The Artist: Ο βωβός κινηματογράφος ξαναζεί

H νέα δημιουργία του Μισέλ Χαζαναβίσιους κάνει πρεμιέρα στις σκοτεινές αίθουσες, «συνοδευόμενη» από υποψηφιότητες και βραβεία. Διαβάστε τις δηλώσεις του σκηνοθέτη και των πρωταγωνιστών, καθώς και ενδιαφέροντα trivia.
The Artist: Ο βωβός κινηματογράφος ξαναζεί
Αυθεντικό άρωμα Χόλιγουντ μας επιφυλάσσει η νέα δημιουργία του Μισέλ Χαζαναβίσιους («OSS 177: Αποστολή στο Κάιρο», «Ο Κατάσκοπος που Γύρισε από το… Ρίο! Μυστικός Πράκτορας OSS 177»). Ο ταλαντούχος Γάλλος σκηνοθέτης και σεναριογράφος δικαιώνεται απόλυτα για την έμπνευση και, κυρίως, για την τόλμη του να παρουσιάσει εν έτει 2011 μια ταινία που, εκτός από ασπρόμαυρη, είναι και σχεδόν ολόκληρη βωβή, αποσπώντας το εγκάρδιο χειροκρότημα του κοινού στο 64ο Φεστιβάλ Καννών και ένα βραβείο ερμηνείας από το Φεστιβάλ για τον μόνιμο πρωταγωνιστή του, τον χαρισματικό Ζαν Ντιζαρντέν.

Το σενάριο

Το 1927 στο Χόλιγουντ, ο λαμπερός και αυτάρεσκος Ζορζ Βαλεντίν, ένας από τους μεγαλύτερους αστέρες του βωβού κινηματογράφου, αρχίζει να συνειδητοποιεί πως η έλευση του ήχου θα σημάνει αναπόφευκτα το τέλος της καριέρας του. Την ίδια στιγμή, η Πέπι Μίλερ, μια χαριτωμένη όσο και φιλόδοξη στάρλετ, την οποία ο Βαλεντίν βοήθησε στα πρώτα της βήματα, θα αρπάξει την ευκαιρία να κάνει το όνειρο της πραγματικότητα, όταν, εντελώς αναπάντεχα, θα βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας ως μία από τις πιο υποσχόμενες εκπροσώπους του ομιλούντος κινηματογράφου. Άραγε, πόσο εύκολο πλέον είναι να διατηρηθεί μια ειλικρινής σχέση ανάμεσά τους;



Στο μυαλό του… Μισέλ Χαζαναβίσιους

«Πριν από 8 περίπου χρόνια μου γεννήθηκε η ιδέα να γυρίσω μια βωβή ταινία. Σκοπός μου ήταν να αποτίνω φόρο τιμής σε σκηνοθέτες που θαυμάζω απεριόριστα, όπως ο Χίτσκοκ, ο Φριτς Λανγκ, ο Λιούμπιτς και ο Μουρνάου, οι οποίοι παρουσίασαν ορισμένα από τα κορυφαία δείγματα της δουλειάς του την εποχή του βωβού κινηματογράφου. Παράλληλα, όμως, ήθελα να εξερευνήσω και τα όριά μου, τις δυνατότητές μου ως δημιουργός. Στις ταινίες του βωβού, από τη στιγμή που δεν ακούγονται καθόλου διάλογοι, τα πάντα έχουν να κάνουν με τη δύναμη των εικόνων και τα συναισθήματα που αποπνέουν αυτές. Συναισθήματα για τα οποία κύριος υπεύθυνος είναι ο σκηνοθέτης. Η πρόκληση, λοιπόν, ήταν εξαιρετικά μεγάλη», λέει ο ταλαντούχος δημιουργός και συνεχίζει:

