Brigitte Bardot: "Ζω ήσυχα τώρα"

Το άλλοτε απόλυτο θηλυκό, η Brigitte Bardot, έφτασε τα 73, παραμένει όμως γοητευτική. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην Carolyn Reynier των FT, ανοίγει την καρδιά και... τα σπίτια της, και αποκαλύπτει γιατί πια προτιμά την ήσυχη ζωή. 
της Carolyn Reynier

Το 1969 η Brigitte Bardot έγινε η πρώτη γαλλίδα που συμβόλισε τη «Marianne», το σπουδαιοφανές διακοσμητικό πρόσωπο της Γαλλικής Δημοκρατίας. Αφού αποσύρθηκε από τον κινηματογράφο, έγινε επιφανής εκπρόσωπος των δικαιωμάτων των ζώων. Το 2001 δέχθηκε το US Peta Humanitarian Award.

Γεννηθήκατε στο Παρίσι το 1934.

Η μαμά με γέννησε στο διαμέρισμά της στην Place Violet στη 15η συνοικία. Δεν έχω μνήμες από εκείνο το σπίτι- μετακομίσαμε όταν ήμουν μόνο μερικών μηνών.

Για πού;

Για ένα μεγάλο διαμέρισμα 5ου ορόφου στη λεωφόρο de la Bourdonnais, δίπλα στο Champ de Mars και τον Πύργο του Άιφελ. Ήταν ένα όμορφο κτίριο, επενδυμένο με πέτρα και καγκελωτά μπαλκόνια με θέα στη λεωφόρο, παρκέ πάτωμα σε όλα τα δωμάτια, λευκούς τοίχους με ακρογείσια, έπιπλα εποχής.

Όταν η αδερφή μου, Marie Jeanne, γεννήθηκε εκεί το1938, εγώ πήγα να ζήσω με τους παππούδες μου, που είχαν ένα όμορφο διαμέρισμα με έπιπλα Λουδοβίκου XV στη Rue Raynouard, στη 16η συνοικία. Η Mijanou –αυτό ήταν το ψευδώνυμό της και το δικό μου Bribri- και εγώ μοιραζόμασταν πάντα το ίδιο δωμάτιο. Κατοικίδια δεν είχαμε. Δεν ήταν στο στιλ των γονιών μου. Όταν ο μπαμπάς πήγε στον πόλεμο, η αδερφή μου, η μητέρα μου και εγώ μετακομίσαμε σε δύο επιπλωμένα δωμάτια, σε ένα σπίτι στη Δινάρδη (βόρεια Βρετάνη). Δεν το θυμάμαι πολύ καλά- ήμουν πέντε. Λίγο καιρό αργότερα επιστρέψαμε στο διαμέρισμά μας στο Παρίσι.

Και μετά;

Μετακομίσαμε στη Rue de la Pompe στη 16η συνοικία- σε ένα θεσπέσιο, τεράστιο διαμέρισμα με τζάκια σε κάθε δωμάτιο και μπαλκόνια γύρω-γύρω που έβλεπαν στην Place de la Muette. Εκεί πέρασα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια. Έχω μόνο μία τραγική μνήμη από αυτό το διαμέρισμα. Οι γονείς μου είχαν βγει έξω και είχαν αφήσει την αδερφή μου και εμένα με την υπηρέτρια. Ενώ παίζαμε, σπάσαμε ένα κινέζικο βάζο που η μαμά αγαπούσε πολύ.

Η υπηρέτρια απολύθηκε και εμάς μας έδειρε ο μπαμπάς. Αλλά η τιμωρία της μαμάς ήταν πολύ χειρότερη- επέμεινε από εκείνη τη μέρα και μετά να τους απευθυνόμαστε στον πληθυντικό, σαν να είμαστε ξένοι. Εγώ ήμουν επτά, η Mijanou τέσσερα. Πολύ αργότερα, όταν ο μπαμπάς πέθανε το 1975, μου έδωσε πάλι άδεια η μαμά να της απευθύνομαι στον ενικό. Την αρνήθηκα.

Και διακοπές;

Περνάγαμε τις διακοπές μας στο σπίτι της γιαγιάς Bardot στο Louveciennes, 20 χλμ. από το Παρίσι. Ήταν ένα μεγάλο, νορβηγικό σαλέ έξι δωματίων, όλο από λευκό ξύλο, τοίχοι και πατώματα, σε ένα πάρκο με υπεραιωνόβια δέντρα. Η Mijanou –της ανήκει τώρα- και εγώ μοιραζόμασταν το ίδιο δωμάτιο με τη φίλη μου Chantal, που ερχόταν μαζί στις διακοπές.

