Η κουβανική επαρχία σε εικόνες

Κάθε πόλη, μια ιστορία: Η κουβανική επαρχία σε εικόνες

Στο σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων, ο υπάλληλος απορεί με το αγχωμένο βλέμμα μου. ”Κάνε το τσιγάρο σου, έχουμε δέκα λεπτά ακόμα”. Βγαίνω έξω. Ένας παππούς ζητιανεύει. Ψάχνω στο πορτοφόλι μου, αλλά βρίσκω μόνο ευρώ και τσέχικες κορώνες. Κάνω πως τον αγνοώ. Με λέει κακιά και βουρκώνω.

Ο προαναφερθείς υπάλληλος, σίγουρος πια πως είμαι τρελή, μας οδηγεί στο γκαράζ των λεωφορείων. Των τουριστικών λεωφορείων, για την ακρίβεια, γνωστών και ως Viazul. Τα υπεραστικά λεωφορεία που χρησιμοποιούν οι ντόπιοι για τις μετακινήσεις τους –αν και εφόσον έχουν την οικονομική δυνατότητα και ένα σοβαρό λόγο για αυτές– λέγονται Astro και, πέρα από το γεγονός ότι είναι πολύ πιο αργά, αρκετά φθηνότερα και σχετικά αναξιόπιστα σε ό,τι αφορά τις ώρες αναχωρήσεων, δεν παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές με τα πρώτα.

Επιβιβαζόμαστε στο Viazul με το παράξενο συναίσθημα που συνδυάζει τη μελαγχολία του αποχαιρετισμού ενός οικείου μέρους με τη σιγουριά ότι το υπόλοιπο ταξίδι θα είναι καλύτερο. Όντως ήταν.

Δύο ώρες αργότερα, φτάνουμε στο Ματάνσας. Επαρχιακή πόλη, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας, με το χαριτωμένο προσωνύμιο ”η πόλη με τις γέφυρες”. Λόγω της εγγύτητάς της στο Βαραδέρο, το δημοφιλέστερο ίσως τουριστικό θέρετρο της Κούβας, η πλειονότητα των ταξιδιωτών την αγνοεί επιδεικτικά. Εντελώς άδικα.

Στο σταθμό μας υποδέχεται ο νέος μας οικοδεσπότης, τον οποίο έχει ενημερώσει η κυρία που μας νοίκιαζε το σπίτι στην Αβάνα για την άφιξή μας. Ένα τεράστιο αποικιακό σπίτι, με πολύχρωμα δωμάτια και την πιο ηλιόλουστη αυλή που έχω δει είναι το νέο μας κατάλυμα. Η οικοδέσποινα, μισή ισπανίδα και μισή κουβανέζα, σωστή αριστοκράτισσα, μας ενημερώνει για τα αξιοθέατα της περιοχής και μας ρωτάει τι θα φάμε το βράδυ. Το καλύτερο ψάρι που δοκιμάσαμε ποτέ –μόνο που δεν το ξέρουμε ακόμα.

Το Ματάνσας είναι γνωστό και ως ”η Αθήνα της Κούβας”, λόγω του μεγάλου αριθμού διανοούμενων, ποιητών, συγγραφέων, καλλιτεχνών και επιστημόνων που κατάγονται από εδώ. Μια βόλτα στους δρόμους του, είναι μια ζωντανή αναδρομή στο καλλιτεχνικό παρελθόν του. Νεοκλασικά και αποικιακά κτίρια, γκαλερί, πινακοθήκη, μουσεία και θέατρα γεμίζουν καθημερινά με κόσμο, αποδεικνύοντας ότι αυτή η πόλη διατηρεί μέχρι σήμερα την ιδιαίτερη σχέση της με την τέχνη.