«Για κάποιον που αγαπά το σινεμά όσο εγώ, το να γυρίσει μια ταινία στο Χόλιγουντ και μάλιστα στα στούντιο της Warner και της Paramount, εκεί, δηλαδή, όπου γεννήθηκε η Έβδομη Τέχνη, αποτελεί την απόλυτη πραγματοποίηση ενός ονείρου ζωής. Πόσο μάλλον δε από τη στιγμή που και η χολιγουντιανή κοινότητα μας υποδέχτηκε με… ανοιχτές αγκάλες! Πολύς κόσμος επισκεπτόταν καθημερινά το σετ για να παρακολουθήσει τα γυρίσματα, μας μιλούσαν γεμάτοι νοσταλγία για τις αναμνήσεις τους από το παρελθόν. Επίσης, υπήρξαν και αρκετοί που μας πλησίασαν πρόθυμοι να δουλέψουν στην ταινία, χωρίς να τους ενδιαφέρει το πόστο. Όπως, για παράδειγμα, ο Μάλκολμ Μακ Ντάουελ, ο οποίος αρκέστηκε σε ένα απλό cameo. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακό το πόσο ενθουσιασμένοι ήταν όλοι, που έβλεπαν να γυρίζεται στη γειτονιά τους και με παραδοσιακά μέσα μια ασπρόμαυρη ταινία – φόρος τιμής στο κλασικό χολιγουντιανό μελόδραμα. Κι όλο αυτό σε μια εποχή όπου το 3D και η ψηφιακή κινηματογράφηση τείνουν να εδραιώσουν την κυριαρχία τους».

Πρωταγωνιστές και δημιουργός στο Φεστιβάλ των Καννών:



Σχετικά με το soundtrack της ταινίας αναφέρει: «Η απόφασή μου να «ντύσω» τα γυρίσματα με υπέροχα soundtracks από κορυφαίους συνθέτες, όπως ο Μπέρναρντ Χέρμαν, ο Μαξ Στάινερ και ο Φρανκ Γουάξμαν, αλλά και κλασικές συνθέσεις των Τζορτζ Γκέρσουιν και Κόουλ Πόρτερ, αποδείχτηκε ιδιαίτερα εμπνευσμένη, καθώς βοήθησε τον Ζαν και την Μπερενίς να προσεγγίσουν τους χαρακτήρες τους με περισσότερο συναίσθημα και αμεσότητα. Δεν είναι διόλου τυχαίο που λένε πως η μουσική φτιάχνει τη διάθεση και αυξάνει τη δημιουργικότητα…»
Τι ήταν όμως αυτό που του έμεινε από τα γυρίσματα της ταινίας; «Δε θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή όπου, μετά από 35 μέρες εξοντωτικών γυρισμάτων, και με την ταινία πλέον ολοκληρωμένη, κοιταχτήκαμε όλο νόημα με τον Ζαν, την Μπερενίς, τον Τομάς, τον Λουντοβίκ και τον διευθυντή φωτογραφίας Γκιγιόμ Σίφμαν. Ήταν σα να πανηγυρίζαμε σιωπηλά που οι έξι μας, μια μικρή ομάδα Γάλλων, τα καταφέραμε να ταξιδέψουμε στο Χόλιγουντ και να γυρίσουμε εκεί την ταινία της καρδιάς μας!», λέει χαρακτηριστικά.

Οι πρωταγωνιστές εξομολογούνται…

“Η πρώτη φορά που ο Μισέλ μου μίλησε για την ιδέα του να γυρίσει μια βωβή ταινία ήταν στα γυρίσματα του «OSS 177: Αποστολή στο Κάιρο». Γέλασα, καθώς νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα! Με τον Μισέλ δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος για το πότε μιλάει σοβαρά και πότε αστειεύεται. Όμως όταν μερικούς μήνες αργότερα μου πάσαρε το σενάριο του «The Artist», συνειδητοποίησα πως όλες αυτές οι επισκέψεις του στη Cinematheque Francaise για την παρακολούθηση βωβών ταινιών και η εντατική μελέτη βιβλίων για την ιστορία του σινεμά, μόνο τυχαίες δεν ήταν!”, λέει ο πρωταγωνιστής Ζαν Ντιζαρντέν και συνεχίζει:

