«Η Ελλάδα ίσως και να μην υπάρχει, ίσως και να είναι μια ωραία ψευδαίσθηση»

«Η Ακρόπολη δεν είναι ιδιοκτησία μας, είναι και των Γιαπωνέζων, είναι και όλων». Μια μέρα σαν κι αυτή, γεννιέται ο ανεπανάληπτος Μανώλης Ρασούλης.

«Η Ελλάδα ίσως και να μην υπάρχει, ίσως και να είναι μια ωραία ψευδαίσθηση»

Το τραγούδι υπάρχει εδώ και εκατομμύρια χρόνια, από τότε που πρωτοκραύγασε ο άνθρωπος. Όταν είδε το φεγγάρι, όταν είδε τον εαυτό του στο νερό και λοιπά. Κάτι ήθελε να πει, οπότε άρχισε τους βρυχηθμούς με έναν ρυθμικό τρόπο. Πολύ αργότερα, χιλιάδες χρόνια μετά, ήρθε η δισκογραφία. Στην Ελλάδα ήρθε μόλις το 1930. Ο κύριος Μάτσας και οι συν αυτώ θέλανε να μας αποδείξουν τελευταία ότι το τραγούδι υπάρχει μόνον επειδή υπάρχει η δισκογραφία. Αλλά και ότι το τραγούδι, για να το εγκλωβίσουνε μέσα σ’ αυτό το σχήμα, είναι απλώς μια ευτελής ανταλλακτική αξία, που έχει μια ωφελιμότητα. Όπως είναι το πλαστικό ποτηράκι που πίνουμε νερό. Η ουσία όμως δεν είναι το πλαστικό ποτηράκι, είναι το νερό. Διότι χωρίς νερό γκαγκαρώνουμε.

Ευτελίζεις λοιπόν το τραγούδι και το θεωρείς μόνο μια ανταλλακτική αξία, δηλαδή ίσον με τη γραβάτα. Αλλά γραβάτα φέρνεις από το Μιλάνο, φέρνεις από την Ταϊβάν, απ’ όπου θες. Το ελληνικό τραγούδι φύεται εδώ πέρα, μέσα στην ποιότητα της έντασης με την οποία μιλάμε και επικοινωνούμε. Εκεί παράγεται, όχι στα θερμοκήπια των ιδιωτικών καναλιών: εκεί που συγχρωτίζονται οι άνθρωποι και κοιτάζονται στα μάτια. Το τραγούδι, μέσα στις σύγχρονες συνθήκες, έχει και εθνική αξία, και ψυχική διάσταση, και ανταλλακτική αξία.

Αυτό που βίωσα εγώ το ’65 ήταν ότι η κοινωνία ήτανε σ’ ένα παλμό, δεν ήτανε στον καναπέ ακόμα. Κάναμε τις πορείες ειρήνης, με ένα εκατομμύριο κόσμο. Θυμάμαι ας πούμε τον Χρήστο τον Λεοντή, στο Μαραθώνα, να διευθύνει την Καταχνιά. Θέλω να σου πω δηλαδή πώς γίνεται η μετάλλαξη, από το 1965 στο 2006. Το ’65 έχουμε αξίες, υπάρχει – σχετικά – εθνική οντότητα, έχουμε μια ιερή αυταπάτη ότι η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει και ότι θα την φτιάξουμε, θα την βιομηχανοποιήσουμε κλπ., ως αποκορύφωμα δε της δημιουργικής λογιστικής ήρθε και το σύνθημα «ισχυρή Ελλάδα», όλα αυτά. Μέχρι που φύγαμε από τη φασολάδα, πήγαμε στο σνίτσελ και γίναμε Γιουρόπιανς. Και καλά να γίνουμε Γιουρόπιανς, αλλά να γίνουμε, όχι να είμαστε χωρίς να είμαστε.

Κοίτα, και ο Θεοδωράκης δεν ήθελε τα λαϊκά τραγούδια και τον έπεισε ο Χατζιδάκις να αρχίσει να γράφει. Βλέπεις δηλαδή ότι από έναν δεξιό πείστηκε ο αριστερός. Είναι μια διαλεκτική αυτό και μια άλγεβρα στα πράγματα. Όταν λέμε Αριστερά, δεν εννοούμε ένα άθροισμα σχημάτων και τούβλων που πετάμε στους αντιπάλους. Ούτε ο μαρξισμός είναι κάτι που εξ αντικειμένου υπάρχει. Όχι παιδιά, το ποδήλατο θα πέσει άμα δεν γυρνάνε οι ρόδες. Ζούμε σε μια δύσκολη εποχή και πρέπει να βάλουμε στο τραπέζι εντίμως τα πεπραγμένα μας και τα δεδομένα μας, τα ευαίσθητα και τα αναίσθητα, για να τα ξεψαχνίσουμε. Σαν να λέμε, συν Αθηνά και χείρα κίνει.