Απολαμβάνουμε τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου πριν το ηλιοβασίλεμα κάτω από το –πανταχού παρών– άγαλμα του Jose Marti στο κεντρικό πάρκο. Δύο Κουβανοί μας πιάνουν κουβέντα. Για το άγαλμα που κοιτάζουμε, για το Ματάνσας, για την Ευρώπη. Τι όμορφη που είναι! Μα, η Κούβα είναι παράδεισος, διαμαρτυρόμαστε. Γελάνε. Κάποια πράγματα πρέπει να αλλάξουν, μας λένε. Και η συζήτηση πάει στην πολιτική, στο εμπάργκο, στην Αμερική, στον Κάστρο. Να βγούμε το βράδυ; Να βγούμε.

Έξι ώρες και αρκετό αλκοόλ αργότερα, συμπέρασμα δεν έχουμε βγάλει. ”Δεν είναι εύκολο” άλλωστε. Και μπορεί η συζήτηση να μην έχει καταλήξει πουθενά, έχουμε όμως γελάσει πολύ. Με τα λάθη που κάνει ο ένας στη γλώσσα του άλλου –αν υποθέσουμε ότι τα αγγλικά μετράνε για δική μας γλώσσα–, με τα επαναστατικά τραγούδια που τραγουδάμε μισομεθυσμένοι, με τον μεσήλικα που κάθεται δίπλα μας και μας ρίχνει κλεφτές ματιές –οι καινούριοι μας φίλοι λένε πως είναι πράκτορας–, με τα αστεία που εφευρίσκουμε αυθόρμητα. Έχουμε αλλάξει δυο τρεις διαφορετικές απόψεις, για να καταλήξουμε πάλι ο καθένας στην αρχική του. Κι έχουμε περάσει καλά.

Κάπως έτσι, τα σχέδια για μπάνιο στο Βαραδέρο αναβάλλονται, και το επόμενο μεσημέρι ξεκινάμε με μια αμερικανική αντίκα του 1940 που με δυσκολία βγάζει τις ανηφόρες να ανακαλύψουμε τη φύση του Ματάνσας –η οποία είναι, όντως, μαγευτική. Η καταπράσινη κοιλάδα του ποταμού Yumuri, όπως φαίνεται από το παρατηρητήριο Montserrate, και η πανοραμική θέα ολόκληρης της πόλης, από την άλλη πλευρά, είναι η καλύτερη αποζημίωση για την παραλία που χάσαμε.

Επόμενη στάση, το campismo στον ποταμό Canimar. Campismos λέγονται οι εγκαταστάσεις που θυμίζουν αμυδρά οργανωμένα κάμπινγκ, βρίσκονται απαραιτήτως σε ένα εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς, καταπράσινο μέρος και παρέχουν μια φθηνή επιλογή διακοπών για τους Κουβανούς. Κάποια από αυτά, αλλά όχι όλα, μπορούν να φιλοξενήσουν και τουρίστες. Στις παροχές τους περιλαμβάνονται εστιατόριο, μπαρ, ιππασία, βάρκες που διατίθενται προς ενοικίαση για την εξερεύνηση των ποταμών και, κάποιες φορές, αθλητικές εγκαταστάσεις.

Αυτό που είναι πραγματικά εντυπωσιακό στα campismos όμως είναι η στρατηγική τους τοποθεσία, σε μερικά από τα ωραιότερα φυσικά τοπία της χώρας. Νοικιάζουμε ένα ξύλινο βαρκάκι και κάνουμε κουπί στο ποτάμι. Καταπράσινα νερά, οργιώδης βλάστηση και ησυχία τόσο απόκοσμη, σχεδόν ονειρική. Μόνο ο ήχος του νερού και μερικά τριζόνια. Νομίζω πως είμαι στον παράδεισο.

Το βράδυ βλέπουμε ένα εξαιρετικό live στο μοναδικό μπαρ που είναι ανοιχτό την ώρα που καταφέρνουμε να σηκωθούμε από το τραπέζι. Η παραλία του Βαραδέρο την επόμενη μέρα μας αποζημιώνει για το πρωινό ξύπνημα. Ατελείωτα χιλιόμετρα κατάλευκης άμμου, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, πλαισιωμένα από το ανοιχτό γαλάζιο των νερών από τη μία και το βαθύ πράσινο των φοινίκων από την άλλη. Χωρίς ξαπλώστρες.

