Ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος αφόρισε τον Χ. Χωμενίδη και τον Η. Μόσιαλο

Όπως αναφέρει σε σχετικές ανακοινώσεις ο Μητροπολίτης, ο αφορισμός αναγνώσθηκε στην κυριακάτικη λειτουργία στον ιερό ναό του Αιγίου.
Ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος αφόρισε τον Χ. Χωμενίδη και τον Η. Μόσιαλο

Σε αφορισμό του καθηγητή Ηλία Μόσιαλου, μετά από μια ανάρτηση γελοιογραφίας που θεωρήθηκε βλάσφημη, αλλά και του συγγραφέα Χρ. Χωμενίδη προχώρησε ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, Αμβρόσιος.

Ο λόγος αφορισμού του συγγραφέα ήταν ένα κείμενο του στο οποίο αναφερόταν στην Παναγία, ενώ του καθηγητή ένα σκίτσο που είχε ανεβάσει στον προσωπικό του λογαριασμό.

Να υπενθυμίσουμε ότι τον Μάιο του 2020, μετά τον αφορισμό του Κυριάκου Μητσοτάκη, της Νίκης Κεραμέως και του Νίκου Χαρδαλιά από τον Μητροπολίτη Αμβρόσιο, η Ιερά Σύνοδος εξέδωσε ανακοίνωση με σχετικές διευκρινίσεις:

«Μόνον η Ολομέλεια των μητροπολιτών έχει την αρμοδιότητα επιβολής του αφορισμού σε βάρος μέλους της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος και κάθε απόφαση καταγνώσεως του αφορισμού εναντίον μέλους της ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία δεν εκδόθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας Της, είναι ανυπόστατη και ανίσχυρη».

Το σκίτσο-αφορμή του αφορισμού:



Απόσπασμα από το διήγημα του Χρήστου Χωμενίδη που εξόργισε τον Μητροπολίτη:

[…] Τι με συνάρπαζε στη Μαρία;

Το ότι αντιμετώπιζε κάθε στιγμή σαν την πρώτη στιγμή της δημιουργίας. Σαν μόλις να έφεγγε ο κόσμος γύρω της. Πώς κοιτούν μαγεμένα τα βρέφη το στήθος που αναβρύζει γάλα; Έτσι αντίκρυζε η Μαρία τον ουρανό όταν βάραινε, χαμήλωνε και έβρεχε λάσπη. Έτσι, με τρυφερότητα και δέος -λες και άγγιζε ιερά αντικείμενα- έπιανε τα σύνεργα της άχαρης δουλειάς της. Τη βούρτσα που ξεκόλλαγε τα λίπη από τις κατσαρόλες. Τον πλάστη που άνοιγε ζυμάρι για τις πίτες. Έτσι έλυσε τα μαλλιά της και γδύθηκε το μπαλωμένο της φουστάνι. Και κόλλησε το σώμα της στο σώμα μου.

Θα μεταχειριστώ τώρα το ξερό ιδίωμα τού ανακριτή. Και θα ορκιστώ όπου κι αν μού ζητήσετε. Με τη μικρή λαντζέρισσα σμίγαμε σαρκικά έναν ολόκληρο χειμώνα. Κάθε μέρα σχεδόν. Όποτε διαφεύγαμε της προσοχής των αξιωματικών, των φαντάρων, των κρατουμένων και τού βοηθητικού προσωπικού του στρατοπέδου. Κλεινόμασταν στο γραφείο μου. Τραβούσα τον σύρτη. Την ξάπλωνα στο πάτωμα. Ή στο σανιδένιο τραπέζι. Ή την έπαιρνα στα όρθια, στηρίζοντάς την στον τοίχο. Βιαστικά. Λαχανιαστά. Εξαίσια.

Εγώ φοβόμουν περισσότερο.

Εάν μάς τσάκωναν στα πράσσα, η Μαρία μονάχα την οργή του αρραβωνιαστικού της θα αντιμετώπιζε. Ενώ εμένα, και να μου τη χάριζαν ακόμα, και να μην με εκτελούσαν που σχετίστηκα με ντόπια, σίγουρα θα μού ξήλωναν τα γαλόνια και θα με έστελναν -ταλαίπωρο στρατιώτη- στο χειρότερο πόστο. Στις εσχατιές της Αυτοκρατορίας. Στους Υπερβόρειους ή στους Βακτριανούς για να με φάνε λάχανο. Είχα ρισκάρει τόσο άλλη φορά, στα έντεκα χρόνια της καρριέρας μου; Ποτέ! Είχα γευθεί τέτοια απόλαυση, τέτοιο χείμαρρο χαράς, στα εικοσιεννέα χρόνια της ζωής μου; Ούτε στον ύπνο μου.

Με τη Μαρία δεν λέγαμε κουβέντα για ό,τι μεταξύ μας συνέβαινε. Όχι πως έμενε σιωπηλή, ίσα-ίσα. Το’χε πάρει ζεστά να με διδάξει κι ας μην δεχόταν επ’ουδενί τα λεφτά μου. Ζωγράφιζε με ένα ξυλαράκι στο χώμα ζώα, αντικείμενα, ρούχα, μέχρι και φαγητά (ζωγράφιζε απροσδόκητα καλά) και μού τα ονομάτιζε στη γλώσσα της. Κι εγώ επαναλάμβανα τους μπερδεμένους φθόγγους. Ώσπου τα στόματά μας έβρισκαν το αληθινό τους νόημα στα φιλιά. […]

Ο συγγραφέας έσπευσε να απαντήσει μέσω του προσωπικού του λογαριασμού του στο Facebook λέγοντας:

«Ιδού και το αφορισμένο διήγημα. Που το εξέλαβαν κάποιοι Μητροπολίτες κυριολεκτικά, σαν άρθρο γνώμης. Χωρίς να έχουν καν τη διαύγεια να αντιληφθούν πως η αλήθεια των λεγομένων του Κεντυρίωνα ελέγχεται πρώτα από τον ίδιο τον συγγραφέα.

Με θλίβει πάντως η ιδιοκτησιακή, στενόκαρδη αντίληψη που έχουν οι άνθρωποι αυτοί -όχι, ελπίζω, σύσσωμη η Εκκλησία- για τους ιδρυτικούς μας μύθους. Τα θεμέλιά μας. Τον άρτο και τον οίνο, που ο Χριστός ονόμασε σώμα και αίμα Του και είπε να μοιράζεται ελεύθερα. Σε όλους».

Ολόκληρη η ανάρτηση του συγγραφέα:

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v