Ο Πάμπλο Νερούδα έγραφε για τον έρωτα όπως κανείς άλλος

Είσαι σε μουντ για ρομαντζάδα; Έχουμε πέντε ποιήματα του Πάμπλο Νερούδα που θα σου ζεστάνουν την καρδιά.

Ο Πάμπλο Νερούδα έγραφε για τον έρωτα όπως κανείς άλλος

Ο μεγάλος ποιητής του έρωτα, ο Χιλιανός στον οποίο η Ιζαμπέλ Αλιέντε αναφέρεται ως ο Ποιητής σκέτο, ο Πάμπλο Νερούδα έγραφε για τον έρωτα όπως δεν έγραψε ποτέ κανείς. Και αν δεν μας πιστεύεις, θα μιλήσουμε με αποδείξεις.

Γέλα στη νύχτα,
στη μέρα στο φεγγάρι,
γέλα στις στριφτές
στράτες του νησιού,
γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο
αγόρι που σ’ αγαπά,
μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω,
όταν τα βήματά μου φεύγουν,
όταν γυρνούν τα βήματά μου,
αρνήσου μου το ψωμί, τον αγέρα,
το φως, την άνοιξη,
μα ποτέ το γέλιο σου
γιατί θα πέθαινα.

*

Σε έχω μετά βίας αφήσει,
είσαι μέσα μου, κρυσταλλένια,
ή τρέμοντας,
ή με ανησυχία, πληγωμένη από μένα,
ή κυριευμένη από αγάπη, όπως όταν τα μάτια σου
κλείνουν μπροστά στο δώρο της ζωής
αυτό που και τώρα και πάντα σου δίνω.

Αγάπη μου,
βρήκαμε ο ένας τον άλλο
διψασμένο και ήπιαμε
όλο το νερό και το αίμα,
βρήκαμε ο ένας τον άλλο
πεινασμένο
και με δάγκωσες και σε δάγκωσα
σαν η φωτιά να δάγκωνε
αφήνοντας πληγές επάνω μας.

Μα περίμενέ με,
φύλαξε για μένα τη γλυκύτητά σου,
Θα σου δώσω, ακόμη,
ένα τριαντάφυλλο.

*

Σε ονόμασα βασίλισσα.
Υπάρχουν ψηλότερες από σένα, ψηλότερες.
Υπάρχουν αγνότερες από σένα, αγνότερες.
Υπάρχουν ομορφότερες από σένα, ομορφότερες.
Αλλά εσύ είσαι η βασίλισσα.

Όταν περπατάς στο δρόμο
κανείς δε σε αναγνωρίζει.
Κανένας δε βλέπει το κρυστάλλινο σου στέμμα, κανένας δεν κοιτάζει
το από κόκκινο χρυσό χαλί
που πατάς καθώς περνάς,
το χαλί δεν υπάρχει.

Κι όταν εμφανίζεσαι
όλοι οι ποταμοί ακούγονται
στο κορμί μου, καμπάνες σείουν τον ουρανό
κι ένας ύμνος γεμίζει τον κόσμο.

Μονάχα εσύ κι εγώ,
μονάχα εσύ κι εγώ, αγάπη μου,
τον ακούμε.

*

Για την καρδιά μου αρκεί το στήθος σου,
για την ελευθερία σου τα φτερά μου.
Από το στόμα μου θα φτάσει ως τον ουρανό
αυτό που ήταν κοιμισμένο στην ψυχή σου.

Σε σένα βρίσκεται η συγκίνηση της κάθε μέρας.
Φτάνεις σαν τη δροσιά στους κάλυκες.
Υπέσκαπτες με την απουσία σου τον ορίζοντα.
Αιώνια σε φυγή όπως το κύμα.

Είπα πως τραγούδαγες στον άνεμο
όπως τα πεύκα κι όπως τα κατάρτια.
Όπως αυτά είσαι ψηλή και λιγομίλητη.
Και θλίβεσαι σαν το ταξίδι.

Φιλική σαν παλιό μονοπάτι.
Σε κατοικούνε ήχοι και φωνές νοσταλγικές.
Εγώ τα ξύπνησα και κάποτε μεταναστεύουν
τα πουλιά που κοιμούνται στην ψυχή σου.

*

Πόσο έχεις στ’ αλήθεια πονέσει,
ώσπου να ‘βρεις τα χούγια μου,
ώσπου να βρεις την ψυχή μου τη μονάτη κι ανήμερη
και τ’ όνομά μου που όλους τους κάνει και τρέμουν.
Πόσες και πόσες φορές δεν είδαμε το φως του αυγερινού
να μας φιλάει τα μάτια
και πάνω απ’ τα κεφάλια μας το χάραμα κυκλοδίωκτο
ν’ ανοίγει ωσάν ριπίδιο.
Τα λόγια μου σε μούσκεψαν θωπεύοντάς σε.
Καιρός πάει πολύς που αγάπησα
το ηλιόλουστο σώμα σου, το μαργαριταρένιο.
Και πιστεύω έτσι πως εγώ είμαι ο κύριος
του σύμπαντος όλου.
Θα σου φέρω απ’ τα βουνά λουλούδια εξαίσια,
κλέλιες, ζουμπούλια
και βελανίδια γεράνια, κι ένα κοφίνι φιλιά.

Θέλω να κάνω μαζί σου
αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v