Η πόλη του Βαραδέρο είναι αυτό ακριβώς που υπόσχεται. Ένα αμιγώς τουριστικό θέρετρο, με αμέτρητους τουρίστες –οι στατιστικές μιλούν για 50 πτήσεις charter την εβδομάδα μόνο από τον Καναδά– και ελάχιστους Κουβανούς. Πολυτελή all inclusive ξενοδοχεία, κάμπριο ταξί αντίκες, μεγάλοι, αποστειρωμένοι δρόμοι. Μια στενή λωρίδα γης, που διακόπτει την καταγάλανη θάλασσα, και πάνω στην οποία έχουν χτιστεί οι σύγχρονοι πόλοι έλξης των τουριστών. Παράλογο, αν σκεφτείς ότι η Κούβα έχει τόση αυθεντική ομορφιά να προσφέρει αλλού.

Στο δελφινάριο, πανέμορφα δελφίνια επιδεικνύουν την εξυπνάδα τους περνώντας μέσα από κρίκους, κάνοντας μεγαλειώδεις βουτιές και άλλα ακροβατικά. Το ”show” κοστίζει 15 ευρώ. Το κολύμπι με τα δελφίνια, 90. Κανείς δε φαίνεται να αναρωτιέται προς τι η εκμετάλλευση. Μάλλον είναι προφανές. Αφήνω το Βαραδέρο σχετικά απογοητευμένη –εντελώς, αν εξαιρέσουμε την παραλία.

Το Ματάνσας, όπως είπαμε, δε χαίρει της απόλυτης εκτίμησης των τουριστών. Για το λόγο αυτό δεν έχει και ιδιαίτερα καλή επικοινωνία με τις άλλες πόλεις. Τα Viazul από εδώ πηγαίνουν μόνο στην Αβάνα και το Βαραδέρο. Μόνη μας επιλογή, για το επόμενο σκέλος του ταξιδιού, το Astro.

Το πρόβλημα με τα Astro είναι ότι, επειδή ακριβώς προορίζονται για χρήση από τους ντόπιους, διαθέτουν δύο μόνο θέσεις σε κάθε δρομολόγιο για τουρίστες. Με λίγη τύχη και μερικές γνωριμίες –στην περίπτωσή μας, ήταν ο οικοδεσπότης μας που ήξερε κάποιον στο σταθμό– μπορείς να εξασφαλίσεις μια έξτρα θέση αν το λεωφορείο δεν είναι γεμάτο. Πέντε ώρες και αρκετή εφιαλτική μουσική αργότερα, φτάναμε στο Σιενφουέγος.

Αποικισμένη από τους Ισπανούς, αλλά και από τους Γάλλους, οι επιρροές των οποίων είναι εμφανείς στην αρχιτεκτονική της, η πανέμορφη αυτή πόλη πήρε το όνομά της από τον Καμίλο Σιενφουέγος, έναν από τους τέσσερις αρχηγούς της Επανάστασης, μαζί με τον Φιντέλ Κάστρο, τον αδελφό του Ραούλ και τον Τσε Γκεβάρα.

Από τις ομορφότερες πόλεις της Κούβας, το ανακηρυγμένο μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO Σιενφουέγος έχει να επιδείξει το δικό του paseo del Prado, τον πεζόδρομο με τις καταπράσινες φυλλωσιές και τα μαρμάρινα παγκάκια, ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστορικό κέντρο και μια αντίστοιχη Malecon, που αγκαλιάζει το κατοικήσιμο κομμάτι του λιμανιού του, την glamorous συνοικία Punta Gorda. Στο κέντρο της πόλης, το καταπράσινο, γοητευτικότατο πάρκο Jose Marti κοσμεί η μοναδική αψίδα του θριάμβου που υπάρχει σε ολόκληρη τη χώρα –οι γαλλικές επιρροές που λέγαμε.

