Umberto Eco: «Η ομορφιά είναι βαρετή»

Μεταξύ «τύρου και αχλάδου» ο σπουδαίος Ιταλός διανοούμενος Umberto Eco συναντά σε γεύμα συντάκτη των FT και μιλά, μετά από πολύ καιρό, για την ομορφιά, την τηλεόραση και το έργο του μέχρι σήμερα. Και είναι απλά απολαυστικός.
Πηγή: FT.com

του Jan Dalley

Μπορώ να σας αποκαλύψω σε αποκλειστικότητα τον τίτλο του επόμενου διηγήματος του Umberto Eco. Θα λέγεται «Η Τελευταία Νύχτα του Ναπολέοντα». Ή «Ο Εραστής του Κοπέρνικου». Ή ίσως «Η πτώση του Σπιτιού του Όσκαρ Ουάιλντ». Ή πάλι ίσως «Η Ψυχή των Ζώων σε Επανάληψη».

Ο εύστροφος Ιταλός νοβελίστας και καθηγητής σημειωτικής γράφει αυτούς τους εναλλακτικούς τίτλους σε ένα μικρό χαρτάκι που εμφανίζει μαγικά από μια τσέπη, στο τέλος του γεύματός μας στο εστιατόριο J. Sheeky, στο Covent Garden. Μία εξαιρετική επιλογή από άποψη φαγητού, αλλά μία καταστροφή για την συνέντευξη λόγω της φασαρίας από τον κόσμο και τα μαχαιροπίρουνα.

Η απομαγνητοφώνηση δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Ευτυχώς υπάρχει το χαρτί. Ανάμεσα στους τίτλους που αναφέρω παραπάνω, οι θαυμαστές του έργου του θα εντόπισαν αναφορές σε αγαπημένα θέματα (ο ίδιος είπε κάποτε πως ο Όσκαρ Ουάιλντ θα έπρεπε να συλληφθεί για τον απαίσιο πεζό λόγο του στα ερωτικά του γράμματα), και δεν θα εκπλαγούν όταν εκείνος προσθέτει χαριτολογώντας ότι πρόκειται φυσικά για πείραγμα, μία φάρσα.

Φάρσες, πειράγματα, παζλ, αναξιόπιστες αφηγήσεις και διανοητικοί λαβύρινθοι έχουν αποτελέσει χαρακτηριστικά γνωρίσματα της πεζογραφίας του Eco από τότε που η επιτυχία του «Ονόματος του Ρόδου», το 1980, του άλλαξε τη ζωή. Το δεύτερο διήγημά του, «Το Εκκρεμές του Φουκώ», το 1988, σκιαγραφούσε ολόκληρη την πλοκή του «Κώδικα Ντα Βίντσι» σε μερικές μόνο παραγράφους. Ο Borges και ο James Joyce βρίσκονται ανάμεσα στο λογοτεχνικό του πάνθεον. Αλλά αυτό το μικρό παιχνίδι λέξεων είναι μία πράξη καλοσύνης. Όταν συναντηθήκαμε, ο Eco είχε μόλις προσγειωθεί στο Λονδίνο μετά από ένα εξαντλητικό πενθήμερο στη Νέα Υόρκη: Είναι κουρασμένος και υπό την επήρεια jet lag, δεν είναι καλά, ανησυχεί ότι δε μου δίνει αρκετά για τη συνέντευξή μας.

Χωρίς ιδιαίτερη όρεξη, αποφασίζει να φάει αστακό (χωρίς βούτυρο ή λάδι) και να πιει ουίσκι (σύμφωνα με τις εντολές του γιατρού, αφού πρέπει να αποφεύγει τη ζάχαρη). Κοντόχοντρος αλλά γεροδεμένος και με μούσι, μοιάζει πολύ με άνθρωπο που κατσαδιάζεται συχνά από τον γιατρό του αλλά δεν υπολογίζει τίποτα. Θυμάμαι φευγαλέα ότι αυτός ο 75χρονος με το πολύπλοκο μυαλό είχε χαρακτηριστεί κάποτε ως «bon viveur των διανοούμενων» αλλά καταλήγω ότι αυτός ο τίτλος είναι πολύ μικρός για να περιγράψει το τεράστιο και ποικίλο έργο του: περισσότερα από 40 βιβλία, συμπεριλαμβανομένων ακαδημαϊκών έργων στη σημειωτική, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνική κριτική, καθώς και δοκίμια, διηγήματα και δημοσιογραφικά κείμενα.

