Νέα έρευνα προειδοποιεί για την ξυλιτόλη και τον μακροπρόθεσμο καρδιαγγειακό κίνδυνο
Νέα μελέτη συνδέει τα υψηλά επίπεδα ξυλιτόλης με αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού, υπογραμμίζοντας την ανάγκη περαιτέρω έρευνας.
Νέα μελέτη συνδέει τα υψηλά επίπεδα ξυλιτόλης με αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού, υπογραμμίζοντας την ανάγκη περαιτέρω έρευνας.
Η ξυλιτόλη, ένα γλυκαντικό που χρησιμοποιείται ευρέως σε προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης, όπως τσίχλες, οδοντόκρεμες, μαρμελάδες, γιαούρτια και παγωτά, έρχεται ξανά στο επίκεντρο της επιστημονικής συζήτησης. Νέα μελέτη τη συνδέει με αυξημένο κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών επεισοδίων, μεταξύ των οποίων το έμφραγμα και το εγκεφαλικό, αλλά και με υψηλότερη πιθανότητα θανάτου.
Η ξυλιτόλη ανήκει στις λεγόμενες αλκοόλες σακχάρων και σε μικρές ποσότητες υπάρχει φυσικά σε ορισμένα τρόφιμα. Η βιομηχανία τροφίμων, ωστόσο, τη χρησιμοποιεί σε πολύ μεγαλύτερες συγκεντρώσεις, οι οποίες μπορεί να είναι έως και 1.000 φορές υψηλότερες από εκείνες που συναντώνται φυσικά. Χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της ζάχαρης, κυρίως επειδή προσφέρει γλυκιά γεύση με λιγότερες θερμίδες, ενώ αποτελεί συστατικό και σε αρκετά προϊόντα στοματικής υγιεινής.
Παρά τη διευρυμένη παρουσία της στην αγορά και την ολοένα μεγαλύτερη κατανάλωσή της, οι μακροχρόνιες επιπτώσεις της ξυλιτόλης στον ανθρώπινο οργανισμό δεν έχουν διερευνηθεί στον ίδιο βαθμό με εκείνες άλλων συστατικών.
Μία από τις μεγαλύτερες μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα για τη συγκεκριμένη ουσία καταγράφει μια αξιοσημείωτη συσχέτιση ανάμεσα στα επίπεδα ξυλιτόλης στο αίμα και την εμφάνιση σοβαρών καρδιαγγειακών προβλημάτων. Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC) στο Μόναχο, μία από τις σημαντικότερες διεθνείς επιστημονικές διοργανώσεις στον χώρο της καρδιολογίας.
Για τις ανάγκες της έρευνας εξετάστηκαν στοιχεία από 17.710 ανθρώπους. Οι επιστήμονες χώρισαν τους συμμετέχοντες σε ομάδες, συγκρίνοντας το 25% που εμφάνιζε τις υψηλότερες συγκεντρώσεις ξυλιτόλης στο αίμα με το 25% που είχε τις χαμηλότερες.
Η εικόνα που προέκυψε ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Τα άτομα με τα υψηλότερα επίπεδα ξυλιτόλης παρουσίασαν 57% μεγαλύτερη πιθανότητα να πεθάνουν ή να υποστούν έμφραγμα ή εγκεφαλικό μέσα σε διάστημα έξι ετών, σε σύγκριση με εκείνους που είχαν τις χαμηλότερες συγκεντρώσεις. Η διαφορά, μάλιστα, δεν εξαφανιζόταν σε βάθος χρόνου, καθώς ακόμη και έπειτα από 30 χρόνια η πιθανότητα εμφάνισης κάποιου καρδιαγγειακού επεισοδίου παρέμενε 18% υψηλότερη.
Οι ερευνητές εντόπισαν παράλληλα μια σχέση που φαίνεται να εξαρτάται από τη συγκέντρωση της ουσίας, δηλαδή όσο περισσότερη ξυλιτόλη υπήρχε στο αίμα, τόσο συχνότερα καταγράφονταν καρδιαγγειακά συμβάντα.
