Άγνωστες πτυχές της ζωής του Θανάση Βέγγου

Η γνωριμία με τον Κούνδουρο στη Μακρόνησο, τα δύσκολα χρόνια της χρεωκοπίας και άλλες μικρές και άγνωστες πτυχές της ζωής του καλού μας ανθρώπου.

Άγνωστες πτυχές της ζωής του Θανάση Βέγγου

Μια μέρα σαν και αυτή στις 3 Μαΐου του 2011, ο ένας και μοναδικός «Θανάσης» των Ελλήνων φεύγει από κοντά μας.

Ο Θανάσης Βέγγος ήταν πολλά παραπάνω από ένας κωμικός, ήταν ένα ολόκληρο κεφάλαιο στον παλιό και σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο, αλλά και ένας πανέμορφος χαρακτήρας, χαρισματικός, στοργικός, φιλάνθρωπος.

Θυμόμαστε μερικές από τις άγνωστες πτυχές της ζωής του, όπως τις περιέγραψε ο ίδιος αλλά και άνθρωποι που τον έζησαν από κοντά.

Σε μια από τις ελάχιστες συνεντεύξεις που έδινε τότε, στο περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος» το 1971, ο Βέγγος αναφέρεται στον άνθρωπο που τον έβγαλε στο πανί και αυτός δεν ήταν άλλος από τον Νίκο Κούνδουρο. 

«Αν δεν συναντιόμαστε στο Στρατό, δεν θα υπήρχε στο πανί ούτε Θανάσης, ούτε Βέγγος. Δούλευα σ' ένα πατάρι τα δέρματα. Στο Στρατό μαζευτήκαμε μια ομάδα για να σκαρώσουμε μια παράσταση. Ο Κούνδουρος ήταν σκηνογράφος. Μια μέρα μου λέει: Θανάση, όταν απολυθούμε θα παίξεις σε μια ταινία που θα φτιάξω. Γύρισα στο πατάρι κι ούτε που το θυμόμουνα. Έτσι, όταν ήρθε να με βρει, δεν είχα καμιά διάθεση πια κι αρνήθηκα. Η επιμονή του όμως ήταν τέτοια, που στο τέλος με κατάφερε. Γυρίστηκε η Μαγική Πόλη και βρέθηκα μέσα σ' ένα καινούργιο κόσμο, που ταυτόχρονα αποτελούσε και μια λύση για το οικονομικό μου πρόβλημα. Έπαιζα τρίτους ρόλους και δούλευα σαν φροντιστής για ένα κομμάτι ψωμί. Αυτή είναι η αρχή». Κάποια στιγμή όμως, επειδή ένιωσε πως πνιγόταν, όπως έλεγε, αποφάσισε να κάνει τη δική του εταιρεία παραγωγής.

Το 1965 ο Βέγγος αποφασίζει να φτιάξει τη δική του εταιρία ταινιών «Θου Βου, ταινίες γέλιου», με στόχο του να έχει περισσότερη καλλιτεχνική ελευθερία. Μερικές από τις κορυφαίες παραγωγές της εταιρείας ήταν τα Φανερός Πράκτωρ 000, Τρελλός Παλαβός και Βέγγος και Ποιος Θανάσης!!. Όμως αν και οι παραγωγές της είχαν πολύ μεγάλη απήχηση, η εταιρία πτώχευσε λόγω κακής οικονομικής διαχείρισης και έκλεισε το 1969.

«4.000.000 δραχμές χρέος, αυτή ήταν η αμοιβή μου», είχε πει στην ίδια συνέντευξη. «Τρεις κλητήρες κάθε πρωί έξω απ’ την πόρτα μου κι από ολόκληρη την εταιρία έμεινε μονάχα ένα τηλέφωνο. Σ’ αυτήν την τραγική κατάσταση, ο Φίνος ήταν μια λύση. Του εκχώρησα όλες μου τις ταινίες. Τώρα του χρωστάω γύρω στα 2.000.000 και γυρίζω ταινίες για λογαριασμό του έναντι του χρέους».

Χαρακτηριστική (και αρκετά στενάχωρη), είναι και η παρακάτω σπάνια φωτογραφία από τον «Δόκτωρ Ζιβέγγο», στην οποία εμφανίζεται κατεβάζει την ταμπέλα της εταιρίας του.

Η καθοριστική για την καριέρα του γνωριμία με τον Κούνδουρο πάντως, ήταν αρκετά… κινηματογραφική αν τη δει κανείς με τωρινό βλέμμα. Ο Κούνδουρος, όντας εξόριστος στη Μακρόνησο, είχε ζητήσει να τον αφήσουν να πάει να μείνει στο βουνό χωρίς φαΐ και χωρίς νερό ενδεχομένως, «αρκεί να μην τους βλέπει και να μην τον βλέπουν», είχε δηλώσει.

