Μια γειτονιά, μια ιστορία: Ο ποιητής που έκλεψε το Νομισματικό Μουσείο
Μια σπαρταριστή ιστορία που μας έρχεται από την Αθήνα του 19ου αιώνα έχει για πρωταγωνιστή έναν διάσημο ποιητή, μερικά αρχαία νομίσματα και μια… διπλή ληστεία.
Μια σπαρταριστή ιστορία που μας έρχεται από την Αθήνα του 19ου αιώνα έχει για πρωταγωνιστή έναν διάσημο ποιητή, μερικά αρχαία νομίσματα και μια… διπλή ληστεία.
Το ημερολόγιο γράφει 29 Οκτωβρίου 1887, και μια είδηση συγκλονίζει την Αθήνα: Μεγάλη ληστεία έχει σημειωθεί στο Νομισματικό Μουσείο, που στεγάζεται προσωρινά στον πάνω όροφο του Πανεπιστημίου. Ο δράστης, που έχει πάρει νομίσματα ασύλληπτης αξίας, διαφεύγει στο Παρίσι, όπου τα πουλάει σε αρχαιοπώλες κι από αυτούς… τα ξανακλέβει. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που τα έκλεψε και από το μουσείο στην Αθήνα.
Το καλύτερο; Ο ληστής μας δεν είναι όποιος κι όποιος, αλλά ένας ευυπόληπτος ποιητής της εποχής, τόσο μάλιστα γοητευτικός και ωραίος που καταφέρνει να στήσει μαγαζάκι μέσα στις γαλλικές φυλακές, όπου συρρέουν νεαρές Παριζιάνες για να τους φτιάξει τα παπούτσια.
Θα αφήσουμε όμως τον Γρηγόριο Ξενόπουλο να σου τα πει αναλυτικά, όπως τα έγραψε στο «Η ζωή μου σαν μυθιστόρημα»:
Τον ίδιο εκείνο χρόνο, ή τον άλλον, το νομισματικό Μουσείο, στον απάνω όροφο του πανεπιστημίου, όπου κι η εθνική βιβλιοθήκη, βρέθηκε ένα πρωί λεηλατημένο. Κάποιος είχε κρυφτεί εκεί μέσα από βραδίς, έσπασε τη νύχτα βιτρίνες και συρτάρια, πήρε τα καλύτερα νομίσματα –και θα ’ταν «γνώστης», γιατί άφηνε χρυσά κι έπαιρνε χάλκινα όταν είχαν μεγαλύτερη αξία– βγήκε με γεμάτες τσέπες στην ταράτσα, γλίστρησε ως κάτω από έναν υδραγωγό, κι από δω παν οι άλλοι. Η Αθήνα αναστατώθηκε, η αστυνομία χάλασε τον κόσμο, μα στάθηκε αδύνατο ν’ ανακαλυφτεί ο δράστης.
Σε λίγο, μια απίστευτη, μια καταπληκτική είδηση μας εκεραύνωσε από το Παρίσι: Ο δράστης ήταν ο ωραίος κι αγαπητός μας Περικλής Ραφτόπουλος, ο λόγιος, ο ποιητής, το παιδί από καλή οικογένεια! Πήγε με τα κλοπιμαία νομίσματα στο Παρίσι –εμάς μας είπε πως έφευγε στην πατρίδα του για δουλειά του– τα πούλησε εκεί στους μεγάλους αρχαιοπώλες Φεαρντάν και Ρολλέν, κι ύστερα... τους τα ξανάκλεψε! Είχε μάθει φαίνεται τα κατατόπια του μαγαζιού όσο έκανε τις διαπραγματεύσεις, και μπόρεσε να κρυφτεί μέσα μια νύχτα, όπως κι εδώ στο Μουσείο. Αλλά η αστυνομία του Παρισιού ήταν πιο ικανή απ’ τη δική μας εκείνου του καιρού. Βρήκε και τον κλέφτη και τα χρήματα που είχε πάρει από το αρχαιοπωλείο, και τα νομίσματα που είχε κλέψει δυο φορές. Κι αν δεν απατώμαι, τα περισσότερα ξαναγύρισαν στο Μουσείο μας, που σε λίγο μεταφέρθηκε στη Σιναία Ακαδημία. Έτσι ο Ραφτόπουλος έμεινε στο Παρίσι φυλακισμένος. Αλλά και στη φυλακή ακόμα ήταν συμπαθητικός κι αγαπητός. Είχε μάθει να φτιάχνει τέλεια γυναικεία παπούτσια, και πολλές κομψές Παριζιάνες ποδένονταν στο υποδηματοποιείο της φυλακής, από συμπάθεια στο νεαρό, ωραίο και μορφωμένο φυλακισμένο.
Στάθηκε μια από τις μεγαλύτερες λύπες ο χαμός του Ραφτόπουλου. Τον αγαπούσα, τον θαύμαζα τόσο πολύ, κι ονειρευόμουν γι’ αυτόν τόσο αλλιώτικα και τόσο μεγάλα! Μα και των άλλων της φιλολογικής μας παρέας η συγκίνηση ήταν απερίγραπτη! Ποιος θα πίστευε τέτοιο πράγμα για έναν Περικλή Ραφτόπουλο! Καθένας ωστόσο, εκτός από μένα, που, καθώς είπα κι αλλού, δε μου ’κλεψε ποτέ ούτε καρφίτσα –θυμόταν διάφορα πράγματα που είχε χάσει και, μετά την αποκάλυψη, συμπέραινε πως του τα είχε πάρει εκείνος: λεξικά, άλλα ακριβά βιβλία, κοσμήματα και καθεξής. Τότε θυμηθήκαμε πως ήταν κι ο ταμίας της εφημερίδας μας. Κι εξηγήσαμε πώς η είσπραξη έπεφτε από φύλλο σε φύλλο, ενώ η κυκλοφορία έμενε η ίδια.