Ανεμιστήρες οροφής: Είναι καλύτεροι από το κλιματιστικό;
Οι ανεμιστήρες οροφής μαζί με τους επιδαπέδιους ξεσκονίζονται και επιστρέφουν, όμως είναι καλύτεροι από το κλιματιστικό; Δροσιζόμαστε και απαντάμε.
Οι ανεμιστήρες οροφής μαζί με τους επιδαπέδιους ξεσκονίζονται και επιστρέφουν, όμως είναι καλύτεροι από το κλιματιστικό; Δροσιζόμαστε και απαντάμε.
Κάθε καλοκαίρι το δίλημμα επιστρέφει σταθερά: ανοίγουμε κλιματιστικό ή βολευόμαστε με έναν ανεμιστήρα οροφής; Οι ανεμιστήρες έχουν αρκετά πλεονεκτήματα. Καίνε (σε γενικές γραμμές) λιγότερο ρεύμα, δεν δημιουργούν την ίδια αίσθηση του «παγωμένου δωματίου» και για πολλούς είναι πιο ευχάριστοι, ειδικά στον ύπνο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι πάντα αρκετοί ή ότι μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως το air condition.
Ο ανεμιστήρας οροφής δεν ψύχει τον αέρα. Δεν ρίχνει πραγματικά τη θερμοκρασία του δωματίου, όπως κάνει το κλιματιστικό. Αυτό που κάνει είναι να κινεί τον αέρα και να βοηθά την εξάτμιση του ιδρώτα από το δέρμα, δημιουργώντας την αίσθηση δροσιάς. Με απλά λόγια, δεν αλλάζει τόσο το περιβάλλον όσο αλλάζει το πώς το αισθάνεται το σώμα μας. Σε ήπιες συνθήκες αυτό μπορεί να είναι υπεραρκετό. Σε καύσωνα όμως, τα πράγματα αλλάζουν.
Σχετική έρευνα του Griffith University εξέτασε κατά πόσο οι ανεμιστήρες οροφής μπορούν να μειώσουν τη θερμοκρασία του σώματος και τη φυσιολογική καταπόνηση σε ηλικιωμένους που βρίσκονται ξαπλωμένοι σε εσωτερικό χώρο με παρατεταμένη ζέστη. Οι συνθήκες που μελετήθηκαν ήταν 31°C και 45% σχετική υγρασία, δηλαδή ένα αρκετά συνηθισμένο καλοκαιρινό περιβάλλον σε εσωτερικό χώρο.
Το αποτέλεσμα ήταν κάπως καθησυχαστικό, αλλά όχι απόλυτα. Η χρήση ανεμιστήρα οροφής μείωσε τη μέγιστη θερμοκρασία του πυρήνα του σώματος κατά 0,2°C, τον καρδιακό ρυθμό κατά περίπου πέντε παλμούς το λεπτό και τη θερμική δυσφορία. Με απλά λόγια, οι συμμετέχοντες ένιωθαν κάπως καλύτερα και ο οργανισμός τους πιεζόταν λίγο λιγότερο. Όμως η θερμική καταπόνηση δεν εξαφανίστηκε. Ακόμη και με ανεμιστήρα, η θερμοκρασία του σώματος παρέμενε αυξημένη σχεδόν κατά 1°C, ενώ οι παλμοί ήταν αυξημένοι κατά 22 το λεπτό.
Ο ανεμιστήρας βοηθά, αλλά δεν προστατεύει πάντα επαρκώς. Όταν ο αέρας είναι ήδη πολύ ζεστός ή όταν η ζέστη διαρκεί πολλές ώρες, η αίσθηση δροσιάς δεν αρκεί απαραίτητα για να μειωθεί η πραγματική επιβάρυνση του οργανισμού. Γι’ αυτό οι ερευνητές τονίζουν ότι οι ανεμιστήρες οροφής είναι χρήσιμοι, αλλά όχι ιδανικοί ως μοναδική λύση για ευάλωτες ομάδες, όπως ηλικιωμένοι, άτομα με καρδιαγγειακά προβλήματα, χρόνιες παθήσεις ή άνθρωποι που δυσκολεύονται να ρυθμίσουν τη θερμοκρασία του σώματός τους.