«Το δέχτηκαν! Την πρώτη μέρα τράβηξα για το βουνό, βρήκα ένα μέρος να κάτσω και βάλθηκα να ατενίζω την απέραντη μοναξιά του τοπίου. Ξάφνου, ένας γρήγορος, αεράτος τύπος εμφανίζεται κρατώντας κάτι πασσάλους στα χέρια του και δυο τρία κομμάτια ύφασμα. Δεν μου μιλάει, δεν του μιλάω και σε ελάχιστα λεπτά με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις στήνει ένα αντίσκηνο! Το δικό μου αντίσκηνο! “Τι κάνεις;” τον ρωτάω. “Θα πεθάνεις εδώ πάνω” απάντησε σοβαρός και συνέχισε τη δουλειά. Για όλες τις επόμενες μέρες, για όσο καιρό έζησα σαν αγρίμι, εξόριστος μέσ’ στην εξορία, ο ίδιος τύπος πηγαινοερχόταν κάθε μέρα διανύοντας μια τεράστια απόσταση από το στρατόπεδο ίσαμε το βουνό μόνο και μόνο για να μου φέρνει φαγητό να τρώω να μην πεθάνω. Ήταν ο Θανάσης Βέγγος, η απαρχή μιας μεγάλης φιλίας πάνω απ’ όλα».

Σε αφιέρωμα της «Espresso», ο Παύλος Κοντογιαννίδης περιγράφει την πρώτη ημέρα που ο ηθοποιός βγήκε στη σύνταξη. «Ήρθε στο θέατρο με ένα κουτί γλυκά, συνήθως μας έφερνε γαλακτομπούρεκα. Τον ρωτήσαμε “τι γιορτάζουμε, Θανάση;” και μας απάντησε “πήρα τη σύνταξή μου, 75.000 δρχ., και έφερα γλυκά για να σας κεράσω».

Στο ίδιο αφιέρωμα, ο αείμνηστος Κώστας Τσάκωνας έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις… τρύπιες τσέπες του Βέγγου. Όπως λέει, όταν πληρωνόταν τη δεκαημερία από το θέατρο, γυρνούσε στο σπίτι και δεν είχε να δώσει δραχμή στην γυναίκα του. «Κι αυτό γιατί στο θέατρο έρχονταν χήρες και ορφανά για να τις βοηθήσει. Στις δε χρυσές εποχές, όταν περνούσε με τη βέσπα του από την Ομόνοια, σταματούσε σε όποιον του άπλωνε το χέρι για να τον ελεήσει».

Το 1994, ο Φοίβος Δεληβοριάς αποφάσισε να φτιάξει ένα τραγούδι ραπ, στο οποίο όπως λέει «μόνο ένας άνθρωπος μπορούσε να με βοηθήσει» και δεν ήταν άλλος από τον Θανάση Βέγγο. Ο Βέγγος δέχτηκε την πρόταση, όμως όπως περιγράφει ο Δεληβοριάς «είχε μια σχεδόν πανικόβλητη έκφραση στο πρόσωπό του, κοίταζε δεξιά κι αριστερά σαν χαμένος», στο στούντιο.

«Αισθάνθηκα φρικτά. Το ψέμα της παιδικής μου ηλικίας, μάλλον ήταν γραφτό να παραμείνει ψέμα. Σηκώθηκα αποφασιστικά και του είπα ‘Κύριε Βέγγο, αν δεν σας αρέσει το τραγούδι, στ’ αλήθεια δεν υπάρχει κανένας λόγος να αισθάνεστε υποχρεωμένος να το πείτε’. Με κοίταξε σαν να τον ξυπνούσα από όνειρο και είπε ‘Όχι, δεν φταίει το τραγούδι. Το στούντιο θέλει σφουγγάρισμα!’».

Ζήτησε λοιπόν σφουγγαρίστρα και κουβά και αφού έκανε τον θάλαμο λαμπίκο, μπήκε και το τραγούδησε με την πρώτη.

Με τη γυναίκα του, Ασημίνα, υπήρξαν μαζί από τις αρχές τις δεκαετίας του ’50, ενώ το ’56 παντρεύτηκαν και παρέμειναν παντρεμένοι μέχρι τον θάνατό του. «Της πήγαινα πάγο στο σπίτι. Δούλευα σε γαλακτοπωλείο. Ανέβαινα τον λόφο Σκουζέ με 100 χιλιόμετρα. Πιστέψτε με! Με τον πάγο στο χέρι. Η μία ποριά άνοιγε, η άλλη έκλεινε. “Είστε πολύ καλή”, της έλεγα. “Μακάρι να ήταν όλες οι πελάτισσες σαν κι εσάς”», περιέγραφε ο ίδιος για τη γνωριμία τους.

Η ίδια όταν ο Θανάσης φύγει από τη ζωή θα πει: «Ο Θανάσης ήταν τρομερά ευαίσθητος άνθρωπος. Είχε πονέσει πολύ στη ζωή του. Πέρασε πολλές πίκρες και ταλαιπωρίες για να γίνει αυτό που έγινε. Είχε παλέψει πολλές φορές για να σταθεί όρθιος. Δεν ήταν του χαρακτήρα του να πηγαίνει σε εκδηλώσεις που θα του κάνουν το τραπέζι. Πάντα ήθελε να πληρώνει ο ίδιος. Έτσι ένιωθε. Ωστόσο δύο φορές που μίλησε δημόσια άρχισε τα κλάματα. Και στο σπίτι έτσι του έβγαινε όταν θυμόταν κάποιες στιγμές που τον είχαν στιγματίσει».

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v