«Για τις ανάγκες του ρόλου μου δανείστηκα στοιχεία από διάφορους σταρ του βωβού, με πρώτο και καλύτερο τον Ντάγκλας Φέρμπανκς, ιδίως όσον αφορά στις σκηνές των ταινιών-μέσα-στην-ταινία. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, κατάλαβα από πολύ νωρίς πως έπρεπε να ψάξω μέσα μου για τα στοιχεία εκείνα που απαιτούνταν για το ρόλο. Να συνδυάσω τις αλλαγές στη διάθεση του χαρακτήρα με τις εκφράσεις του προσώπου μου και την κινησιολογία μου. Η αμοιβαία εμπιστοσύνη ανάμεσα στον Μισέλ, την Μπερενίς, τον Γκιγιόμ, τον διευθυντή φωτογραφίας, και σε μένα, άλλωστε, ήταν αρκετή για να μετατρέψουμε την απουσία διαλόγων στο βασικό προτέρημα της ταινίας».

Σχετικά με την σκηνή που θα μείνει για πάντα χαραγμένη στην μνήμη του λέει χαρακτηριστικά: «Η σκηνή του χορού μου με τις κλακέτες στο πλευρό της Μπερενίς είναι εκείνη που επιθυμώ να κρατήσω από την ταινία. Αν και, ο εγωισμός μου δε μου επιτρέπει να αγνοήσω την εναρκτήρια σκηνή, όπου εξέρχομαι από την πρεμιέρα της ταινίας «μου» στο Orpheum Theatre. Όλος αυτός ο κόσμος, όλα εκείνα τα φλας, τα φαντασμαγορικά αυθεντικά χολιγουντιανά σκηνικά… Εκείνη τη στιγμή ο Βαλεντίν ήμουν εγώ!»

Από την πλευρά της, η συμπρωταγωνίστρια Μπερενίς Μπεζό μιλάει για τον ρόλο της Πέπι Μίλερ:
«Η Πέπι είναι ένα πραγματικά απίθανο κορίτσι! Είναι γεννημένη σταρ κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην εναρκτήρια σκηνή της πρεμιέρας, όπου βρίσκεται αναπάντεχα στο κόκκινο χαλί δίπλα στον μεγάλο Ζορζ Βαλεντίν, και, αντί να «μαρμαρώσει», αρχίζει να ποζάρει όλο νάζι και φιλαρέσκεια συγκεντρώνοντας τα φλας των φωτογράφων. Πάντα κεφάτη και γεμάτη αυτοπεποίθηση, ζωντάνια και δίψα για ζωή, η Πέπι είναι πανέτοιμη να αρπάξει και την παραμικρή ευκαιρία που θα της δοθεί, προκειμένου να κυνηγήσει το όνειρό της. Κι όλα αυτά, χωρίς ίχνος σκοπιμότητας…».

Για την εμπειρία των γυρισμάτων λέει: «Όλη αυτή η εμπειρία των γυρισμάτων χωρίς διαλόγους, με έκανε να αισθανθώ ικανή για ακόμη περισσότερα πράγματα, να αποκτήσω ακόμη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις δυνατότητές μου ως ηθοποιός, αλλά μου άφησε και μια… φοβία για τα μικρόφωνα! Πλέον περιμένω με λαχτάρα τη στιγμή που κάποιος σκηνοθέτης θα μου προτείνει να υποδυθώ τη… μουγκή!».

Trivia - Fun facts

*Το «The Artist» κινηματογραφήθηκε σε φορμά 1.33, ακριβώς, δηλαδή, όπως γυρίζονταν και οι ταινίες της εποχής του βωβού, αλλά με έγχρωμο φιλμ, το οποίο τροποποιήθηκε κατάλληλα με τη χρήση ειδικών φίλτρων. Επίσης, οι κάμερες που χρησιμοποιήθηκαν ήταν αρκετά θορυβώδεις, καθώς, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, έτσι θα γινόταν πιο εύκολα αντιληπτό στους συμμετέχοντες πως γυρίζουν βωβή ταινία.