Σε υψηλές θερμοκρασίες, η παρατεταμένη έκθεση στη ζέστη μπορεί να προκαλέσει κόπωση, ζάλη, μειωμένη συγκέντρωση και, αν συνεχιστεί, θερμική εξάντληση ή άλλα σοβαρότερα προβλήματα. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι ανεμιστήρες οροφής είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούνται νωρίς, δηλαδή πριν ζεσταθεί υπερβολικά το σπίτι, και κυρίως όταν η θερμοκρασία του χώρου παραμένει κάτω από τους 33°C. Όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει πολύ, ειδικά πάνω από τους 40°C, η χρήση ανεμιστήρα μπορεί να γίνει προβληματική, γιατί αντί να βοηθά, ενδέχεται να αυξήσει τη θερμική καταπόνηση. Σε τέτοιες συνθήκες, ο ζεστός αέρας που κυκλοφορεί γύρω από το σώμα μπορεί να λειτουργήσει σχεδόν σαν «φούρνος μεταφοράς θερμότητας», επιβαρύνοντας περισσότερο τον οργανισμό.
Και στον ύπνο; Εκεί οι ανεμιστήρες έχουν φανατικό κοινό. Η δροσερή αίσθηση και ο σταθερός ήχος τους μπορούν να βοηθήσουν αρκετούς ανθρώπους να χαλαρώσουν και να κοιμηθούν πιο εύκολα. Ο λεγόμενος λευκός θόρυβος, δηλαδή ο συνεχόμενος, ήπιος ήχος που καλύπτει άλλους θορύβους του περιβάλλοντος, λειτουργεί για πολλούς σαν «ηχητική κουρτίνα» που βοηθά στον ύπνο. Παράλληλα, η κυκλοφορία του αέρα κάνει το δωμάτιο να μοιάζει λιγότερο αποπνικτικό και μπορεί να περιορίσει την αίσθηση δυσφορίας τις ζεστές νύχτες.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Ο αέρας από τον ανεμιστήρα μπορεί να ξηράνει το στόμα, τη μύτη, τον λαιμό, τα μάτια και το δέρμα, ειδικά όταν λειτουργεί για πολλές ώρες ή κατευθείαν πάνω μας. Σε ορισμένους ανθρώπους αυτό μπορεί να προκαλέσει μπούκωμα, ξηρότητα στον λαιμό, πονοκέφαλο ή ακόμα και πιο έντονο ροχαλητό. Δεν σημαίνει ότι ο ανεμιστήρας «αρρωσταίνει» κάποιον, αλλά μπορεί να επιδεινώσει ενοχλήσεις όταν υπάρχει ήδη κρυολόγημα, αλλεργία ή ευαισθησία στο αναπνευστικό.
Επίσης, οι ανεμιστήρες μπορούν να σηκώσουν και να κυκλοφορήσουν σκόνη, γύρη και αλλεργιογόνα μέσα στο δωμάτιο. Αυτό έχει σημασία ειδικά για όσους έχουν αλλεργίες ή άσθμα. Ακόμη και τα ίδια τα πτερύγια του ανεμιστήρα μαζεύουν σκόνη, η οποία διασκορπίζεται όταν η συσκευή λειτουργεί. Γι’ αυτό ο τακτικός καθαρισμός είναι βασική προϋπόθεση για πιο υγιεινή χρήση.
Ένα ακόμη συχνό παράπονο είναι οι μυϊκές ενοχλήσεις. Όταν ο αέρας χτυπά επίμονα το ίδιο σημείο του σώματος, μπορεί να ξυπνήσουμε με πιασμένο αυχένα, ώμο ή πλάτη. Η λύση εδώ είναι απλή: ο ανεμιστήρας δεν πρέπει να φυσάει απευθείας πάνω μας όλη τη νύχτα. Είναι προτιμότερο να λειτουργεί σε χαμηλή ή μεσαία ένταση, να υπάρχει καλή διάχυση του αέρα στον χώρο και, όπου γίνεται, να χρησιμοποιείται χρονοδιακόπτης ώστε να μη δουλεύει ασταμάτητα μέχρι το πρωί.
