Ο Σούλης της Boom Boom ψάχνει νέο χώρο για τη θρυλική ντισκοτέκ
Ένα χρόνο μετά το κλείσιμο της θρυλικής Boom Boom, ο ιδιοκτήτης Σούλης Καραγιαννίδης ψάχνει χώρο για να μας κάνει ξανά να χορέψουμε κάτω από τη ντισκομπάλα.
Ένα χρόνο μετά το κλείσιμο της θρυλικής Boom Boom, ο ιδιοκτήτης Σούλης Καραγιαννίδης ψάχνει χώρο για να μας κάνει ξανά να χορέψουμε κάτω από τη ντισκομπάλα.
Σχεδόν ένας χρόνος κλείνει φέτος από τη μέρα που η θρυλική ντισκοτέκ Boom Boom στις Τζιτζιφιές κατέβασε ρολά, ύστερα από 45 χρόνια μουσικής ιστορίας. Τέλος εποχής ή ξεκίνημα μιας νέας;
Ο ιδιοκτήτης και ψυχή του μαγαζιού, ο Σούλης Καραγιαννίδης, γνωστός ως Σούλης ο Victorias από το εξίσου θρυλικό μαγαζί των 60s, συνεχίζει ακάθεκτος να ψάχνει τον χώρο που θα στεγάσει εκ νέου την τεράστια δισκοθήκη του, τις αστραφτερές ντισκομπάλες και τα ρετρό φωτιστικά.
«Εγώ αυτή τη στιγμή αντέχω να ανοίξω ένα μαγαζί. Το μαγαζί στις Τζιτζιφιές το πήρα ενώ είχε πολλά προβλήματα. Τα έλυσα όλα νόμιμα», μου λέει.
«Το μαγαζί πήγαινε σφαίρα. Ένα πρωί πέρσι τον Μάιο με παίρνει ο γιος του ιδιοκτήτη: ‘Θέλω το μαγαζί’. Του λέω: ‘Πότε το θέλεις’. ‘Μέχρι τέλος Αυγούστου’. Του απαντάω: ‘Για να φύγω ξαφνικά, πρέπει να σου χρωστάω λεφτά. Κάποιος από τους δυο μας θα κλάψει’. ‘Στον πατέρα σου το είπες;’. ‘Έχει πεθάνει ο πατέρας μου’. Μετά από 45 χρόνια φιλίας, δεν με πήρε ένα τηλέφωνο να μου το πει», περιγράφει.
«’Φτιάξε μου ένα χαρτί γιατί δεν φεύγω με τα λόγια΄, του λέω. Ήμουν τρία χρόνια στα δικαστήρια για αυτή την ιστορία. Το μαγαζί το συντηρούσα και πήγαινε πάρα πολύ καλά μέχρι την ημέρα που έκλεισα, στα τέλη Μαΐου του 2025. Κέρδισα όλα τα δικαστήρια εκτός από το τελευταίο, όπου ο πρόεδρος μου είπε πως βάσει νόμου είχα ήδη καθίσει τρία χρόνια παραπάνω. Την τελευταία μέρα είχα 315 άτομα μέσα· τους αποχαιρέτησα και τους ευχήθηκα τα καλύτερα».
«Τώρα ψάχνουμε να βρούμε ένα μαγαζί. Δεν διαθέτω πολλά χρήματα γιατί είμαι μεγάλος σε ηλικία, αλλά όλος ο εξοπλισμός της Boom Boom είναι φυλαγμένος σε αποθήκη: μηχανήματα, subwoofer, 180 καρέκλες, τραπέζια. Έχουμε το όνομα, ρε φίλε! Το όνομα της Boom Boom είναι πάρα πολύ "ακριβό". Με παίρνουν τηλέφωνο και κλαίνε που έκλεισε».
«Θέλω ένα μαγαζί που να έχει ‘μυρωδιά’ ντισκοτέκ. Δεν με ενδιαφέρουν οι αρπαχτές που κάνουν άλλοι παρουσιάζοντας απλώς μουσική. Κάποιοι πιτσιρικάδες 19 χρονών μου λένε πως παίζουν καλύτερη μουσική από μένα, αλλά οι δίσκοι που έχουν είναι αυτοί που εγώ έχω πετάξει ως χαλασμένους. Μου λένε πως έφτιαξα ‘’σχολή’’ και αυτό με τιμά. Μετά από 50 χρόνια στη νύχτα, φεύγω αλώβητος, αλλά αν βρω το κατάλληλο μαγαζί, θα το ξανακάνω ακριβώς όπως θέλω εγώ».
«Έχω έτοιμο όλο τον φωτισμό, τις μπάλες, τα πάντα. Πριν από μερικούς μήνες με πήρε κάποιος τηλέφωνο και με ρώτησε για τα φωτιστικά, επειδή έμαθε ότι κλείσαμε. Του ξεκαθάρισα πως δεν πουλάω τίποτα ακόμα, δεν έχω βάλει καμία αγγελία. Μου είπε πως θα παλιώσουν, αλλά του απάντησα πως είναι ήδη παλιά, όμως τέτοιες μπάλες σαν αυτές που έχω εγώ δεν υπάρχουν πια στην αγορά, ούτε τις φέρνουν πλέον. Αρκεί να βρούμε έναν χώρο, ακόμα και σε στενό, αρκεί να μην ενοχλούμε τη γειτονιά. Ένα τέτοιο μαγαζί, άλλωστε, δεν χρειάζεται καν διαφήμιση».
«Είμαι πλέον σε μια μεγάλη ηλικία και δεν αξίζει να χαλάσω λεφτά για ενοίκια των 5 και 6 χιλιάδων ευρώ. Αυτό που θέλω είναι να με πάρει τηλέφωνο κάποιος που έχει ήδη ένα μαγαζί για να συνεργαστούμε λογικά».
Η Boom Boom δεν ήταν άλλος ένας χώρος για χορό στις Τζιτζιφιές, αλλά μια ολόκληρη εποχή που χωρούσε μέσα σε μια ντισκομπάλα. Κι οι εποχές, όσο κι αν αλλάζουν, βρίσκουν πάντα τρόπο να επιστρέφουν.
Αν βρεθεί ο κατάλληλος χώρος, το μόνο σίγουρο είναι ότι τα φώτα θα ξανανάψουν, τα subwoofer θα ξαναδονούν τα πατώματα, ο Σούλης θα κάνει τα δικά του και η πίστα θα γεμίσει ξανά με γνώριμα χαμόγελα, σα να μη πέρασε μια μέρα.
Γιατί κάποιες (όμορφες) ιστορίες της αθηναϊκής νύχτας δεν τελειώνουν έτσι απλά.