Μαργαρίτα Παπανδρέου: Η ταραχώδης ζωή με τον Αντρέα μέσα από την αυτοβιογραφία της

Πέθανε σε ηλικία 103 ετών η Μαργαρίτα Παπανδρέου, εμβληματική μορφή του γυναικείου κινήματος, ακτιβίστρια, συγγραφέας και σύζυγος του Ανδρέα Παπανδρέου κι εμείς θυμόμαστε την κοινή τους ζωή.

Μαργαρίτα Παπανδρέου: Η ταραχώδης ζωή με τον Αντρέα μέσα από την αυτοβιογραφία της

Η Μαργαρίτα Παπανδρέου έφυγε σήμερα το πρωί από τη ζωή, πλήρης ημερών σε ηλικία 103 ετών. Η εμβληματική μορφή του ελληνικού γυναικείου κινήματος, ακτιβίστρια και συγγραφέας, υπήρξε σύζυγος του πρώην πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου.

Την είδηση του θανάτου της επιβεβαίωσαν συνεργάτες του πρώην πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου. Σύμφωνα με πληροφορίες της efsyn.gr, η Μαργαρίτα Παπανδρέου άφησε την τελευταία της πνοή περίπου στις 10 το πρωί, στο σπίτι στο Φάληρο όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια.

Ποια ήταν η Μαργαρίτα Παπανδρέου

Η Μαργαρίτα Παπανδρέου γεννήθηκε ως Μάργκαρετ Έσθερ Τσαντ στις 30 Σεπτεμβρίου 1923 στο Όουκ Παρκ του Ιλινόις. Αμερικανίδα στην καταγωγή, που αργότερα απέκτησε και την ελληνική υπηκοότητα, δραστηριοποιήθηκε έντονα στο γυναικείο κίνημα, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη συγγραφή.

Το 1951 παντρεύτηκε τον Ανδρέα Παπανδρέου και έζησε στο πλευρό του για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, μέχρι το 1989. Κατά τη διάρκεια της κοινής τους πορείας βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της χώρας, ενώ η ίδια ανέπτυξε ξεχωριστή δράση σε ζητήματα που αφορούσαν τη θέση και τα δικαιώματα των γυναικών.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο της, Έρωτας και Εξουσία (εκδόσεις Πατάκη) θυμηθήκαμε κάποιες από τις σημαντικότερες κοινές στιγμές της με τον Αντρέα Παπανδρέου όπως της εξομολογήθηκε γραπτά εκείνη.

Η γνωριμία

Ήταν Φεβρουάριος του 1948 όταν πρωτογνώρισα τον Ανδρέα, έναν αναπληρωτή Καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Μιννεσότα. Εκείνος ήταν είκοσι εννιά χρόνων, κι εγώ είκοσι τεσσάρων. Η συνάντησή μας έγινε στην καθόλου ρομαντική αίθουσα αναμονής ενός οδοντιατρείου. Ο οδοντίατρος ήταν ένας Ελληνοκύπριος, κι εγώ ήμουν η συγγραφέας-φάντασμα της αυτοβιογραφίας του.

Περιμένοντας να ξεκινήσει η συνεργασία μας, δούλευα ένα κείμενο για μια διαφήμιση για τη στήλη βαθυτυπίας στην εφημερίδα Minneapolis Tribune σαν μέρος ενός λογαριασμού που είχα με το Minnesota Business School. Είκοσι λεπτά πέρασαν, κι εγώ πάλευα να γράψω μια πρόταση στα γαλλικά, σαν το «εξωτικό» στοιχείο μιας διαφήμισης. Ο άντρας που καθόταν απέναντί μου φαινόταν ξένος. Ή μάλλον θα έλεγα πως τα παπούτσια του έδειχναν ξένα – μυτερά και λεπτά. Αποφάσισα να του κάνω μια ερώτηση: «Μήπως ξέρετε γαλλικά;».

Η απάντησή του ήταν ένα ευγενικό και εγκάρδιο «Ναι», ενώ σηκώθηκε από τη θέση του και κάθισε δίπλα μου και με ευκολία μού είπε τη γαλλική πρόταση που χρειαζόμουν. Τη στιγμή εκείνη ο ασθενής βγήκε από το ιατρείο ακολουθούμενος από τον Άρη, τον οδοντίατρο, ο οποίος κάθισε μαζί μας στην αίθουσα αναμονής, εξηγώντας στον «ξένο» πως δε θα μπορούσε να φάει μαζί του εκείνο το βράδυ λόγω της συνεργασίας μας για το βιβλίο του.

Δίστασε για ένα λεπτό και στη συνέχεια πρότεινε να πάμε και οι τρεις μας για ένα ποτό στο ξενοδοχείο Radisson προτού ξεκινήσουμε τη δουλειά. Η δουλειά δεν ξεκίνησε ποτέ. Η έλξη ανάμεσα στον Ανδρέα και σε μένα, καθώς προχωρούσε η συζήτηση πίνοντας κοκτέιλ, έλαμπε σαν τα ζεστά κάρβουνα της φωτιάς, και ο Άρης, σε μια κίνηση ευγένειας, πρότεινε να αφήσουμε το γράψιμο εκείνο το βράδυ κι έφυγε διακριτικά.

