Πώς να ξεκινήσεις να βλέπεις Αγγελόπουλο (χωρίς να τα παρατήσεις στο δεκάλεπτο)
Υπάρχουν σκηνοθέτες που σε κερδίζουν από το πρώτο πλάνο κι άλλοι που σε δοκιμάζουν. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Υπάρχουν σκηνοθέτες που σε κερδίζουν από το πρώτο πλάνο κι άλλοι που σε δοκιμάζουν. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος δεν είναι από τους σκηνοθέτες που απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Είναι όμως από εκείνους που, αν του δώσεις λίγο χρόνο, μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο που βλέπεις το σινεμά και γι’ αυτό οι ταινίες του θα μνημονεύονται εσαεί.
Το πρώτο πράγμα που ξενίζει τον μέσο θεατή είναι ο ρυθμός. Οι ταινίες του Αγγελόπουλου είναι αργές, με μεγάλα μονοπλάνα που μπορεί να κρατούν λεπτά ολόκληρα. Δεν υπάρχουν οι κλασικές κορυφώσεις ή η εύκολη δραματουργία που έχουμε συνηθίσει – κυρίως – από το αμερικάνικο σινεμά.
Οι ταινίες του δεν είναι για να τις «καταναλώσεις» γρήγορα. Ο χρόνος απλώνεται, οι σκηνές εξελίσσονται αργά και πολλές φορές νιώθεις ότι δεν συμβαίνει τίποτα, ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνουν πολλά σε επίπεδο εικόνας και νοήματος.
Αυτό τον φέρνει κοντά σε διάλογο με δημιουργούς όπως ο Andrei Tarkovsky ή ο Michelangelo Antonioni, που αντιμετώπιζαν το σινεμά περισσότερο σαν οπτική φιλοσοφία παρά σαν απλή αφήγηση ιστορίας. Το τοπίο, ο χρόνος και η σιωπή γίνονται βασικοί πρωταγωνιστές.
Παράλληλα, το έργο του είναι βαθιά δεμένο με την ελληνική ιστορία και μυθολογία. Από τον Εμφύλιο μέχρι την εξορία και από τον Οδυσσέα μέχρι την Ηλέκτρα, οι αναφορές είναι συνεχείς. Αυτό μπορεί αρχικά να τρομάζει, αλλά δεν είναι απαραίτητο να καταλάβεις τα πάντα για να νιώσεις την ταινία.
Αν υπάρχει ένας κανόνας, είναι αυτός: μην προσπαθείς να εξηγήσεις τα πάντα την ώρα που βλέπεις την ταινία. Ο Αγγελόπουλος δεν ζητά να «λύσεις» την ταινία του, αλλά να τη βιώσεις. Αν αφεθείς στον ρυθμό, αν δεις τις εικόνες σαν κάτι σχεδόν ποιητικό και αν δεχτείς ότι κάποια πράγματα θα μείνουν ανοιχτά, τότε θα έρθεις απέναντι σε ένα σινεμά που σε ανταμείβει με τον καιρό.
Θα σου προτείναμε το «Τοπίο στην ομίχλη» (1988). Για πολλούς, αυτή είναι η πιο «βατή» ταινία του. Δύο παιδιά ξεκινούν ένα ταξίδι για να βρουν τον πατέρα τους, σε μια διαδρομή γεμάτη αβεβαιότητα και εικόνες που μένουν χαραγμένες. Είναι πιο άμεση συναισθηματικά, χωρίς να χάνει την ποιητικότητα και τη μελαγχολία που χαρακτηρίζουν τον Αγγελόπουλο.
Μετά, μπορείς να προχωρήσεις με τον «Θίασο», αφού είναι η ταινία που τον καθιέρωσε διεθνώς και θεωρείται από πολλούς η κορυφαία του. Μέσα από την ιστορία ενός περιοδεύοντος θιάσου, ξετυλίγεται ολόκληρη η ταραγμένη περίοδος της Ελλάδας από το 1939 έως το 1952. Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα το ύφος του: τα μεγάλα μονοπλάνα, οι μεταβάσεις στον χρόνο μέσα στο ίδιο πλάνο, η σύνδεση της προσωπικής ιστορίας με τη συλλογική μνήμη. Είναι απαιτητική ταινία, αλλά αν καταφέρει και σε κερδίσει, έχεις ήδη κάνει το πιο δύσκολο βήμα.
Όντας εξοικειωμένος με το σινεμά του μεγάλου αυτού δημιουργού, μπορείς να συνεχίσεις με «Το βλέμμα του Οδυσσέα» (1995). Με πρωταγωνιστή τον φοβερό και τρομερό Χάρβεϊ Καϊτέλ, η ταινία ακολουθεί έναν σκηνοθέτη που επιστρέφει στα Βαλκάνια αναζητώντας χαμένο κινηματογραφικό υλικό. Είναι ένα ταξίδι μνήμης, ιστορίας και ταυτότητας, μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια. Εδώ ο Αγγελόπουλος γίνεται πιο σύνθετος και πιο στοχαστικός.
Ο Αγγελόπουλος δεν είναι εύκολος, αλλά είναι από τους λίγους δημιουργούς που κατάφεραν να κάνουν το σινεμά κάτι βαθιά προσωπικό και ταυτόχρονα συλλογικό.
Και αν του δώσεις τον χρόνο που ζητά, θα ανακαλύψεις ένα σινεμά που δεν μοιάζει με κανένα άλλο.
Σημείωσε επίσης πως μπορείς να βρεις ολόκληρη τη φιλμογραφία του σκηνοθέτη διαθέσιμη στην πλατφόρμα Cinobo.
Καλές προβολές!