Παγκόσμια Ημέρα κατά της Παχυσαρκίας: Όχι, το fat-shaming δε βοηθά
Κάθε χρόνο μιλάμε για «επιδημία παχυσαρκίας», αλλά συνεχίζουμε να στοχοποιούμε σώματα αντί να διορθώνουμε συστήματα. Το fat-shaming δεν είναι λύση, είναι μέρος του προβλήματος.
Κάθε χρόνο μιλάμε για «επιδημία παχυσαρκίας», αλλά συνεχίζουμε να στοχοποιούμε σώματα αντί να διορθώνουμε συστήματα. Το fat-shaming δεν είναι λύση, είναι μέρος του προβλήματος.
Κάθε χρόνο, η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Παχυσαρκίας μάς υπενθυμίζει ότι η παχυσαρκία αποτελεί ένα σύνθετο και πολυπαραγοντικό ζήτημα δημόσιας υγείας.
Αυτό που δεν χρειάζεται, όμως, είναι ο στιγματισμός. Το fat-shaming δεν λύνει το πρόβλημα, το επιδεινώνει.
Ο παχύσαρκος/η δε θα χάσει βάρος αν όλοι του λένε «πώς έχεις γίνει έτσι».
Η παχυσαρκία είναι μια χρόνια, πολυπαραγοντική νόσος που χαρακτηρίζεται από υπερβολική συσσώρευση σωματικού λίπους με επιπτώσεις στην υγεία. Ιατρικά, ορίζεται συχνά μέσω του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), με τιμές ≥30 kg/m² να αντιστοιχούν σε παχυσαρκία, αν και ο ΔΜΣ δεν μετρά άμεσα το ποσοστό λίπους. Σε επίπεδο σύστασης σώματος, ποσοστό σωματικού λίπους άνω του περίπου 25% στους άνδρες και 35% στις γυναίκες θεωρείται ενδεικτικό παχυσαρκίας.
Η παχυσαρκία συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα, υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και πρόωρη θνησιμότητα. Ταυτόχρονα, επιβαρύνει σημαντικά τα συστήματα υγείας. Ωστόσο, η αναγνώριση των ιατρικών κινδύνων δεν ταυτίζεται με την ηθική επίθεση απέναντι σε ανθρώπους με αυξημένο βάρος. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη.
Το fat-shaming αποτελεί μορφή διάκρισης βάσει του βάρους. Μπορεί να εκδηλωθεί ως bullying στο σχολείο, ως «αστείο» ή ειρωνικό σχόλιο στην ενήλικη ζωή, αλλά και ως προκατάληψη μέσα στο ίδιο το σύστημα υγείας. Έρευνες δείχνουν ότι επαγγελματίες υγείας αφιερώνουν λιγότερο χρόνο σε ασθενείς με παχυσαρκία, πραγματοποιούν λιγότερους προληπτικούς ελέγχους ή ακόμη και αποφεύγουν την ουσιαστική φροντίδα. Το αποτέλεσμα; Οι ασθενείς αποθαρρύνονται από το να ζητήσουν βοήθεια, αυξάνοντας τον κίνδυνο επιπλοκών.
Υπάρχει η άποψη ότι η «ντροπή» λειτουργεί ως κίνητρο αλλαγής. Όμως τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν το αντίθετο. Η έκθεση σε προκατάληψη λόγω βάρους ενεργοποιεί μηχανισμούς στρες στον οργανισμό. Αυξάνεται η κορτιζόλη, δηλαδή η ορμόνη του στρες, μειώνεται ο αυτοέλεγχος και αυξάνεται η πιθανότητα επεισοδίων υπερφαγίας. Το παράδοξο είναι ότι ακόμη και άτομα με φυσιολογικό βάρος, όταν εκτίθενται σε τέτοια μηνύματα, εμφανίζουν αυξημένη πιθανότητα μελλοντικής αύξησης βάρους.
Η διάκριση λόγω βάρους δεν επηρεάζει μόνο τη ζυγαριά. Συνδέεται με σημαντική επιβάρυνση της ψυχικής υγείας. Άτομα που έχουν βιώσει τέτοιες εμπειρίες εμφανίζουν πολλαπλάσιο κίνδυνο για αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, χαμηλή αυτοεκτίμηση και διαταραγμένες διατροφικές συμπεριφορές.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εσωτερίκευση του στιγματισμού, δηλαδή όταν το άτομο υιοθετεί τις αρνητικές κοινωνικές πεποιθήσεις για το βάρος και τις στρέφει εναντίον του εαυτού του. Μελέτες δείχνουν ότι όσοι παρουσιάζουν υψηλό βαθμό εσωτερίκευσης έχουν σημαντικά αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης μεταβολικού συνδρόμου, ανεξάρτητα από τον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ). Το μεταβολικό σύνδρομο είναι ένας συνδυασμός παραγόντων κινδύνου, όπως αυξημένη περίμετρος μέσης, υψηλή αρτηριακή πίεση, διαταραγμένα λιπίδια και αυξημένο σάκχαρο, που αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Η ιδέα ότι η παχυσαρκία αποτελεί αποκλειστικά αποτέλεσμα έλλειψης αυτοπειθαρχίας είναι απλουστευτική και λάθος. Η αιτιολογία της είναι πολύπλοκη. Γενετικοί παράγοντες, περιβάλλον, κοινωνικοοικονομική κατάσταση, πρόσβαση σε υγιεινά τρόφιμα, εκπαίδευση, ποιότητα ύπνου, χρόνιο στρες και ψυχική υγεία συνδιαμορφώνουν το σωματικό βάρος. Δεν πρόκειται για μια απλή εξίσωση θερμίδων.
Όταν η δημόσια συζήτηση περιορίζεται στο «φάε λιγότερο και κινήσου περισσότερο», αγνοεί τα κοινωνικά εμπόδια που καθιστούν τις υγιεινές επιλογές δύσκολες για μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Η μετατόπιση της ευθύνης αποκλειστικά στο άτομο ενισχύει την ενοχή και τη ντροπή, χωρίς να οδηγεί σε βιώσιμη αλλαγή.
Οι ειδικοί τονίζουν πως η αλλαγή πρέπει να ξεκινήσει από το σύστημα υγείας. Οι επαγγελματίες χρειάζεται να αναγνωρίζουν τη σύνθετη αιτιολογία της παχυσαρκίας και να χρησιμοποιούν ευαίσθητη, μη στιγματιστική γλώσσα. Όταν οι ασθενείς αισθάνονται ότι ακούγονται και δεν κρίνονται, είναι πιο πιθανό να επιστρέψουν για παρακολούθηση και να υιοθετήσουν συμπεριφορές που προάγουν την υγεία.
Παράλληλα, οι κατευθυντήριες οδηγίες οφείλουν να μετατοπίσουν το επίκεντρο από το βάρος ως αριθμό στην υγεία ως σύνολο συμπεριφορών. Τα οφέλη μπορούν να επιτευχθούν ακόμη και χωρίς δραστική απώλεια κιλών, όταν το άτομο αυξάνει την κατανάλωση φυτικών τροφών, βελτιώνει την ποιότητα ύπνου, μειώνει το στρες και εντάσσει την κίνηση στην καθημερινότητα.