά Πάρκα, ανεβαίνω σε βουνά, διασχίζω ερήμους, κοιμάμαι όπου με πιάσει η νύχτα. Κάθε μέρα βυθίζομαι περισσότερο στην απόσταση, αισθανόμενος ότι σηκώνω τα χιλιόμετρα μαζί μου.

Στην επιστροφή, σταματώ στο σημείο Four Corners όπου συνορεύουν οι πολιτείες Γιούτα, Κολοράντο, Νέο Μεξικό και Αριζόνα. Ο τόπος δεν παρουσιάζει κάποια ξεχωριστή ομορφιά και όμως για κάποιο λόγο σου δίνει δύναμη το γεγονός ότι μπορείς να κινείσαι ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτείες ή διαφορετικές χώρες ή διαφορετικούς κόσμους. Καταλαβαίνεις ότι δεν ανήκεις πουθενά στην πραγματικότητα, ούτε εκεί που γεννήθηκες ούτε εκεί που ζεις. Ανήκεις εκεί που εσύ σε πηγαίνεις, εκεί που εσύ αποφασίζεις ότι θα αποκαλείς τόπο σου.

Το ταξίδι της επιστροφής συνεχίζει. Koλοράντο, Κάνσας, Μιζούρι, Ιλλινόϊ, Ιντιάνα, Οχάϊο. Δεν κοιτάζω, πλέον, τόσο έντονα, δεν βλέπω αλλά ούτε κυνηγάω άλλες εικόνες. Οδήγηση, ώρες, μίλια, ήλιος, αέρας, κρύο, επίπεδη γη, νούμερα σε πινακίδες, ονόματα μακρινών προορισμών, νύχτες που έρχονται γρήγορα, μοτέλ δίπλα σε αυτοκινητοδρόμους, δωμάτια με την ίδια τηλεόραση, ίδιο μεγάλο κρεββάτι, ίδιο μικρό μπάνιο.

Βρήκα το όριο μου, το ξεπέρασα και έσπασε. Δεν έγινε με κρότο, ούτε με κάποιο σημαντικό γεγονός. Πέρασα ένα σημείο, σταμάτησα, έβαλα τη μηχανή στο πορτμπαγκάζ, και κάθισα κάτω. Κοίταξα γύρω μου, δεν υπήρχε τίποτα να προσέξω, ώστε να ξαναβγάλω τη μηχανή. Από ένα σημείο και πέρα, οδηγώ, πλέον, σαν υπνωτισμένος, δεν ακούω μουσική, δεν προσέχω τις φωνές στο ραδιόφωνο.

“Και τα λόγια τα μεγάλα, δεν τα τολμάς. Θρύβουν, χάνονται, ποτέ δεν θα ονομαστούν πράξεις” γράφει ο Σαίξπηρ στον Άμλετ. Κάποια λόγια με φοβίζουν πολύ λιγότερο πλέον».

Γιώργος Κορδάκης


«Στην ομαδική έκθεση “America” παρουσιάζω εικόνες από τη σειρά “10.000 αμερικάνικες ταινίες”. Ο τίτλος υποδηλώνει τις χιλιάδες αναμνήσεις που έχω από τις ταινίες τις οποίες έβλεπα μεγαλώνοντας στην Ελλάδα των δεκαετιών του ’70 και του ’80 στα ασπρόμαυρα κρατικά κανάλια αλλά και πολύ πιο μεγάλος. Είχα μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα για τις ΗΠΑ μέσα από αυτές, πολύ εξωτική και μακρινή και, όταν πήγα να μείνω εκεί, ο σκοπός μου ήταν να δω εάν αυτή η Αμερική υπάρχει.

Επί 5 χρόνια ταξίδευα ανά τακτά μεγάλα διαστήματα οδηγώντας στους επαρχιακούς δρόμους. Κάλυψα 70.000 χιλιόμετρα, σε 33 πολιτείες, από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό και από τα σύνορα των ΗΠΑ με τον Καναδά έως αυτά με το Μεξικό.