*Σύμφωνα με τον διευθυντή φωτογραφίας Γκιγιόμ Σίφμαν, το «The Artist» είναι μια ταινία όπου ο κεντρικός της ήρωας βαδίζει από το φως προς το σκοτάδι, τη στιγμή που η ηρωίδα της διαγράφει την ακριβώς αντίθετη τροχιά.

*Κάποιες από τις ταινίες-μέσα-στην-ταινία που βλέπουμε στο «The Artist» είναι κλασικές δημιουργίες του βωβού με πρωταγωνιστές τον Ντάγκλας Φέρμπανκς και τον Έρολ Φλιν, οι οποίες τροποποιήθηκαν κατάλληλα από τον Σίφμαν, ώστε στη θέση των πρωταγωνιστών να εμφανίζεται ο Ντιζαρντέν ως Βαλεντίν.

*Η σκηνή του εφιάλτη του Βαλεντίν, όπου έρχεται αντιμέτωπος με τον… ήχο, είναι βασισμένη σε μια παρόμοια σκηνή από τον «Πολίτη Κέιν» του Όρσον Ουέλς.

*Για τον Χαζαναβίσιους η όλη εμπειρία των γυρισμάτων ενός βωβού ασπρόμαυρου μελοδράματος στη εποχή του «Avatar» και του 3D, ήταν σα να βρίσκεται στο τιμόνι ενός 2CV, τη στιγμή που γύρω του μαρσάρουν δεκάδες μονοθέσια της Formula 1!

*Ο Λουντοβίκ Μπουρς, υπεύθυνος για τη μουσική της ταινίας, θεωρεί πως μέσω του «The Artist» ο Χαζαναβίσιους αποτίνει φόρο τιμής και στους συνθέτες που έγραψαν μουσική για κλασικές χολιγουντιανές ταινίες.

*Για της ανάγκες της ηχογράφησης του πρωτότυπου score της ταινίας ο Μπουρς συνεργάστηκε με την 80μελή Φιλαρμονική Ορχήστρα της Φλάνδρας, η οποία περιλαμβάνει 50 μουσικούς με έγχορδα, 4 μουσικούς με γαλλικά κόρνα, 4 τρομπονίστες, 5 περκασιονίστες, έναν αρπίστα, 10 τεχνικούς, 5 ενορχηστρωτές και 3 ειδικούς στη μίξη ήχου!

*Ο Μπουρς είναι ο μόνος από τους σταθερούς συνεργάτες του Χαζαναβίσιους που έχει δουλέψει μαζί του και στις 4 μεγάλου μήκους ταινίες του.

*Τρία πανομοιότυπα Τζακ Ράσελ τεριέ υποδύθηκαν τον Τζακ, τον πιστό σκύλο του Βαλεντίν, με τη μερίδα του λέοντος των σκηνών να πηγαίνει στον Uggie, ο οποίος είναι ένας γνήσιος σκύλος-σταρ, με συμμετοχή σε δεκάδες ταινίες.

*Η Πενέλοπι Αν Μίλερ, η οποία υποδύεται τη σύζυγο του κεντρικού ήρωα, είχε ενσαρκώσει παλιότερα τη σταρ του βωβού Έντνα Πέρβιανς στο biopic «Τσάρλι» (1992) του Ρίτσαρντ Ατένμπορο.

*Το μέγαρο στο οποίο διαμένει η Πέπι Μίλερ στο δεύτερο μισό της ταινίας, ανήκε κάποτε στη Μαίρη Πίκφορντ, την απόλυτη femme fatale της εποχής του βωβού.

Από το δελτίο τύπου
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v