Τα δύο βιβλία που εξέδωσε ο Eco το περασμένο φθινόπωρο αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα της «γκάμας» του. Το ένα είναι το «Turning Back the Clocks: Hot Wars and Media Populism» (= Γυρνώντας τα Ρολόγια Πίσω: Καυτοί Πόλεμοι και Λαϊκισμός των Μέσων), μία συλλογή κειμένων που κάνουν τον Eco το ακριβές μοντέλο της ευρωπαϊκής «δημόσιας διανόησης», που μπορεί να κινηθεί με την ίδια ευκολία τόσο στην «υψηλή» όσο και στη «χαμηλή» κουλτούρα και που μπορεί να απευθύνεται στο κοινό του μέσω των σύγχρονων μέσων. Το άλλο είναι μία εικονογραφημένη επιτομή «On Ugliness» (= Στην Ασχήμια), συνοδευτική έκδοση του «On Beauty» (=Στην Ομορφιά) του 2004. Οι εικόνες του από τέρατα και γκροτέσκες φιγούρες, σφαγές και ακρωτηριασμούς είναι πλουσιοπάροχες: Θα έλεγα, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, ότι είναι ένα όμορφο και πολυτελές βιβλίο για την ασχήμια.

«Ναι, και το να κάνω ένα τέτοιο βιβλίο είναι πιο διασκεδαστικό από το βιβλίο για την ομορφιά, γιατί η ομορφιά είναι βαρετή. Η ομορφιά είναι βαρετή γιατί είναι προβλέψιμη. Ακόμα και η ίδια η αναζήτηση των εικόνων που συμπεριέλαβα ήταν πιο ενδιαφέρουσα – έπρεπε να κοιτάω στα περιθώρια των ζωγραφιών, και στα περιθώρια της παράδοσης.»

Η ομορφιά είναι εκτός μόδας για πολλούς σοβαρούς καλλιτέχνες από τις αρχές του 20ου αιώνα, λέει, αλλά «η έννοια της ομορφιάς έχει μεταναστεύσει στην τέχνη που απευθύνεται στο ευρύ κοινό, και στο σχέδιο. Είμαστε περικυκλωμένοι από αντικείμενα που θέλουν να είναι όμορφα» (αγγίζει την αλατιέρα, το μαγνητόφωνό μου, το δικό του BlackBerry).

Μα δεν ενδιαφέρεται η νεώτερη γενιά για την ασχήμια με έναν διαφορετικό τρόπο, φλερτάροντας μαζί της με το piercing και τα τατουάζ, επιδεικτικά αψηφώντας τις έννοιες της ομορφιάς;

«Τις δικές μας έννοιες της ομορφιάς, ναι, αλλά αυτές είναι έννοιες που αλλάζουν συνεχώς. Θα πρέπει να υπάρξει και ένα τρίτο βιβλίο «Στην Γοητεία». Η γοητεία είναι κάτι άλλο – μπορεί να βασίζεται σε μία ματιά, στον τρόπο που κουνάς ένα δάχτυλο. Η Barbara Streisand, για παράδειγμα, έχει μεν απαίσια μύτη, έχει όμως και κάτι άλλο. Υπάρχουν και άλλες αξίες: Η γοητεία και η αισθησιακότητα (sexiness).»

Στα μακροσκελή κείμενα του Eco για την πολιτική και την εποχή της τηλεόρασης αναγνωρίζει τη δύναμη της γοητείας: «Στις εκλογές του 2001, είχαμε τον Berlusconi -ο οποίος είναι νάνος- αλλά έχει γοητεία.»

Και επανέρχεται στο θέμα μας. «Ξέρεις, έχω γράψει συνολικά 40 βιβλία, αλλά είμαι διάσημος στην Ιταλία για μερικές μόνο φράσεις μου από ένα κείμενο του 1961, στην τηλεοπτική εκπομπή με τα κουίζ Buongiomo, όπου απέδειξα πως σε κάθε πολιτισμό οι άνθρωποι πάντα ήθελαν να λατρεύουν ανώτερα πλάσματα – τους Έλληνες θεούς, τους ιππότες της στρογγυλής τραπέζης, τους υπερήρωες. Αλλά η τηλεόραση αντιλήφθηκε ότι ενώ το είδωλο ήταν κάποτε η Greta Garbo, κανείς δεν θα μπορούσε να είναι σαν την Greta Garbo, τώρα το μοντέλο είναι το συμπαθητικό κορίτσι που μοιάζει με όλα τα άλλα – κανείς και καμιά δεν χρειάζεται να νιώθουν κατώτεροί της. Και η τηλεόραση μας δίνει επίσης το εξιλαστήριο θύμα, πάνω στο οποίο ο καθένας μπορεί να εξασκήσει την δική του αίσθηση υπεροχής. Με αυτή την έννοια η τηλεόραση έφερε μία ριζική αλλαγή.»

Ο Eco είναι το πλέον κατάλληλο άτομο να μιλήσει για την τηλεόραση αφού την έχει ζήσει από τα γεννοφάσκια της: Έχει εργαστεί σε πολιτιστικά προγράμματα του ιταλικού καναλιού RAI από το 1955. Έπειτα μετανάστευσε στις εκδόσεις Casa Editrice Bompiani στο Μιλάνο (όπου έμεινε μέχρι το 1975), ενώ ταυτόχρονα έγραψε και τα πρώτα του βιβλία που τον καθιέρωσαν ως σημαντικό σχολιαστή της μεσαιωνικής ιστορίας και αισθητικής. Το 1959, επίσης, ξεκίνησε να γράφει μία τακτική στήλη για το μηνιαίο τεύχος II Veri αφιερωμένη στην avant-garde γλωσσολογία και φιλοσοφία. Από τότε και μετά η πολλαπλή του καριέρα -στα ακαδημαϊκά, τη δημοσιογραφία και από το 1980 και μετά στην πεζογραφία- επεκτάθηκε με τρόπο παράλληλο.

