Τα παιχνίδια που γράψανε ιστορία στα αθηναϊκά καλοκαίρια των 80s και των 90s

Γυρίσαμε τον χρόνο πίσω και σε προσκαλούμε να παίξουμε ξανά «Κλέφτες κι Αστυνόμους», «Περνά, περνά η μέλισσα», «Αμπάριζα», «Πινακωτή» κι άλλα τόσα παιχνίδια που σφράγισαν τα καλοκαίρια μας.

Τα παιχνίδια που γράψανε ιστορία στα αθηναϊκά καλοκαίρια των 80s και των 90s

Όσοι μεγάλωσαν στην πρωτεύουσα στα 80s και στα 90s έχουν να θυμούνται πολλά και διάφορα από τα αθηναϊκά καλοκαίρια τους. Τσακωμούς για το ποιον θα δροσίζει ο ανεμιστήρας, στρωματσάδες σε μπαλκόνια και ταράτσες κι ατελείωτες μάχες για το τηλεκοντρόλ μπας και δεις σε επανάληψη το αγαπημένο σου παιδικό.

Όταν έκλειναν τα σχολεία ωστόσο η μόνη έγνοια ήταν ποια παιχνίδια θα παίξουν σε δρόμους, αυλές, αλάνες κι αυτοσχέδια γηπεδάκια μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς. Εμείς θυμηθήκαμε τα πιο αγαπημένα εξ αυτών, σε μια προσπάθεια να τερματίσουμε το μπομερόμετρο παίρνοντας βαρυσήμαντο ύφος κι επαναλαμβάνοντας ότι τα καλά τα χρόνια ήταν τότε για τα παιδιά.

Κρυφτό

Ξεκινάμε φυσικά με το πιο δημοφιλές καλοκαιρινό παιχνίδι που δεν ήταν άλλο από το κρυφτό. Πριν ξεκινήσει το παιχνίδι, τα παιδιά «τα βγάζουν» για να αποφασίσουν ποιος θα αναλάβει να τα φυλάει. Το παιδί που επιλέγεται στέκεται απέναντι από έναν προκαθορισμένο τοίχο, δέντρο ή κολόνα, με το πρόσωπο στραμμένο προς αυτό και χωρίς να κοιτάζει τους υπόλοιπους παίκτες. Έπειτα αρχίζει να μετρά δυνατά, συνήθως ανά πέντε, μέχρι το εκατό: «5, 10, 15, 20...» ενώ τα άλλα παιδιά τρέχουν να βρουν κρυψώνες.

Μόλις ολοκληρώσει το μέτρημα, φωνάζει: «Φτου και βγαίνω!» και ξεκινά την αναζήτηση των κρυμμένων παικτών. Κάθε φορά που εντοπίζει κάποιον, επιστρέφει στο σημείο όπου μετρούσε και τον «φτύνει», δηλαδή ανακοινώνει ότι τον βρήκε.

Το πρώτο παιδί που θα εντοπιστεί και θα «φτυστεί» είναι εκείνο που θα αναλάβει να φυλάει στον επόμενο γύρο. Ωστόσο, οι κρυμμένοι παίκτες έχουν τη δυνατότητα να σωθούν: αν κάποιος καταφέρει να φτάσει στο σημείο-βάση πριν τον αντιληφθεί ο φύλακας, φωνάζει πρώτος «Φτου!» και εξασφαλίζει ότι δεν θα κινδυνεύσει να τα φυλάξει.

Αν μάλιστα το παιδί που φτάνει τελευταίο στη βάση χωρίς να συλληφθεί είναι και ο τελευταίος παίκτης που απομένει κρυμμένος, τότε φωνάζει «Φτου, ξελευθερία για όλους!» και απελευθερώνει όλους όσοι έχουν ήδη βρεθεί. Σε αυτή την περίπτωση το παιχνίδι ξεκινά ξανά από την αρχή και τα φυλάει το ίδιο παιδί που τα φύλαγε και στον προηγούμενο γύρο.

Περνά, περνά η μέλισσα

Δύο παιδιά, που αναλαμβάνουν τον ρόλο της «μάνας», στέκονται αντικριστά με τα χέρια υψωμένα και τα δάχτυλα πλεγμένα μεταξύ τους, σχηματίζοντας μια καμάρα. Χτυπούν ρυθμικά τις παλάμες τους και τραγουδούν:

«Περνά, περνά η μέλισσα με τα μελισσόπουλα,
με τα μελισσόπουλα και με τα παιδόπουλα».

Τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν μια σειρά και περνούν διαδοχικά κάτω από την καμάρα. Μόλις τελειώσει το τραγούδι, οι δύο «μάνες» εγκλωβίζουν ανάμεσα στα χέρια τους το τελευταίο παιδί της σειράς και του ψιθυρίζουν μια ερώτηση, ώστε να μην ακούσουν οι υπόλοιποι. Για παράδειγμα, μπορεί να το ρωτήσουν «μήλο ή πορτοκάλι;», «κίτρινο ή κόκκινο;», «Τρίκαλα ή Λάρισα;» κ.ά.

Πριν ξεκινήσει το παιχνίδι, κάθε «μάνα» έχει επιλέξει κρυφά μία από τις δύο εναλλακτικές απαντήσεις. Αν το παιδί διαλέξει, για παράδειγμα, το μήλο, πηγαίνει πίσω από τη «μάνα» που αντιστοιχεί στο μήλο· αν επιλέξει το πορτοκάλι, εντάσσεται στην ομάδα της άλλης «μάνας».