Η απάντηση δεν είναι ένα απλό ναι ή όχι. Για ήπιες ζεστές ημέρες, για βραδινή χρήση ή για ανθρώπους που ενοχλούνται από τον πολύ κρύο και ξηρό αέρα του air condition, ένας ανεμιστήρας οροφής μπορεί να είναι μια πολύ καλή, πιο ήπια και πιο οικονομική λύση. Μπορεί να κάνει τον χώρο πιο ευχάριστο, να μειώσει την αίσθηση δυσφορίας και να βοηθήσει στον ύπνο, αρκεί να χρησιμοποιείται σωστά.
Το κλιματιστικό, από την άλλη, έχει ένα πλεονέκτημα που ο ανεμιστήρας δεν μπορεί να προσφέρει: μειώνει πραγματικά τη θερμοκρασία του χώρου. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε καύσωνα, σε σπίτια που υπερθερμαίνονται ή όταν στο σπίτι υπάρχουν ηλικιωμένοι, μωρά, ασθενείς ή άτομα με ευαισθησία στη ζέστη. Το πρόβλημα με το κλιματιστικό δεν είναι η χρήση του, αλλά η κακή χρήση του. Οι πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, η κακή συντήρηση, τα βρώμικα φίλτρα και η απευθείας έκθεση στον ψυχρό αέρα μπορούν να προκαλέσουν ενοχλήσεις, ξηρότητα, πονοκεφάλους ή αναπνευστική δυσφορία σε ορισμένους ανθρώπους.
Στο κομμάτι της κατανάλωσης, τα πράγματα θέλουν λίγη προσοχή, γιατί η σύγκριση δεν είναι πάντα τόσο απλή όσο φαίνεται. Ένας μέσος ανεμιστήρας μπορεί πράγματι να καίει λιγότερο ρεύμα, γύρω στα 60-70 Watt, όμως δουλεύει συνεχόμενα όσο είναι ανοιχτός. Το κλιματιστικό, από την άλλη, μπορεί στο ξεκίνημα να έχει μεγαλύτερη κατανάλωση, όμως τα σύγχρονα inverter μηχανήματα ρίχνουν σημαντικά την ισχύ τους όταν ο χώρος πλησιάσει την επιθυμητή θερμοκρασία. Αν, για παράδειγμα, ένα κλιματιστικό έχει μέγιστη ισχύ 2.000 Watt, όταν δουλεύει χαμηλά μπορεί να πέσει στο 10-15%, δηλαδή περίπου στα 200 Watt, ενώ μόλις «πιάσει» τη θερμοκρασία που του έχουμε ζητήσει, μπορεί για διαστήματα να σταματήσει σχεδόν εντελώς τη λειτουργία του μοτέρ.
Γι’ αυτό και δεν αρκεί να πούμε απλώς ότι «ο ανεμιστήρας καίει λιγότερο». Ο ανεμιστήρας καταναλώνει λιγότερο ανά ώρα, αλλά δεν αλλάζει πραγματικά το κλίμα του δωματίου. Το κλιματιστικό καταναλώνει περισσότερο όταν ξεκινά, όμως ρίχνει τη θερμοκρασία, αφαιρεί υγρασία και κάνει τον χώρο πραγματικά πιο βιώσιμο. Από τη στιγμή που ο χώρος φτάσει, για παράδειγμα, στους 25-26°C, το inverter μπορεί να δουλεύει πολύ πιο χαμηλά ή να σταματά προσωρινά, ξαναμπαίνοντας σε λειτουργία μόνο όταν χρειάζεται. Έτσι, σε συνθήκες έντονης ζέστης, το κλιματιστικό δεν είναι απαραίτητα «σπατάλη», ειδικά όταν χρησιμοποιείται σωστά και όχι στους 18°C.
Η πιο ισορροπημένη λύση φαίνεται να είναι ο συνδυασμός. Οι ερευνητές προτείνουν τη χρήση κλιματιστικού περίπου στους 26°C μαζί με ανεμιστήρα οροφής. Έτσι, ο χώρος παραμένει αρκετά δροσερός χωρίς να χρειάζεται να ρυθμίσουμε το air condition σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία, ενώ ο ανεμιστήρας βοηθά στην καλύτερη κυκλοφορία του αέρα και στην αίσθηση δροσιάς. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται και η κατανάλωση ρεύματος, αλλά και ο κίνδυνος από την παρατεταμένη έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες.