Είδαμε την Σονάτα του Σεληνόφωτος στο Θέατρο Δρόμος

Ο συγκλονιστικός μονόλογος του Γιάννη Ρίτσου παίρνει μια άλλη διάσταση και απογειώνεται σε μια ατμοσφαιρική παράσταση δια χειρός Εμμανουήλ Γ. Μαύρου.

Είδαμε την Σονάτα του Σεληνόφωτος στο Θέατρο Δρόμος

Η «Σονάτα του σεληνόφωτος», του Γιάννη Ρίτσου σε σκηνοθεσία Εμμανουήλ Γ. Μαύρου ανεβαίνει στο θέατρο Δρόμος στο πλαίσιο του αφιερώματος, «Ημερολόγιο», που διοργανώνει η ομάδα Μήδεια στον Γιάννη Ρίτσο.

Η «Σονάτα του σεληνόφωτος» (1956), η πρωϊμότερη από τις μακρές συνθέσεις της «Τέταρτης Διάστασης», σημαδεύει, με την ιδιότυπη μορφή και ατμόσφαιρά της, το ξεκίνημα μιας νέας εποχής, όχι μόνο για το έργο του Γιάννη Ρίτσου (1909-1990), αλλά και για την ελληνική ποίηση γενικότερα.

Το έργο

Το 1956 ο Γιάννης Ρίτσος γράφει την πρώτη -και ίσως ωραιότερη- εκτενή ποιητική σύνθεση από τις 17 της Τέταρτης Διάστασης, που αναδείχθηκε σ’ ένα από τα πιο αγαπημένα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας , τη Σονάτα του Σεληνόφωτος, για την οποία και έλαβε το κρατικό βραβείο ποίησης.

Η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», από τους πιο αγαπημένους ποιητικούς μονολόγους του Ρίτσου, μια εκ βαθέων εξομολόγηση, αναφέρεται στη διάσημη σονάτα του Λούντβιχ Μπετόβεν, το πρώτο μέρος της οποίας συνοδεύει την ιδιαίτερη αυτή εξομολόγηση της Γυναίκας με τα μαύρα, μέρος κι αυτό της σκηνοθεσίας του ποιήματος.

Πρόκειται για μια ικεσία για ζωή κι ελπίδα. Εκείνη καταθέτει την ψυχή της, ένα κύκνειο άσμα, έχει μια εντελώς διαφορετική θεώρηση του χρόνου και του χώρου σε σχέση με τον απαθή και αμέτοχο νεαρό δίπλα της. Εκείνος την κοιτάζει σα να είναι εξωγήινος.

Η παράσταση

Η φωνή του Ρίτσου, στην αρχή του έργου βάζει το πλαίσιο. Ο ποιητής μιλά μέσα από τον στίχο του και τους ηθοποιούς. Διαπιστώνει με πόνο ότι ζούμε σε μια σπείρα, όπου το ατελεύτητο συναντά το απέραντο. Η αέναη διαδρομή της ζωής, τα ίδια πάντα για όλους. Η γέννηση, η φθορά και ο θάνατος. Επίσης σκηνοθετεί, ενημερώνει «Ἀπ᾿ τὰ δυὸ παράθυρα μπαίνει ἕνα ἀμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα νὰ πῶ ὅτι ἡ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα ἔχει ἐκδώσει δυό-τρεῖς ἐνδιαφέρουσες ποιητικὲς συλλογὲς θρησκευτικῆς πνοῆς. Λοιπόν, ἡ Γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα μιλάει στὸν νέο».

Η γυναίκα με τα μαύρα κλείνει τα μάτια για να ατενίσει το φως του φεγγαριού. Περιγράφει τη λύπη της όχι τόσο που ασπρίσαν τα μαλλιά της, παρά που άσπρισε η καρδιά της και κάθε τόσο τον παρακαλά να την αφήσει να πάει μαζί του, όπου πάει εκείνος, λες και μπορεί, λες και θα ανέτρεπε ό,τι την περιβάλλει σε αυτή την ηλικία για να φύγει μαζί του, με ένα αβέβαιο τέλος. Είναι μια ουτοπική παράκληση, κάτι το απονενοημένο.

Ο νεαρός (Γιώργος Λιάκος), τροβαδούρος της αγάπης, τραγουδά μοναδικά, εκφραστικά, έτσι που συγκινεί τους θεατές, τους μαγεύει με την υπέροχη φωνή του, όπως μαγεύει βέβαια και τη γυναίκα με τα μαύρα (Μαριάννα Λαγουρού). Είναι η σαγηνευτική διαφυγή από την πνιγηρή στασιμότητα των γηρατειών.

Εκείνος τραγουδά τον Ρίτσο σε μουσική Θεοδωράκη «Νάχα το αθάνατο νερό». Να μπορούσε για μια στιγμή να της δώσει την δυνατότητα να ζήσει το όνειρό της, να διαφύγει από τη φθορά, από τον θάνατο.

Η γυναίκα με τα μαύρα έχει μια ενεργή ματιά. Το βλέμμα της ενεργοποιεί τον θεατή και τον φέρνει στο δικό της αδιέξοδο και απελπισία της. Κοιτά με λύπη τα ορφανά της χέρια. Η ζωή και οι χαρές της περιορίζονται. Είναι άπειρα αυτά που θα ήθελε να κάνει, που όμως δεν μπορεί πια. Διακρίνεται από μια ικετευτική μελαγχολία. Καθώς λέει είχε πάντα μανία με τα μαντήλια. Στα χέρια της κρατά ένα μαντήλι και το διπλώνει. Τα χέρια της με το μαντήλι είναι σα να λένε χίλιες λέξεις.

Το σπίτι αυτό ζει από τους νεκρούς του, με τους νεκρούς του. Έχει κατάθλιψη βλέποντας μια ζωή να περνά τόσο άδοξα και τόσο αναπόφευκτα.

Η «Σονάτα» παίρνει μια άλλη διάσταση με την ερμηνεία της Μαριάννας Λαγουρού σε σκηνοθεσία Εμμανουήλ Γ. Μαύρου. Το σεληνόφωτο προσκαλεί σε αναπολήσεις και αναστοχασμούς. Το φως του φεγγαριού από το παράθυρο, η φωτογραφία της γυναίκας, όταν ήταν νέα, τόσο όμορφη και τόσο δυναμική, μαζί και η παρουσία του όμορφου τροβαδούρου φέρνουν τη γυναίκα αυτή μπροστά στον εαυτό της, στους ευσεβείς πόθους της, τα όνειρα που εγκατέλειψε, και νιώθει την ανάγκη να απολογηθεί. Οι εικόνες ζωντανεύουν και μαζί με αυτές τα συναισθήματα. Η ταύτιση της γυναίκας με την παροπλισμένη, κουρασμένη αρκούδα του αρκουδιάρη, που δείχνει την «ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου» είναι οδυνηρή. Είναι σα να μιλά για τον εαυτό της, που λέει ευχαριστώ στη ζωή, όπως οι αρκούδες αυτές με τα πληγωμένα χείλη.

Ο νεαρός κάνει να φύγει, εκείνη τον ακολουθεί για λίγο, αναπόφευκτη η απόκλιση. Εκείνος γελά και αναχωρεί. Πώς να συμπορευτεί το γήρας με τα νιάτα, πώς να ακολουθήσει το ένα το άλλο;

Την διδασκαλία της υπέροχης κίνησης επιμελήθηκαν η Δάφνη Μαρκάκη και η Εύη Καρακώστα.

Μια εκ βαθέων ερμηνεία της Μαριάννας Λαγουρού, που αναλύει κινησιολογικά και εκφραστικά το μεγαλειώδες αυτό ποίημα. Μουσική δεξιοτεχνία, κιθάρα, τραγούδι του Γιώργου Λιάκου και ολοκληρωμένη, μελετημένη σκηνοθεσία από τον Εμμανουήλ Γ. Μαύρο.

Ταυτότητα της παράστασης

Συγγραφέας: Γιάννης Ρίτσος

Επιμέλεια επιλογής κειμένων & ποιημάτων / Σκηνοθεσία: Εμμανουήλ Γ. Μαύρος

Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης, Μίκης Θεοδωράκης, Θάνος Μικρούτσικος, Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν, Allen Grey

Σκηνικά – Art Director: Ρένα Σανταμούρη με την RS Architecture + Design Studio

Φωτισμοί / Φωτογράφιση: Χριστίνα Φυλακτοπούλου

Κινησιολογία: Δάφνη Μαρκάκη, Εύη Καρακώστα

Κουστούμια: Ρένα Σανταμούρη

Μουσική Επιμέλεια & Ηχητικός Σχεδιασμός: Γιώργος Λιάκος, Μανώλης Πετρής

Post Production & Editing: Μανώλης Πετρής

Οργάνωση Παραγωγής: Εμμανουήλ Γ. Μαύρος

Επικοινωνία & Δημόσιες Σχέσεις: Ειρήνη Λαγουρού

Παραγωγή: Medea Pictures

Παίζουν:

Γυναίκα με τα Μαύρα η Μαριάννα Λαγουρού

Νεαρός ταξιδευτής του χρόνου ο Γιώργος Λιάκος

 

 

 

 

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v