Μεταξύ του paseo del Prado και του πάρκου, ο πεζόδρομος που οι ντόπιοι αποκαλούν Boulevar περιστοιχίζεται από μια ποικιλία καταστημάτων μοναδική για τα δεδομένα της Κούβας. Ιδανική για ατελείωτες βόλτες, αλλά και για φαγητό και νυχτερινή έξοδο, η Boulevar μαγνητίζει τους επισκέπτες, κρατώντας τους απασχολημένους για ώρες. Στο τέλος της, το roof garden του ξενοδοχείου Union προσφέρεται για την απολαυστικότερη θέα του ήλιου που δύει πίσω από τους βαθυκόκκινους τρούλους του δημοτικού μεγάρου –αλλά και γενικότερα για πανοραμικές φωτογραφίες ολόκληρης της πόλης και του λιμανιού της.

Στην απέναντι όχθη του κόλπου, αξίζει κανείς να επισκεφθεί το κάστρο Jagua, που κτίσθηκε από τους Ισπανούς το 1745 και ήταν, σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, το τρίτο σημαντικότερο φρούριο της Κούβας. Μικρά πλοιάρια εκτελούν καθημερινά το δρομολόγιο, που διαρκεί περί τα σαράντα λεπτά.

Πλούσια νυχτερινή ζωή, πολιτιστική σκηνή, πανέμορφα σκηνικά για βόλτες με τα πόδια ή με ιππήλατα αμαξάκια, αλλά και οικονομικότατες επιλογές για φαγητό προσθέτουν την τελευταία πινελιά στον πολύχρωμο πίνακα αυτής της πανέμορφης πόλης. Η παραλία της, Playa Rancho Luna, απέχει περί τα 17 χιλιόμετρα και αποτελεί εξαιρετική επιλογή για ημερήσια εκδρομή.

Τελευταία στάση του ταξιδιού, το αποικιακό, δημοφιλές, πολύχρωμο Τρινιδάδ. Ιδρυθέν το 1514, από τους Ισπανούς αποίκους, και χαρακτηρισμένο μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς από την UNESCO ΤΟ 1988, το Τρινιδάδ είναι η τρίτη παλαιότερη πόλη της Κούβας.

Αποικιακά κτίρια, βαμμένα σε κάθε πιθανό και απίθανο χρώμα, λιθόκτιστα δρομάκια, καταπράσινα πάρκα και επιβλητικές πλατείες, που φιλοξενούν ένα μεγάλο μέρος της ζωντανής νυχτερινής σκηνής μιας πόλης που μοιάζει να μην κοιμάται ποτέ, είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του μαγευτικού σκηνικού της. Το Τρινιδάδ είναι το απόλυτο όνειρο κάθε φωτογράφου.

Οι μέρες εδώ περνούν με ατελείωτες βόλτες στα σοκάκια, ψώνια στα υπαίθρια παζάρια με είδη λαϊκής τέχνης –αν σκοπεύετε να αγοράσετε παραδοσιακά μουσικά όργανα από την Κούβα περιμένετε μέχρι να φτάσετε στο Τρινιδάδ–, μαθήματα κρουστών και salsa από το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα που ξεκινά η fiesta, η οποία κρατάει μέχρι το πρωί, και επισκέψεις στα μουσεία: ρομαντισμού, αρχιτεκτονικής, αρχαιολογίας και ιστορίας είναι μερικές μόνο από τις επιλογές.

Απολαμβάνουμε ένα εξαιρετικό δείπνο στην ταράτσα του σπιτιού που μας φιλοξενεί, παρακολουθώντας τα φώτα της πόλης να ανάβουν το ένα μετά το άλλο και ακούγοντας τη μουσική από την πλατεία, που σιγά σιγά ζωηρεύει, και αναρωτιέμαι αν υπάρχει τέτοιο μέρος αλλού στον κόσμο. Το ίδιο βράδυ, στην πλατεία όπου συναντιούνται όλοι, ένας Χιλιανός επιμένει ότι πρέπει να επισκεφθούμε τη χώρα του. Οιωνός;

Η παραλία του Τρινιδάδ, Playa Ancon, είναι σχετικά ερημική. Καλό αυτό. Κι ακόμα καλύτερα, τα κρυστάλλινα νερά της, ο κοραλλιογενής ύφαλος που την περικλείει και τα τροπικά ψάρια που κολυμπάνε μαζί μας. Ο Κουβανός που μας νοικιάζει τις μάσκες επιμένει ότι πρέπει να φάμε στο σπίτι κάποιων φίλων του, ψαράδων, που έχουν φέρει φρέσκους αστακούς και ψάρια. Τον ακολουθούμε σε ένα μικρό χωριό δύο χωματόδρομων και τρώμε στην αυλή, παρέα με ένα σύννεφο από μύγες. Το φαγητό είναι μάλλον αδιάφορο.