Η συγκεκριμένη συσχέτιση παρέμενε σταθερή ακόμη και όταν λαμβάνονταν υπόψη βασικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων, όπως η ηλικία και το φύλο. Με άλλα λόγια, τα αποτελέσματα δεν φάνηκε να εξηγούνται αποκλειστικά από δημογραφικές διαφορές μεταξύ των ομάδων.
Το εύρημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή η σχέση ανάμεσα στην ξυλιτόλη και τα καρδιαγγειακά περιστατικά παρέμεινε ανεξάρτητη και από άλλους σημαντικούς παράγοντες κινδύνου, όπως ο δείκτης μάζας σώματος, η υπέρταση, ο διαβήτης και τα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα. Πρόκειται για παράγοντες που μπορούν επίσης να επηρεάζουν τόσο την καρδιαγγειακή υγεία όσο και την επιλογή προϊόντων με χαμηλή ή μηδενική περιεκτικότητα σε ζάχαρη.
Ο επικεφαλής της μελέτης, Dr Marco Witkowski από το πανεπιστημιακό νοσοκομείο Charité του Βερολίνου, σημείωσε ότι τα νέα αποτελέσματα έρχονται να προστεθούν σε προηγούμενες έρευνες της ίδιας επιστημονικής ομάδας, οι οποίες είχαν ήδη εγείρει ερωτήματα σχετικά με τον πιθανό ρόλο της ξυλιτόλης στην καρδιαγγειακή υγεία.
Όπως εξήγησε, προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι η ξυλιτόλη ενδέχεται να ενισχύει την ικανότητα των αιμοπεταλίων να σχηματίζουν θρόμβους. Παράλληλα, η ερευνητική ομάδα είχε διαπιστώσει ότι υψηλές συγκεντρώσεις ξυλιτόλης στο αίμα συνδέονταν με δυσμενή καρδιαγγειακά συμβάντα σε άτομα που ήδη αντιμετώπιζαν αυξημένο κίνδυνο, μέσα σε διάστημα τριών ετών.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή τα γλυκαντικά αυτού του τύπου επιλέγονται συχνά από καταναλωτές που θεωρούν ότι αποτελούν μια πιο υγιεινή εναλλακτική στη ζάχαρη. Παράλληλα, έχουν αξιολογηθεί ως ασφαλή από τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές, γεγονός που έχει συμβάλει στην ευρεία διάδοσή τους.
Ο Witkowski υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι τα μακροπρόθεσμα δεδομένα στον γενικό πληθυσμό αναδεικνύουν πόσο περιορισμένη παραμένει η γνώση μας σχετικά με την καρδιαγγειακή ασφάλεια της ξυλιτόλης. Παράλληλα, επισημαίνει την ανάγκη για περισσότερη έρευνα, ιδιαίτερα καθώς η χρήση της ουσίας σε τρόφιμα, ποτά και άλλα καταναλωτικά προϊόντα συνεχίζεται και οι ποσότητες που καταναλώνουμε ενδέχεται να αυξάνονται.
Από την πλευρά του, ο Prof Dan Atar, μέλος της επιτροπής επικοινωνίας της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας, ο οποίος δεν συμμετείχε στη συγκεκριμένη έρευνα, σημείωσε ότι τα τεχνητά γλυκαντικά έχουν πλέον ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό στη σύγχρονη διατροφή και έχουν λάβει θετικές αξιολογήσεις ασφάλειας από τις αρμόδιες αρχές.
Όπως ανέφερε, η συγκεκριμένη παρατηρητική μελέτη δείχνει μια πιθανή αρνητική μακροπρόθεσμη σχέση ανάμεσα στην ξυλιτόλη και τα καρδιαγγειακά συμβάντα στον γενικό πληθυσμό. Τόνισε, ωστόσο, ότι τέτοιου είδους έρευνες δεν μπορούν από μόνες τους να αποδείξουν σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Για τον λόγο αυτό, απαιτούνται νέες και μεγαλύτερες μελέτες προκειμένου να αποσαφηνιστεί αν η ξυλιτόλη ευθύνεται άμεσα για την αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου ή αν η συσχέτιση που καταγράφηκε οφείλεται και σε άλλους παράγοντες.