Στην αρχή φωτογράφιζα χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Σιγά σιγά όμως άρχισα να ανακαλύπτω ότι παρακολουθούσα τη χώρα σαν σκηνοθέτης. Σκεφτόμουν ότι “εδώ θα μπορούσε να γυριστεί μια σκηνή π.χ. από ταινία του Κλιντ Ίστγουστ”. Τα κλισέ που έχουμε στο μυαλό μας για την Αμερική - με τα αυτοκίνητα, τα βενζινάδικα- υπάρχουν. Τόσα πολλά σημεία έχουν μείνει στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70. Επειδή, ούτως ή άλλως η Αμερική είναι ένα πολύ μεγάλο φυσικό στούντιο, ο σκοπός μου εντέλει ήταν να αναδείξω αυτό ακριβώς, να ανακαλύψω την κινηματογραφική Αμερική.

Ένας από τους τρόπους με τους οποίους το έκανα αυτό ήταν με το να απουσιάζει από τις εικόνες μου τελείως το ανθρώπινο στοιχείο. Επιπλέον, διάλεξα να χρησιμοποιήσω ένα εικονικό μέσο, το φιλμ Πολαρόιντ, μεγάλου φορμά, που είναι πολύ σημαντικό μέρος της αμερικάνικης κουλτούρας. Μάλιστα τότε μόλις είχε κλείσει η συγκεκριμένη εταιρεία και αγόρασα ό,τι μπορούσα να βρω από παλιά φιλμ.



Πολλές από τις εικόνες που εκθέτω είναι και αποτέλεσμα των ληγμένων φιλμ που χρησιμοποίησα, τα οποία έδωσαν ορισμένες εκπλήξεις στο αποτέλεσμα. Το Polaroid είναι καθαρή χημεία, θα αντιδράσει διαφορετικά στους -28 βαθμούς και διαφορετικά στους +50. Τα χρώματα λοιπόν στις εικόνες μπορεί να είναι πολύ ξεθωριασμένα ή πολύ μονότονα. Άλλωστε, στις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80 η χρωματική γκάμα των φιλμ ήταν φτωχή, επομένως υπάρχει και ένας συμβολισμός. Κάποιες από τις εικόνες μου θα σου φέρουν στο νου μια αίσθηση από πίνακες του Έντουαρτ Χόπερ, γιατί τα έργα του έχουν μια κινηματογραφική ποιότητα.

Γνώρισα πολύ κόσμο σ’ αυτά τα ταξίδια και είχα διάφορες ενδιαφέρουσες συναντήσεις. Κάποτε βρέθηκα στη Μοντάνα, σε ένα από αυτά τα κλασικά αμερικανικά μπαρ, ενώ έξω η θερμοκρασία ήταν στους -25 βαθμούς. Ήταν την περίοδο της προεδρίας του Τζορτζ Μπους και η Μοντάνα είναι από τις πιο συντηρητικές πολιτείες. Συζητώντας με τους θαμώνες προσπαθούσα να τους εξηγήσω πόσο αντιπαθής είναι η εξωτερική πολιτική τους και πόσο κακό έχει κάνει στη Μέση Ανατολή και τελικά διαπιστώσαμε όλοι ότι υπήρχε πλήρης άγνοια. Όλα αυτά που τους έλεγα τους ακούγονταν πρωτόγνωρα. Έδειξαν όμως κατανόηση, υπήρξε συμπάθεια και μάλιστα δύο παιδιά μου πρότειναν να με φιλοξενήσουν.

Αυτό που μου έχει μείνει από αυτό το ταξίδι είναι η απόλυτη αίσθηση της ελευθερίας, το να φωτογραφίζεις για εβδομάδες χωρίς πρόγραμμα. Από τη μία ήταν η αποστολή μου, αλλά από την άλλη ήταν και η χώρα όπου μπορείς να οδηγείς για ώρες και να μην δεις ούτε άνθρωπο ούτε αυτοκίνητο. Είναι μια πολύ μοναχική διαδικασία αλλά και πολύ ευχάριστη».


America
CAN Αναγνωστοπούλου 42, Κολωνάκι, 2103390833
Διάρκεια: μέχρι 30/7
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v