Πέθανε η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ

Η σπουδαία βυζαντινολόγος, πρώτη γυναίκα πρύτανης της Σορβόνης και διεθνώς αναγνωρισμένη ακαδημαϊκή έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών στα 99 της.

Πέθανε η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ

Έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 99 ετών, η σπουδαία βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, μια προσωπικότητα που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα τόσο στην ακαδημαϊκή έρευνα όσο και στη δημόσια ζωή. Το 1967 έγινε η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε την προεδρία του Τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, ενώ το 1976 κατέγραψε ακόμη ένα ιστορικό ορόσημο, εκλεγόμενη η πρώτη γυναίκα πρύτανης στα επτακόσια χρόνια λειτουργίας του ιδρύματος. Παράλληλα, υπηρέτησε ως Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της UNICEF.

Γεννημένη στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 1926, μεγάλωσε σε οικογένεια προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Ο πατέρας της, Νικόλαος Γλύκατζης, ήταν έμπορος, ενώ η μητέρα της, Καλλιρρόη το γένος Ψαλτίδη, είχε φτάσει μαζί του στον Βύρωνα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τα πρώτα της χρόνια σημαδεύτηκαν από τις αφηγήσεις της προσφυγιάς και τη ζωντανή πολιτική ατμόσφαιρα της εποχής. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από τα έξι της χρόνια «εκφωνούσε» λόγους στη γειτονιά, διαβάζοντας μια εφημερίδα –έστω και ανάποδα– υπέρ του Βενιζέλου.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, το 1942, εντάχθηκε στην Αντίσταση, αναλαμβάνοντας τη διακίνηση μηνυμάτων στην περιοχή του Βύρωνα. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στο 4ο Γυμνάσιο Αθηνών, φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, θέτοντας τις βάσεις για τη μετέπειτα ακαδημαϊκή της πορεία.

Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η βασίλισσα Φρειδερίκη της Ελλάδας αναζήτησε την αριστούχο φοιτήτρια Φιλολογίας για να στελεχώσει ίδρυμα που είχε δημιουργήσει για την προστασία άπορων παιδιών. Παρά τις πολιτικές της πεποιθήσεις, η Αρβελέρ προσλήφθηκε ως γραμματέας και εργάστηκε εκεί, ενώ ταυτόχρονα αφιερώθηκε με πάθος στην έρευνα για τη Μικρά Ασία και την Καππαδοκία, διαθέτοντας τα έσοδά της τόσο για την οικογένειά της όσο και για τη χρηματοδότηση των μελετών της.

Συνέχισε την ακαδημαϊκή της εξέλιξη στη Γαλλία, στην École des Hautes Études, όπου αναγορεύτηκε διδάκτωρ Ιστορίας το 1960 και έλαβε τον τίτλο Docteure ès Lettres το 1966. Παντρεύτηκε τον Jacques Ahrweiler και απέκτησαν μία κόρη.

Από το 1955 συνεργάστηκε με το Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας, εξελισσόμενη σε διευθύντρια ερευνών το 1964. Το 1967 εξελέγη καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας στη Σορβόνη, εδραιώνοντας τη διεθνή της φήμη.

Στη διάρκεια της πολυετούς καριέρας της ανέλαβε καίριες θέσεις ευθύνης: διετέλεσε διευθύντρια του Τμήματος Ιστορίας και πρόεδρος της Επιτροπής Έρευνας της Φιλοσοφικής Σχολής της Σορβόνης (1969-1970), επισκέπτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ (1973-1974), αντιπρόεδρος και στη συνέχεια πρόεδρος του Πανεπιστημίου Paris I (1976-1981), ενώ από το 1981 ανακηρύχθηκε επίτιμη πρόεδρός του. Ακολούθως υπηρέτησε ως πρύτανης της Ακαδημίας και καγκελάριος των Πανεπιστημίων των Παρισίων (1982-1989).

Διαδραμάτισε επίσης σημαντικό ρόλο σε πολιτιστικούς και διεθνείς οργανισμούς: υπήρξε αντιπρόεδρος και μετέπειτα πρόεδρος του Ιδρύματος Ζορζ Πομπιντού, πρόεδρος του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης στη Γαλλία, αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Danielle Mitterrand και εμπειρογνώμονας κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών στην UNESCO. Διετέλεσε πρόεδρος και κατόπιν επίτιμη πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Ευρώπης, επίτιμη πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Βυζαντινών Σπουδών, γενική γραμματέας της Διεθνούς Ένωσης Ιστορικών Επιστημών (1980-1990) και πρόεδρος της Παγκόσμιας Κίνησης Επιστημονικής Ευθύνης.

Στην Ελλάδα, ανέλαβε την προεδρία του Εθνικό Θέατρο (1999-2012) και του Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών (1993-2022), ενώ βρέθηκε και στο τιμόνι του Διεθνούς Ιδρύματος Ντιμίτρι Σοστακόβιτς.

 

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v