Το απόλυτο highlight της ευρύτερης περιοχής του Τρινιδάδ είναι οι καταρράκτες της. Για την ακρίβεια, τα φυσικά της πάρκα, τα οποία περιλαμβάνουν καταπράσινα δάση, ποτάμια, σπάνια δείγματα χλωρίδας και πανίδας και επιβλητικούς, ορμητικούς καταρράκτες που σχηματίζουν φυσικές, γαλαζοπράσινες λίμνες.

Οι επιλογές μετάβασης σε αυτά ποικίλλουν, από την κλασσική, δοκιμασμένη λύση του ταξί, ή του νοικιασμένου αυτοκινήτου –κλείστε ένα τουλάχιστον πέντε ημέρες πριν, διαφορετικά δεν υπάρχει περίπτωση να βρείτε–, μέχρι την ενοικίαση αλόγου με οδηγό. Αυτή η τελευταία είναι και η πιο συναρπαστική, ιδιαίτερα κατά την επιστροφή, όταν ο ήλιος δύει βάφοντας με ένα απαλό, πορτοκαλί φως τα λιβάδια που διασχίζεις μέχρι την πόλη. Απόλυτα ασφαλής και για τους πλέον άπειρους στην ιππασία, αξίζει να σημειωθεί.

Από τα φυσικά πάρκα που υπάρχουν γύρω από το Τρινιδάδ, μπορείτε να διαλέξετε ανάμεσα στο σχετικά μικρό, αλλά γοητευτικότατο El Cubano, το Gran Parque Natural Topes de Collantes, το οποίο περιλαμβάνει αρκετές επιμέρους πεζοπορικές διαδρομές και καταρράκτες, και το –εντυπωσιακότερο, κατά τη γνώμη μου– Guanayara, με τον 35 μέτρων καταρράκτη του.

Μία με δύο ώρες πεζοπορίας μέσα σε οργιώδη βλάστηση, πανύψηλους φοίνικες και τροπικά φυτά, πάνω σε ξύλινα γεφυράκια που πλαισιώνουν γαλήνια, κρυστάλλινα ποτάμια, παρέα με πολύχρωμες πεταλούδες και τροπικά πουλιά, μέχρι την πρώτη γαλαζοπράσινη λίμνη και την ευεργετική βουτιά στα δροσερά νερά της. Και στη συνέχεια, λίγο περπάτημα ακόμη και το εντυπωσιακότερο, ίσως, θέαμα που έχω αντικρίσει, με τη μορφή του υδάτινου στοιχείου που κυλά ασταμάτητα από την ψηλότερη κορυφή του βράχου, σχηματίζοντας τρεις, τέσσερις, πέντε… αμέτρητους διαφορετικούς καταρράκτες. Εντάξει, πείστηκα, δεν υπάρχει τέτοιο μέρος αλλού στον κόσμο.

Αυτό σκεφτόμουν καθώς γυρνούσα στην Αβάνα με ένα ακόμη Viazul, καθώς απογειωνόταν το αεροπλάνο, καθώς έψαχνα την επόμενη ημέρα εισιτήρια για να γυρίσω πίσω. Αυτό σκέφτομαι ακόμη και τώρα, που ακόμη δεν έχω βρει απαντήσεις, δεν έχω βγάλει συμπεράσματα, δεν έχω σταματήσει να νοσταλγώ την Κούβα. Δεν είναι εύκολο άλλωστε. Θα σας το επιβεβαίωναν και οι Κουβανοί αν, σε μια έξαρση ειλικρίνειας, παραδέχονταν ότι αγαπούν τη χώρα τους.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v