Ποιος είναι αυτός ο Bad Bunny και γιατί τον βλέπεις παντού σήμερα
Τον ακούς παντού, τον βλέπεις παντού, το όνομά του πετάγεται από playlists μέχρι headlines. Ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο Bad Bunny και γιατί έχει γίνει τόσο μεγάλο θέμα;
Τον ακούς παντού, τον βλέπεις παντού, το όνομά του πετάγεται από playlists μέχρι headlines. Ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο Bad Bunny και γιατί έχει γίνει τόσο μεγάλο θέμα;
Αν τις τελευταίες μέρες έχεις την αίσθηση ότι ο Bad Bunny ξεφυτρώνει παντού –στο Spotify, στα social, στα memes, στις ειδήσεις– δεν είναι ιδέα σου. Δεν μιλάμε απλώς για έναν ακόμα pop star που έτυχε να κάνει επιτυχία, αλλά για έναν καλλιτέχνη που εδώ και χρόνια χτίζει κάτι πολύ μεγαλύτερο: ένα φαινόμενο που συνδυάζει μουσική, ταυτότητα, κουλτούρα και timing. Και αυτή τη στιγμή που μιλάμε, όλα αυτά έχουν κουμπώσει τέλεια μεταξύ τους.
Ο Bad Bunny (κατά κόσμον Benito Antonio Martínez Ocasio) ξεκίνησε όπως πολλοί της γενιάς του: Ανεβάζοντας κομμάτια στο SoundCloud, δουλεύοντας παράλληλα και χωρίς να δείχνει εξαρχής ότι προορίζεται για σούπερ σταρ διεθνούς βεληνεκούς. Τι τον ξεχώρισε; Το ότι δεν προσπάθησε ποτέ να «καθαρίσει» τον ήχο του για να γίνει εύπεπτος. Το reggaeton και το latin trap του ήταν ωμά, σκοτεινά, πολιτικά, συχνά προκλητικά, μιλούσαν τη γλώσσα του δρόμου και όχι των δισκογραφικών. Και κάπως έτσι, αντί να προσαρμοστεί στο mainstream, έσπρωξε το mainstream να προσαρμοστεί σε εκείνον.
Αν κοιτάξεις τη δισκογραφία του στο Spotify, τα Explicit πέφτουν βροχή. Οι στίχοι του είναι συχνά τολμηροί, σεξουαλικοί, άμεσοι, χωρίς διάθεση να στρογγυλέψουν ή να ωραιοποιήσουν καταστάσεις. Αυτό όμως που τον ξεχωρίζει από δεκάδες άλλους καλλιτέχνες του είδους είναι ότι, δίπλα στην πρόκληση, χωράει και η ευαλωτότητα: Μιλά για ζήλια, ανασφάλεια, συναισθηματική εξάρτηση, για το πώς είναι να είσαι άντρας χωρίς να παίζεις συνεχώς τον σκληρό. Με άλλα λόγια, δεν πουλάει απλώς σεξ και ύφος· πουλάει μια πιο σύνθετη εικόνα ανδρισμού, που για πολύ κόσμο μοιάζει απελευθερωτική.
Ο λόγος που αυτές τις μέρες τον βλέπεις παντού είναι απλός: Το Super Bowl. Η εμφάνισή του στο halftime show δεν συζητήθηκε μόνο γιατί ήταν εντυπωσιακή, αλλά γιατί έγινε σχεδόν εξ ολοκλήρου στα ισπανικά. Και εδώ έχει σημασία μια λεπτομέρεια που συχνά περνά απαρατήρητη: Οι Πορτορικανοί είναι Αμερικανοί υπήκοοι, αλλά όσοι ζουν στο Πουέρτο Ρίκο δεν έχουν δικαίωμα ψήφου στις προεδρικές εκλογές. Με άλλα λόγια, ανήκουν θεσμικά στις ΗΠΑ, αλλά παραμένουν πολιτικά στο περιθώριο.
Σε ένα από τα πιο παραδοσιακά, αμερικανοκεντρικά τηλεοπτικά γεγονότα του πλανήτη, ένας Πορτορικανός καλλιτέχνης ανέβηκε στη σκηνή χωρίς να μεταφράσει τον εαυτό του, χωρίς να προσαρμοστεί γλωσσικά ή πολιτισμικά για να γίνει πιο εύπεπτος. Για άλλους ήταν απλώς μουσική. Για άλλους πάλι, ένα καθαρό πολιτισμικό statement για το ποιος θεωρείται –και, κυρίως, ποιος όχι– κομμάτι του αμερικανικού αφηγήματος. Κι αυτή, σε μια εποχή που ο ICE κυνηγά ανελέητα, και ενίοτε σκοτώνει, τους «ξένους» στις ΗΠΑ είναι μια εξαιρετικά επείγουσα συζήτηση.
Ο Bad Bunny έχει γίνει κάτι σαν βαρόμετρο της εποχής: εκπροσωπεί μια γενιά που δεν βλέπει την ταυτότητα ως κάτι μονοδιάστατο, που δεν θεωρεί δεδομένο ότι το αγγλόφωνο είναι το μόνο παγκόσμιο, που δεν φοβάται να φέρει την κουλτούρα της στο προσκήνιο αντί να τη μεταφράσει.
Γι’ αυτό και τον βλέπεις παντού. Όχι επειδή το marketing έκανε καλά τη δουλειά του (αν και την έκανε), αλλά επειδή αυτή τη στιγμή εκφράζει κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα hit. Εκφράζει το πώς αλλάζει το τι θεωρούμε mainstream, και ποιος τελικά έχει θέση εκεί.