Παντρευτήκατε το σκηνοθέτη Roger Vadim το 1952. Πού ζούσατε όταν κάνατε το «Και ο Θεός έπλασε τη Γυναίκα»;

Ο Vadim, εγώ και ο Clown, ένα εκπληκτικό μαύρο κόκερ σπάνιελ που μου είχε χαρίσει, βολευτήκαμε σε ένα μικρό διαμέρισμα με καθιστικό και κρεβατοκάμαρα στην Rue Chardon Lagache στο Παρίσι, το οποίο είχε αγοράσει ο μπαμπάς. Το 1956 η ταινία Et Dieu créa la femme έγινε παγκόσμια επιτυχία, εκτινάσσοντας με από ηθοποιό σε σταρ.

Αποφάσισα τότε να αγοράσω μία μεζονέτα στους τελευταίους δύο ορόφους ενός κτιρίου στην λεωφόρο Paul Doumer, στη 16η συνοικία, δίπλα ακριβώς στο Τροκαντερό. Επειδή λατρεύω τις φλόγες της φωτιάς, ζήτησα να μου τοποθετήσουν τζάκι. Χρειάστηκε να τρυπήσουν το ταβάνι για την καμινάδα. Ήμουν πολύ χαρούμενη. Ήταν το πρώτο δικό μου σπίτι. Ήμουν 22. Έμεινα εκεί για 15 χρόνια.

Το 1959 παντρευτήκατε τον ηθοποιό Jacques Charrier.

Το αγαπημένο μου σπιτάκι σύντομα μετατράπηκε σε χρυσό κλουβί. Πολιορκούταν από τον τύπο. Δε μπορούσα να βγω στη βεράντα μου. Ζούσα με όλες τις κουρτίνες κλειστές έτσι ώστε οι φωτογράφοι που ήταν κρυμμένοι στα γύρω κτίρια να μη μπορούν να εισβάλλουν στην προσωπική μου ζωή με τους τηλεφωτογραφικούς φακούς τους.

Δε μπορούσα να πάω καν στο μαιευτήριο –περισσότεροι από 100 δημοσιογράφοι είχαν κατασκηνώσει στο ισόγειο του κτιρίου μου, μπλοκάροντας τις δύο εξόδους. Γέννησα το γιο μου, Nicolas, στο σπίτι τον Ιανουάριο του 1960.

Πότε είδατε για πρώτη φορά τη La Madrague;

Στις 15 Μαΐου το 1958 η μαμά τηλεφώνησε να πει πως πουλιέται ένα σπίτι στο Saint Tropez, πάνω στη θάλασσα. Υπήρχε μεγάλη ζήτηση οπότε έπρεπε να αποφασίσω γρήγορα. Πήρα αμέσως το τρένο και ανακάλυψα τη La Madrague, έναν μικρό παράδεισο θαμμένο ανάμεσα σε δέντρα και λουλούδια, με τη θάλασσα να μοιάζει σα να μπαίνει στο σαλόνι. Την επόμενη μέρα, για καλό ή για κακό, υπέγραψα το συμβόλαιο και αγόρασα αυτό το θησαυρό. Ακόμα ζω εδώ.

Εκείνη την εποχή οι ανέσεις στη La Madrague ήταν τουλάχιστον περιορισμένες. Δεν υπήρχε καν τρεχούμενο νερό. Έπρεπε να αντλούμε νερό από ένα πηγάδι. Μπορεί να μη μου αρέσουν οι φανταχτερές εκφάνσεις πολυτέλειας αλλά θέλω την άνεσή μου, έτσι ανέλαβα μεγαλεπήβολα οικοδομητικά έργα. Έφτιαξα πισίνα και, δυστυχώς, δύο μεγάλους τοίχους σε κάθε πλευρά του οικοπέδου που ξεπερνούν τα 10 μέτρα ύψος και μειώνουν τη θέα στη θάλασσα, για να με προστατεύουν από τους εισβολείς που δεν το είχαν σε τίποτα να έρχονται και να μπαίνουν κατευθείαν στο καθιστικό μου.

Και τώρα;

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, βλέπω τα κρουαζιερόπλοια να πλέουν μπροστά από τα παράθυρά μου κάθε μισή ώρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, γεμάτα τουρίστες που ακούν την ιστορία της La Madrague σε πέντε γλώσσες. Στο μονοπάτι που περνάει δίπλα από την περιουσία μου υπάρχει μία μόνιμη ακολουθία από περίεργους ανθρώπους που μου χτυπάνε το κουδούνι για να με δούνε. Αυτή είναι η αρνητική του πλευρά.

