Η Αθήνα του Μπρουταλισμού: Μια βόλτα στα παρεξηγημένα μεγαθήρια της πόλης
Ξέχνα για λίγο τα αγαπησιάρικα νεοκλασικά, και ακολούθησέ μας σε μια βόλτα στην «σκληρή» αρχιτεκτονική της Αθήνας, που ταιριάζει γάντι με τον γκρίζο χειμωνιάτικο ουρανό.
Ξέχνα για λίγο τα αγαπησιάρικα νεοκλασικά, και ακολούθησέ μας σε μια βόλτα στην «σκληρή» αρχιτεκτονική της Αθήνας, που ταιριάζει γάντι με τον γκρίζο χειμωνιάτικο ουρανό.
Μπρουταλισμός, ο: Αρχιτεκτονική που δεν προσπαθεί να κερδίσει συμπάθειες, δεν καμουφλάρει τα υλικά της, δεν έχει ανάγκη την έγκρισή σου. Γεννήθηκε μεταπολεμικά, με βασικά χαρακτηριστικά το εμφανές σκυρόδεμα, τις βαριές γεωμετρίες και την απόλυτη προτεραιότητα στη λειτουργικότητα. Άνθισε κυρίως σε χώρες που είχαν ανάγκη να χτίσουν γρήγορα, μαζικά και χωρίς περιττές ευγένειες. Αν σκέφτηκες το πρώην ανατολικό μπλοκ, είσαι μέσα –αν και αξίζει να αναφέρουμε ότι γεννέτειρά του υπήρξε η Μεγάλη Βρετανία, κι ας έχει συνδεθεί στη συλλογική μας συνείδηση με τη Σοβιετική Ένωση.
Στην Αθήνα, ο μπρουταλισμός δεν έφτασε ποτέ επίσημα. Δεν υπήρξε οργανωμένο ρεύμα, ούτε αρχιτέκτονες που να δήλωσαν ποτέ μπρουταλιστές. Ωστόσο, η πόλη είναι γεμάτη αναφορές στη φιλοσοφία του: Πανεπιστημιουπόλεις, δημόσιες υπηρεσίες, συγκροτήματα υποδομών, κατασκευές των δεκαετιών ’60 και ’70 που υιοθέτησαν το ωμό μπετόν, τη βαριά κλίμακα και την ιδέα «δεν θέλω να είναι όμορφο, να κάνει τη δουλειά του θέλω».
Να σου πούμε, όμως, κάτι; Έχει κι αυτό τη γοητεία του, ιδιαίτερα αν το σκεφτείς υπό το πρίσμα μιας προσέγγισης βαθιά ανθρωπιστικής, που λέει πως, ειδικά σε περιόδους ισχνών αγελάδων, η αισθητική έπεται της επίλυσης προβλημάτων και της κάλυψης βασικών αναγκών. Για να μην το πάμε κι ένα βήμα παραπέρα, στο ότι ο υπερβολικός στολισμός δημιουργεί καμιά φορά την τεχνητή απόσταση που προκύπτει από το δέος για έναν πλούτο που απευθύνεται σε λίγους εκλεκτούς. Καλός χρυσός ο Τσίλλερ, ξέρεις πόσο τον αγαπάμε, αν είχαμε τα λεφτά και τους μισθούς της χώρας του δεν θα είχαν γίνει αντιπαροχές τα 550 από τα 600 κτίριά του. Κλείνει η παρένθεση, πάμε τώρα μια βόλτα στην Αθήνα του (περίπου) Μπρουταλισμού.

Ίσως η φωτογραφία που θα σου φέρει πιο πολύ απ’ όλες στο μυαλό τον σοβιετικό μπρουταλισμό, τον ορίτζιναλ, τον ορθόδοξο (τη βοηθάει και το ασπρόμαυρο, όλα να τα λέμε) είναι αυτή από τις εστίες του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, που σχεδιάστηκαν από τους αρχιτέκτονες Κώστα Φινέ και Ντίνο Παπαϊωάννου το 1974.