Ο Σαββόπουλος έχει μια μοναδικότητα, οριοθέτησε κάτι μέσα στο ελληνικό τραγούδι, έφερε κάτι καινούργιο, έναν ενισχυμένο υποκειμενισμό. Ανάμεσα στις εποποιίες του Θεοδωράκη «Είμαστε δυο, είμαστε τρεις», εκείνος έλεγε «και φοβάμαι το καημένο». Αυτό ήταν το καινούργιο, που αγαπήθηκε από ένα μεγάλο πλήθος. Μου έκανε εντύπωση ότι όταν ήρθε στην Αθήνα, ήξερε να πιάνει τρία ακόρντα μόνο, αλλά είχε μια αυτοπεποίθηση απίστευτη.

Μια φορά, είχα ένα πιάτο πατάτες στο φούρνο και τρώγαμε με τον Σαββόπουλο -εμένα μου έστελνε κατά καιρούς ο πατέρας μου λεφτά, αλλά κατά τα άλλα υπήρχε μεγάλη πείνα. Και του λέω: «Ρε Διονύση, ποιος είναι ο καλύτερος στο ελληνικό τραγούδι;». Και μου απαντάει: «Ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις και εγώ». Και λέω μέσα μου «τι λέει; μουρλάθηκε αυτός!». Και όμως, ήξερε τι έλεγε ρε παιδιά, ήξερε από τότε το μέγεθός του. Μετά είχε αφηνιάσει, έγραφε συγκλονιστικά τραγούδια, μες στη δικτατορία είχαμε μαζευτεί και ακούγαμε «τη νύχτα αυτή / η αστυνομία μάζευε τους αλήτες απ’ το πάρκο» και μας είχε σηκωθεί η τρίχα. Κάθε μέρα που έβγαζε τραγούδια ήταν μια μαγεία. Στους Αχαρνείς δούλεψα δυο χρόνια και ήταν για μένα μια θητεία και μια μαθητεία. Ο Σαββόπουλος είναι δάσκαλος. Παρόλη την ιδεολογική του ατσουμπαλοσύνη, ως τραγουδοποιός και δραματουργός έχει μια μοναδικότητα. Δεν νομίζω ότι η Ελλάδα θα βγάλει άλλον.

Τώρα γίνεται μια προσπάθεια να ταυτίσουμε τη χώρα με την ορθόδοξη εκκλησία, αλλά αυτή είναι μια φέτα μόνο του κέικ. Υπάρχουν χιλιάδες Έλληνες οι οποίοι δεν είναι μέσα στην ορθόδοξη εκκλησία και οι οποίοι ψάχνουν, είναι άθεοι, ακολουθούν διάφορες σχολές και αυτό έχει ενδιαφέρον. Πάντα θα υπάρχει μια ποικιλία ανθρώπων, όπως στην αρχαία Ελλάδα όπου ο ένας ήταν στυλίτης και ο Διογένης ήταν σε ένα πιθάρι. Το Σύνταγμα προστατεύει την ανεξιθρησκία.

Δεν νομίζω ότι ταυτίζεται η ορθόδοξη εκκλησία με την έννοια «Ελλάδα». Η Ελλάδα είναι κάτι πιο βαθύ, ίσως και να μην υπάρχει, ίσως και να είναι μια ωραία ψευδαίσθηση. Η πραγματικότητά μας που έχουμε βιώσει μέσα στο ελληνικό τραγούδι, το βίωμα του καθημερινού ανθρώπου, του Μάρκου Βαμβακάρη, του Τσιτσάνη, έχει και μία αυστηρότητα στη προσέγγιση μιας αλήθειας που βιώνουν οι Έλληνες. Το κάθε φαινόμενο έχει το δικαίωμα να έχει την Οδύσσειά του, να απλωθεί, να χαθεί σε χώρες τροπικές εξωτικές, αλλά μετά πρέπει να ξαναγυρίσει στην Ιθάκη, δηλαδή στην απλότητα.

Υπάρχει ένα κόμπλεξ των νεοελλήνων απέναντι στους Ευρωπαίους· επειδή νιώθουμε κατώτεροι χρησιμοποιούμε τους αρχαίους Έλληνες για να τη βγούμε ως ανώτεροι. Αυτό είναι το θέμα και με τα Ελγίνεια, που λέμε ότι μας ανήκουν. Μα αυτή η κληρονομιά ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα, η Ακρόπολη δεν είναι ιδιοκτησία μας, είναι και των Γιαπωνέζων, είναι και όλων, αν πούμε ότι αυτή είναι η κορυφαία στιγμή του ανθρώπινου πνεύματος. Και οι Κινέζοι ανήκουν και αυτοί σε μας.

Αποσπάσματα από συνεντεύξεις του στα Μουσικά Προάστια και τον Αλέξη Βάκη για την εφημερίδα Εποχή 

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v