Στη συνέχεια, το παιχνίδι επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο μέχρι να περάσουν όλα τα παιδιά από την καμάρα. Όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία, έχουν σχηματιστεί δύο ξεχωριστές ομάδες, καθεμία γύρω από τη δική της «μάνα». Συνήθως οι δύο ομάδες δεν έχουν τον ίδιο αριθμό παικτών.

Στο τελευταίο στάδιο του παιχνιδιού, τα παιδιά κάθε ομάδας πιάνονται μεταξύ τους σχηματίζοντας μια ανθρώπινη αλυσίδα πίσω από τη «μάνα» τους. Οι δύο «μάνες» κρατιούνται από τα χέρια ή από ένα μικρό ξύλο, ενώ οι ομάδες τραβούν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Νικήτρια αναδεικνύεται η ομάδα που θα καταφέρει να σύρει την αντίπαλη προς το μέρος της.

Κλέφτες κι αστυνόμοι

Παίζουν όσα παιδιά θέλουν και χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η μία είναι οι κλέφτες και η άλλη οι αστυνόμοι.

Οι αστυνόμοι προσπαθούν να πιάσουν τους κλέφτες, ακουμπώντας τους στην πλάτη. Αυτοί για να προφυλαχτούν, ακουμπούν με την πλάτη κάτω ή στον τοίχο. Αλλά και οι κλέφτες προσπαθούν συγχρόνως να τους ακουμπήσουν στην πλάτη τους αστυνόμους. Όποιον τον ακουμπήσουν στην πλάτη, βγαίνει από το παιχνίδι. Οι κλέφτες που πιάνονταν πήγαιναν στη «φυλακή» (συνήθως ένα συγκεκριμένο πεζοδρόμιο), αλλά μπορούσαν να ελευθερωθούν αν ένας ελεύθερος κλέφτης κατάφερνε να τους αγγίξει φωνάζοντας «ελευθερία!»

Νικήτρια είναι όποια ομάδα μείνει με τα περισσότερα παιδιά.

Μήλα

Με μια ξεφούσκωτη ή πλαστική μπάλα, δύο παίκτες στέκονταν στις άκρες και οι υπόλοιποι στη μέση. Στόχος ήταν να σε «κάψουν» πετώντας σου την μπάλα. Αν όμως κατάφερνες να πιάσεις την μπάλα στον αέρα, κέρδιζες ένα «μήλο» (μια επιπλέον ζωή) που μπορούσες να κρατήσεις για τον εαυτό σου ή να «αναστήσεις» έναν καμένο συμπαίκτη.

Αμπάριζα

Ένα ομαδικό παιχνίδι στρατηγικής και ταχύτητας. Κάθε ομάδα είχε τη βάση της («αμπάριζα»). Σκοπός ήταν να ακουμπήσεις τη βάση του αντιπάλου ή να πιάσεις τους αντίπαλους παίκτες. Για να «φας» κάποιον, έπρεπε να έχεις βγει από τη δική σου βάση μετά από εκείνον, έχοντας έτσι το λεγόμενο «πλεονέκτημα».

Μακριά Γαϊδούρα

Ίσως το πιο Survivor παιχνίδι της παιδικής μας ηλικίας αφού απευθυνόταν μόνο σε σκληραγωγημένα παιδιά. Η μία ομάδα σχημάτιζε τη «γαϊδούρα» (σκύβοντας ο ένας πίσω από τον άλλον, πιασμένοι από τη μέση) και ο πρώτος ακουμπούσε στον «μάνα» που στεκόταν όρθιος στον τοίχο. Οι παίκτες της άλλης ομάδας έπαιρναν φόρα, πηδούσαν στις πλάτες τους και έπρεπε να κρατηθούν εκεί χωρίς να πέσουν, ενώ η «γαϊδούρα» κουνούσε το σώμα της για να τους ρίξει.

Αγαλματάκια ακούνητα αγέλαστα

Τα Αγαλματάκια είναι ένα παιχνίδι που απαιτεί τη συμμετοχή τουλάχιστον τριών παιδιών. Ένα από αυτά αναλαμβάνει τον ρόλο του φύλακα και στέκεται με γυρισμένη την πλάτη προς τους υπόλοιπους, κρατώντας τα μάτια του κλειστά. Στη συνέχεια απαγγέλλει τη γνωστή φράση: «Αγαλματάκια ακούνητα, αγέλαστα, μέρα ή νύχτα;».

Όσο ο φύλακας έχει τα μάτια κλειστά και λέει τα λόγια του παιχνιδιού, τα υπόλοιπα παιδιά κινούνται ελεύθερα. Αν δεν έχουν ακόμη αποφασίσει τη στάση που θα πάρουν, φωνάζουν «νύχτα». Μόλις όμως επιλέξουν μια πόζα και είναι έτοιμα να ακινητοποιηθούν, φωνάζουν «μέρα».

Τότε ο φύλακας ανοίγει τα μάτια του και όλοι οι παίκτες πρέπει να παραμείνουν απολύτως ακίνητοι, σαν αγάλματα. Αν κάποιο παιδί μετακινηθεί ή δεν καταφέρει να κρατήσει τη στάση του, χάνει και γίνεται εκείνο ο νέος φύλακας στον επόμενο γύρο.

 

 

 

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v