Μια γειτονιά, μια ιστορία: Πού ήπιαν για πρώτη φορά μπύρα οι Αθηναίοι;
Όχι, δεν έχει σχέση ο Φιξ. Ούτε το εργοστάσιό του. Η γειτονιά είναι ο Κεραμεικός, και η μπύρα μόνο η αρχή. Έχουμε και επικούς καυγάδες.
Όχι, δεν έχει σχέση ο Φιξ. Ούτε το εργοστάσιό του. Η γειτονιά είναι ο Κεραμεικός, και η μπύρα μόνο η αρχή. Έχουμε και επικούς καυγάδες.
Μια φορά κι έναν καιρό, το μακρινό 1834, τη χρονιά δηλαδή που η Αθήνα γίνεται για πρώτη φορά πρωτεύουσα του νεόκοπου ελληνικού κράτους, ανοίγει στη γωνία της Ιεράς Οδού με τη Μεγάλου Αλεξάνδρου μια μπυραρία. Πράσινο Δεντρί τη λένε, και μαζεύονται εκεί Βαυαροί αξιωματικοί (σε περίπτωση που δεν το θυμάσαι, βασιλιάς της Ελλάδας τότε είναι ο Όθωνας), ξένοι διπλωμάτες, ενίοτε κι ο ίδιος ο βασιλιάς, που έρχεται για να παίξει Κέγκελμπαν, τη γερμανική εκδοχή του μπόουλινγκ η οποία κάνει τότε θραύση στας Ευρώπας.
Στα τραπεζάκια του Πράσινου Δεντριού, οι θαμώνες –ανάμεσά τους και Αθηναίοι, που τους Βαυαρούς δεν τους γουστάρουν, αλλά περισσότερα γι’ αυτό σε λίγο– δοκιμάζουν για πρώτη φορά μπύρα, η οποία καταφτάνει εισαγόμενη από το Μόναχο, καθότι ο Φιξ δεν έχει ανοίξει ακόμα το εργοστάσιό του (αυτό θα γίνει σε τριάντα ακριβώς χρόνια, το 1864) οπότε εγχώρια παραγωγή δεν υπάρχει. Για να την κρατάνε παγωμένη, χρησιμοποιούν χιόνι, το οποίο φέρνουν από την Πάρνηθα.
Στο Πράσινο Δεντρί, το οποίο διαθέτει εστιατόριο, αναγνωστήριο, αίθουσα χορού και κήπο, είναι που οι Αθηναίοι ακούν πρώτη φορά κλασική μουσική και όπερα. Κάθε Κυριακή απόγευμα με συνοδεία βαυαρικής ορχήστρας, οι θαμώνες χορεύουν ευρωπαϊκούς χορούς μέχρι τα μεσάνυχτα, πράγμα σκανδαλώδες για τους συντηρητικούς κύκλους της πόλης.
Οι καυγάδες ξεσπούν σε τακτική βάση, συχνά υποκινούμενοι από φανατικά αντι-οθωνικούς ποιητές και συγγραφείς σαν τον Αχιλλέα Παράσχο και τον Δημήτρη Παπαρρηγόπουλο, που συχνάζουν εδώ.
Γράφει, ας πούμε, η Ελένη Πριοβόλου στο Όπως ήθελα να ζήσω:
Έφτασε ως την Ιερά Οδό και μπήκε στο βαυαρικό καφενείο «Το Πράσινο Δεντρί». Οι Βαυαροί είχαν στήσει τρικούβερτο γλέντι, καταναλώνοντας με τα βαρέλια την μπίρα, ενώ μια παρέα Ελλήνων νεαρών μάλλον δυσανασχετούσε. Ο Ρωμαίος, παριστάνοντας τον αμέτοχο, κάθισε σε ένα τραπεζάκι κοντά στην ελληνική συντροφιά. [...] Κάποια στιγμή ένας εξ αυτών, νεαρός ωραίος με σγουρή θυσανωτή κόμη και γλυκιά ματιά, Αχιλλέας Παράσχος το όνομα, χτύπησε τη γροθιά στο τραπέζι και άρχισε να τραγουδά πάντα ψιθυριστά, αλλά με ένταση και πάθος: «Έως πότε η ξένη ακρίδα / έως πότε κουφός Βαυαρός...» Άρπαξαν το σύνθημα οι λοιποί και συνέχισαν στον ίδιο συνωμοτικό τόνο: «...θα βυζαίνει τη δόλια πατρίδα / εγερθείτε αδέλφια, καιρός».
[...] οι νεαροί σηκώθηκαν με μια αστραπιαία κίνηση και έριξαν την μπίρα και κατάβρεξαν τους γλεντοκόπους Βαυαρούς, προτού το βάλουν στα πόδια, τραγουδώντας το θούριό τους. Μέσα σε λίγη ώρα μόνο μπαταριές έφταναν στ’ αυτιά του.
Μετά την έξωση του Όθωνα και την αποχώρηση των Βαυαρών από την Αθήνα, το Πράσινο Δεντρί παρακμάζει. Στη θέση του, αργότερα, από το 1874 για να ακριβολογούμε, λειτουργεί το πρώτο Καφέ Σαντούρ της Ελλάδας, το Πανανθών.
Τα Καφέ Σαντούρ, που μπορεί να τα ξέρεις με το δημοφιλέστερο όνομα Καφέ Αμάν, είναι λαϊκά καφενεία στα οποία δύο ή τρεις τραγουδιστές, οι αμανετζήδες, αυτοσχεδιάζουν στιχάκια, που συχνά παίρνουν τη μορφή διαλόγου μεταξύ τους, σε ελεύθερο ρυθμό και μελωδία. Το επαναλαμβανόμενο επιφώνημα «αμάν αμάν» ανάμεσα στους στίχους, που έδωσε στα καφενεία το όνομά τους, χρησιμεύει για να κερδίζουν χρόνο ώσπου να σκεφτούν τον επόμενο αυτοσχεδιασμό. Τα τραγούδια τους, όπως πιθανότατα μαντεύεις, τα λένε αμανέδες.