5 συνθέσεις του Νικόλαου Μάντζαρου πέρα από τον Εθνικό Ύμνο
Το ήξερες ότι ο εθνικός μας συνθέτης ήταν ο άνθρωπος πίσω από την πρώτη σωζόμενη ελληνική όπερα και ένα από τα πρώτα ελληνόγλωσσα έργα για φωνή και ορχήστρα;
Το ήξερες ότι ο εθνικός μας συνθέτης ήταν ο άνθρωπος πίσω από την πρώτη σωζόμενη ελληνική όπερα και ένα από τα πρώτα ελληνόγλωσσα έργα για φωνή και ορχήστρα;
Ο Νικόλαος Μάντζαρος έχει ταυτιστεί όσο λίγοι με ένα μόνο έργο: τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν». Κι όμως, η μουσική του διαδρομή είναι πολύ μεγαλύτερη, πολύ πλουσιότερη και πολύ πιο ενδιαφέρουσα από αυτή τη μία, έστω εμβληματική, σύνθεση.
Ιδρυτής της Επτανησιακής Σχολής και μορφή-κλειδί για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής λόγιας μουσικής, ο Κερκυραίος συνθέτης άφησε πίσω του όπερες, τραγούδια, έργα μουσικής δωματίου και συνθέσεις που, σε αρκετές περιπτώσεις, θεωρούνται πρωτοποριακές για τα ελληνικά δεδομένα του 19ου αιώνα.
Η νεότερη έρευνα του Ιονίου Πανεπιστημίου έχει συμβάλει καθοριστικά στο να φωτιστεί αυτή ακριβώς η λιγότερο γνωστή πλευρά του έργου του.
Αν θέλουμε να ξεκινήσουμε από κάπου, το σωστό σημείο είναι το Don Crepuscolo. Η μονόπρακτη κωμική όπερα του 1815 θεωρείται η πρώτη σωζόμενη όπερα Έλληνα δημιουργού, κάτι που από μόνο του αρκεί για να καταλάβει κανείς πόσο μπροστά από την εποχή του βρισκόταν ο Μάντζαρος. Το έργο συνδέεται άμεσα με την κερκυραϊκή θεατρική και μουσική ζωή των αρχών του 19ου αιώνα και δείχνει τη βαθιά του σχέση με την ιταλική παράδοση, η οποία επηρέασε συνολικά την Επτανησιακή Σχολή. Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο έχει απασχολήσει και τη σύγχρονη μουσικολογική έρευνα, ενώ παρουσιάστηκε και από την Εθνική Λυρική Σκηνή.
Η Aria Greca του 1827 έχει ξεχωριστή ιστορική βαρύτητα, γιατί καταγράφεται ως το πρώτο γνωστό έργο σε ελληνική γλώσσα για φωνή και ορχήστρα. Αυτό δεν είναι απλώς μια υποσημείωση για ειδικούς. Είναι ένα πολύ ουσιαστικό στοιχείο για να καταλάβουμε τη συμβολή του Μάντζαρου: ήταν από τους πρώτους που επιχείρησαν να συνδέσουν τη λόγια μουσική γραφή με την ελληνική γλώσσα, σε μια εποχή όπου το ιταλικό μουσικό αποτύπωμα ήταν ακόμη κυρίαρχο στα Επτάνησα. Η Aria Greca δείχνει ακριβώς αυτή τη μετάβαση, από τη μαθητεία στην ευρωπαϊκή παράδοση προς μια συνειδητή ελληνόφωνη καλλιτεχνική έκφραση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική για τον δημιουργικό του ορίζοντα είναι η συλλογή 16 Arie Greche του 1830. Σε αυτήν ο Μάντζαρος μελοποιεί ελληνόφωνα ποιήματα, ανάμεσά τους έργα του Διονυσίου Σολωμού αλλά και τον «Θούριο» του Ρήγα. Εδώ βλέπουμε καθαρά ότι δεν τον ενδιέφερε μόνο η καθαρή συνθετική επίδειξη, αλλά και η διαμόρφωση ενός ελληνικού καλλιτεχνικού ρεπερτορίου με λογοτεχνικό βάθος.
Λιγότερο γνωστό στο ευρύ κοινό, αλλά πολύ χαρακτηριστικό για τη λυρική πλευρά του Μάντζαρου, είναι το έργο «Οι παλμοί της καρδιάς μου», ένας κύκλος έξι τραγουδιών σε στίχους του Γεώργιου Κανδιανού Ρώμα. Εδώ απομακρυνόμαστε από τη μεγάλη εθνική και ιστορική αφήγηση και συναντάμε έναν συνθέτη που δουλεύει με πιο εσωτερικό, πιο προσωπικό και πιο ποιητικό υλικό.
Μια ακόμη σημαντική πτυχή του έργου του είναι τα Partimenti για κουαρτέτο εγχόρδων, επεξεργασίες πάνω σε υλικό του Ιταλού Fedele Fenaroli, που συνδέονται με τα πρώτα γνωστά ελληνικά έργα για κουαρτέτο εγχόρδων. Εδώ ο Μάντζαρος δεν εμφανίζεται μόνο ως συνθέτης, αλλά και ως δάσκαλος, θεωρητικός και διαμορφωτής μιας μουσικής γλώσσας που τότε μόλις άρχιζε να αποκτά ελληνική ταυτότητα.