Η πρώτη σχολή που μετοίκησε από το κέντρο στου Ζωγράφου, εγκαινιάζοντας αυτό που σήμερα λέμε Πανεπιστημιούπολη (το 1976 έγινε αυτό, αν αναρωτιέσαι) σε ένα κτίριο σχεδιασμένο από τους αρχιτέκτονες Λάζαρο Καλυβίτη και Γιώργο Λεονάρδο έτσι ώστε να παντρεύει τις μοναστηριακές αναφορές με ολίγο από μπρουταλισμό. Ή, όπως καλύτερα το θέτει εδώ ένας από τους αγαπημένους μας σύγχρονους περιηγητές της πόλης, «ο σχεδιασμός επιχειρεί να εισάγει μια μοντέρνα εκδοχή της μοναστηριακής λιτότητας και [των] λαϊκών συγκροτημάτων του ελλαδικού χώρου, με μερικές μπρουταλιστικές αξιώσεις (κώδικας Le Corbusier). Οι όψεις του κτιρίου είναι από εμφανές σκυρόδεμα, [με] μια τάση πλαστικότητας».

Μπορεί να μοιάζει πια αγνώριστη, αν όμως κοιτάξεις προσεκτικά, θα την δεις: Η αρχική μορφή της με τους κυβικούς όγκος από μπετόν είναι ακόμα εκεί, αριστουργηματικά ενσωματωμένη στο κτίριο που ξέρεις σήμερα. Το σχέδιο ήταν των Παύλου Μυλωνά και Δημήτρη Φατούρου, με συνεργάτη αρχιτέκτονα τον Δημήτρη Αντωνακάκη, που επιλέχθηκαν ανάμεσα σε 40 προτάσεις τις οποίες κατέθεσαν 75 αρχιτέκτονες στον διαγωνισμό που προκηρύχθηκε το 1956. Η φωτογραφία που βλέπεις επάνω είναι από τα εγκαίνια του 1976 (εδώ βίντεο από το αρχείο της ΕΡΤ).

Μακράν το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα μπρουταλιστικής αρχιτεκτονικής στην Αθήνα, το Πολεμικό Μουσείο με τις εμφανείς Bauhaus αναφορές του, σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Θουκυδίδη Βαλεντή, κατασκευάστηκε επί Χούντας, και εγκαινιάστηκε το 1975. Με την αυστηρή του γεωμετρία, τους συμπαγείς όγκους και τις πλατιές, αδιαπέραστες επιφάνειες, μοιάζει να υιοθετεί τη λογική του μπρουταλισμού όχι ως στιλιστική δήλωση αλλά ως εργαλείο εξουσίας: Εδώ η αρχιτεκτονική δεν χαμηλώνει τον τόνο, δεν «σπάει» για να σε βάλει μέσα, αλλά στέκεται επιβλητική και απόμακρη. Είναι από εκείνα τα δημόσια κτίρια που δεν προσπαθούν να γίνουν αγαπητά· προτιμούν να είναι αδιαμφισβήτητα –ίσως και λιγάκι τρομακτικά.

Στοίχημα ότι δεν το έχεις προσέξει ποτέ έτσι όπως έρχεσαι και φεύγεις βιαστικά, κοίτα το, όμως, ίσα που προλαβαίνεις: Ένας τόνος λειτουργικής ωμότητας που, στη δική μας ανάγνωση, συναντιέται ξεκάθαρα με το πνεύμα του μπρουταλισμού. Εμφανές υλικό, δομική ειλικρίνεια, και μια σχεδόν ατρόμητη απουσία διακόσμησης, σε ένα κτίριο που χτίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 για να κάνει ακριβώς αυτό που λέει η εισαγωγή μας, να εξυπηρετήσει μια πολύ συγκεκριμένη ανάγκη. Και παραμένει, εξήντα χρόνια αργότερα, ποτισμένο από αυτό το πνεύμα.