Για δεκαετίες έγραφε άρθρα σε στήλες του ιταλικού τύπου, πιο πρόσφατα για την εβδομαδιαία L’Espresso. Ο τίτλος τους «La Bustina di Minerva», συνοψίζει το πνευματικό πρότζεκτ του Eco. Σημαίνει «το σπιρτο-βιβλίο της Μινέρβα» (η Μινέρβα είναι μάρκα σπίρτων καθώς και θεά των τεχνών), περιπαίζοντας έτσι με την ιδέα ότι ο Eco, ο αρθρογράφος, προχειρογράφει τις βαθιές του σκέψεις στο πίσω μέρος ενός βιβλίου με σπίρτα. Είναι δύσκολο να ξέρουμε πού ακριβώς μετατρέπεται η διανοητική έρευνα σε σάτιρα ή έστω αγνή κωμωδία (ο Eco κάποτε ανέπτυξε μια θεωρία για τους υπολογιστές, λέγοντας ότι οι Macintosh είναι Καθολικοί ενώ οι MS-DOS Προτεστάντες, που αν το σκεφτεί κανείς είναι πολύ έξυπνο).

Πολλά από τα άρθρα του έχουν συγκεντρωθεί -τα γνωστότερα από αυτά είναι το Misreadings (Παρερμηνείες) και το How to Travel with a Salmon (Πώς να ταξιδεύετε με έναν σολομό)- ενώ υπάρχουν, επίσης, και έργα αμιγούς φιλοσοφίας, όπως το Kant and the Platypus (Ο Καντ και ο Πλατύπους). Στη γλώσσα και τη λογοτεχνική κριτική σχηματίζεται μία ακόμα εντυπωσιακή λίστα έργων, συμπεριλαμβανομένων των Six Walks in the Fictional Woods (Έξι Βήματα στα Φανταστικά Δάση), Experiences in Translation (Εμπειρίες στη Μετάφραση) και περισσότερα από ένα που επικεντρώνονται στο έργο του James Joyce.

Το 1968 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο στην θεωρητική σημειωτική με τίτλο The Absent Structure (Η Απούσα Δομή), το οποίο αναθεωρήθηκε και εκδόθηκε ξανά ως Η Θεωρία της Σημειωτικής το 1976. Το 1971 έγινε ο πρώτος καθηγητής σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, τίτλος που κατείχε μέχρι πριν μερικές εβδομάδες.

«Ναι», μου λέει πίνοντας τον καφέ του, «εδώ και…» -κοιτάει το ρολόι του- «λίγες μόνο μέρες βγήκα σε σύνταξη. Θα κρατήσω, όμως, το γραφείο μου - έχω το πρώτο Οβάλ Γραφείο, παλαιότερο από αυτό του Λευκού Οίκου. Ήταν κομμάτι ενός μεγάρου που εξαγόρασε το πανεπιστήμιο, με μυστικές εισόδους.»

Κατά τη διάρκεια του καφέ βγάζει μία μικρή πίπα και τη βάζει στο στόμα του. Είναι το τελευταίο καταφύγιο του μοναχικού καπνιστή, να τη ρουφά σβηστή -«για να παίρνω λίγη νικοτίνη»- και έτσι να μην γκρινιάζει κανείς στο πολύβουο εστιατόριο. «Πολλές φορές προκαλούμαι στα εστιατόρια, και έτσι αναγκάζομαι να τους λέω ότι όχι, δεν είναι καπνός, είναι κοκαΐνη», και μου απαντούν «α, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα!» - γελάει με την καρδιά του.

Όποτε αναφέρω το ενδεχόμενο ενός ακόμα διηγήματος, ο Eco κάνει τη χαρακτηριστική κίνηση του «σιγά-σιγά» με τις παλάμες στραμμένες προς τα κάτω. «Κάθε διήγημα μου παίρνει έξι χρόνια, ανάμεσα μάλιστα στο Ρόδο και το Εκκρεμές του Φουκώ μεσολάβησαν οχτώ χρόνια, και το τελευταίο μου [Η Μυστηριώδης Φλόγα της Βασίλισσας Λοάνα, το 2004] γράφτηκε πριν μερικά χρόνια, οπότε…» Δεν πολυθέλει να μιλήσει για ένα ακόμα μυθιστόρημα – παρόλο που είναι ευφράδης στο θέμα της αφήγησης και τη σημασία της. Έτσι για να μου κλείσει το στόμα στην ερώτηση αυτή, και επειδή είναι ώρα να φεύγουμε, αλλά και επειδή είναι ευγενής, ο Umberto Eco μου δίνει ένα μικρό δώρο: Τον τίτλο του επόμενου διηγήματός του. Ή ίσως πρόκειται απλά για μια φάρσα.

Πηγή: FT.com
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v