Έχετε κάποιο αγαπημένο δωμάτιο;

Η κρεβατοκάμαρά μου. Λατρεύω να τεντώνομαι στο κρεβάτι τα απογεύματα και να διαβάζω, να λύνω σταυρόλεξα, να τηλεφωνώ στους φίλους μου ή να κάθομαι στο γραφείο μου και να απαντώ σε όλα τα γράμματα που μου στέλνουν.

Από το παράθυρο που προεξέχει βλέπω εκπληκτικά ηλιοβασιλέματα πάνω στη θάλασσα, τα ανταριασμένα κύματα τις βροχερές μέρες και, μακριά, στην άλλη άκρη της όχθης, το μικρό νεκροταφείο των ναυτικών του Saint Tropez, όπου βρίσκονται θαμμένοι οι γονείς μου. Όπως και στα άλλα δωμάτια, έχει παλιά δοκάρια, οι τοίχοι είναι λευκοί και καλυμμένοι με βιβλία και φωτογραφίες.

Πού ζήσατε με τον Gunter Sachs;

Όταν παντρεύτηκα τον Gunter, το 1966, άφησα το διαμέρισμά μου στη λεωφόρο Paul Doumer, για το υποτίθεται πολυτελέστερο δικό του στη λεωφόρο Foch. Ήταν τεράστιο, με ψεύτικα μάρμαρα, ψεύτικο τζάκι, ψεύτικη φωτιά και θέα πάνω σε μία από τις ομορφότερες λεωφόρους του Παρισίου.

Στους τοίχους υπήρχαν σπασμένα βιολιά Arman, καμβάδες και γλυπτά των Dalí, Léonor Fini, Bacon, Magritte, Klein, Picasso, César ... και αμέτρητες φωτογραφίες από τις εξαίσιες θηλυκές κατακτήσεις του Gunter. Η παραμονή μου εκεί ήταν προσωρινή. Επέστρεψα στη λεωφόρο Paul Doumer. Αλλά παραμείναμε πολύ καλοί φίλοι.

Αποσυρθήκατε το 1973.

Είχα κουραστεί από την προσποίηση, το στρες, τη «λάμψη». Αποφάσισα να αφήσω τον κινηματογράφο και να αφιερωθώ αποκλειστικά στην πρόνοια των ζώων. Η μετάβαση ήταν δύσκολη. Πολλοί πίστεψαν ότι επρόκειτο απλά για το καπρίτσιο μιας σταρ. Αλλά ποτέ δεν άλλαξα την απόφασή μου. Το 1986 δημιούργησα το δικό μου ίδρυμα.

Από μία μικρή αρχή –ένα μικρό δωμάτιο στο La Madrague που μετατράπηκε σε γραφείο και γραμματέα μερικής απασχόλησης- σήμερα είναι αναγνωρισμένο ως δημόσια ωφέλεια από το Γαλλικό Συμβούλιο του Κράτους. Έχει 60.000 μέλη σε πάνω από 30 χώρες και 50 άτομα που εργάζονται σε πλήρη απασχόληση. Είναι η μεγαλύτερη επιτυχία μου.

Πού ζουν τα ζώα σας;

Έχω άλλη μία περιουσία κοντά στο Saint Tropez που λέγεται La Garrigue -40.000 τετραγωνικά μέτρα δίπλα σε μία μικρή αμμώδη παραλία ανάμεσα σε βράχια. Έχω χτίσει εκεί τρία σπίτια: το δικό μου, που μοιάζει με αγρέπαυλη, της οικιακής βοηθού και το La Capucine, με πισίνα, για τους φίλους.

Κάθε απόγευμα ανταλλάσσω την κίνηση στο La Madrague για την ηρεμία του La Garrigue, όπου πάνω από εκατό ζώα, τα οποία έχω σώσει από σφαγή, ζουν εκεί: γάτες, άλογα, γαϊδούρια, κατσίκες, γουρούνια, χήνες, πάπιες.

Και το σπίτι των ονείρων σας;

Παρά την έντονη δραστηριότητα στο La Madrague, παραμένει το σπίτι μου, εκεί όπου εύχομαι κάποτε να θαφτώ. Ζω εδώ ήσυχα, με τη συντροφιά μου, τον Bernard d’Ormale, έχω μερικούς επισκέπτες –είμαι μοναχική και μπορώ να μετρήσω τους πραγματικούς μου φίλους στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Το γεύμα μας αποτελείται από λιτά, λαχανικά εδέσματα –σαλάτες, φρικασέ λαχανικών σε ελαιόλαδο- στο μεγάλο τραπέζι της κουζίνας ή, το καλοκαίρι, στη βεράντα υπό το φως των λυχναριών.

Πηγή: FT.com
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v