Αντιμέτωποι με το πραξικόπημα

Τον Απρίλιο του 1967 αντιμετωπίσαμε ένα πραξικόπημα, μια ένοπλη εισβολή στο σπίτι μας από τον Ελληνικό Στρατό. Η εμπειρία ήταν τρομακτική και φρικτή. Την επόμενη μέρα ένιωθα πως μου είχαν κοπεί και τα δύο μου χέρια. Το ένα συμβόλιζε τον Ανδρέα, το άλλο τη δημοκρατία. Και τα δύο είχαν κοπεί σε λιγότερο από μισή ώρα.

Έχω γράψει στο βιβλίο μου Nightmare in Athens γι’ αυτή την εμπειρία. Ας ανατρέξω στα γεγονότα εκείνης της βραδιάς. Ο Ανδρέας κι εγώ κοιμόμασταν —ήταν περασμένα μεσάνυχτα, γύρω στις 2 το πρωί. Ένας πυροβολισμός συντάραξε τη νύχτα. Δεν ήταν ένας συνηθισμένος θόρυβος για το ήσυχο δενδρόφυτο προάστιο της Αθήνας όπου μέναμε.

Αλλά έτσι κι αλλιώς, τίποτα δεν ήταν συνηθισμένο εδώ και πολύ καιρό. Τινάχτηκα από το κρεβάτι και άκουσα θόρυβο από τζάμια που έσπαζαν και δυνατές φωνές. Κάποιος χτυπούσε δυνατά την πόρτα της κρεβατοκάμαράς μας.

Ήταν ο νυχτερινός μας φύλακας, ο Μανόλης, που είχε ανέβει τα σκαλιά τρέχοντας ενώ φώναζε: «Κύριε υπουργέ, κύριε υπουργέ, υπάρχουν άντρες με όπλα στην πόρτα! Τι να κάνω;». Ο Αντρέας κι εγώ πετάξαμε το σεντόνι και τιναχτήκαμε από το κρεβάτι σαν πύραυλοι από εκτοξευτήρα. Έριξα πάνω μου τη ροζ καπιτονέ μου ρόμπα. Ο Ανδρέας φόρεσε το λευκό του πουκάμισο, τσαλακωμένο από το προηγούμενο βράδυ. Ήμαστε παγιδευμένοι και το γνωρίζαμε.

Από τη δική μου πλευρά του κρεβατιού υπήρχε ένα κουδούνι συνδεδεμένο με το σπίτι του Πέτρου, ενός στενού μέλους του κύκλου του Ανδρέα που έμενε ένα τετράγωνο πιο κάτω. Ένα μακρόσυρτο κουδούνισμα ήταν το σινιάλο για τον ίδιο ώστε να ανοίξει το γουόκι τόκι του και να πάρει οδηγίες από μας σε περίπτωση ανάγκης. Είχαμε κάνει πρόβες στην εντέλεια. Έσκυψα και το πάτησα με ένα μακρύ παρατεταμένο κουδούνισμα και μετά κοίταξα στο ράφι κάτω από το κομοδίνο για το γουόκι τόκι. Δεν ήταν εκεί. Στο μεταξύ ο Γιώργος, ο δεκατετράχρονος γιος μας, βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο μαζί μας.

«Για όνομα του Θεού, Γιώργο!» φώναξα. «Πού είναι το γουόκι τόκι;» Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι το είχαν πάρει τα παιδιά. Ήταν όντως έτσι. Ο Γιώργος έτρεξε στο δωμάτιό του για να το φέρει, αλλά καθώς τα χτυπήματα και οι φωνές στην κάτω είσοδο αυξάνονταν, εγκαταλείψαμε την ελπίδα να επικοινωνήσουμε με τον Πέτρο. Ο Ανδρέας άρπαξε το αυτόματο όπλο του από το συρτάρι του κομοδίνου δίπλα στο κρεβάτι, και άκουσα το δυσοίωνο κλικ καθώς το όπλιζε.

Πάτησα τρεις φορές μανιασμένα το κουδούνι στον Πέτρο, που ήταν το σινιάλο για «Βοήθεια!», και αρχίσαμε οι δυο μας να ανεβαίνουμε τα σκαλιά για το γραφείο του τρίτου ορόφου. Το ανέβασμα γινόταν ενστικτωδώς. Θέλαμε να φύγουμε όσο το δυνατόν πιο μακριά από τους άντρες που έσπαγαν τζάμια στην προσπάθειά τους να εισβάλουν στο σπίτι. Επίσης υπήρχε μια τηλεφωνική συσκευή πάνω.

Δεν είχα αντιληφθεί πως ο Γιώργος με ακολουθούσε, τόσο μεγάλη ήταν η ανησυχία μου για τον Ανδρέα, καθώς αναρωτιόμουν πώς θα καταφέρει να δραπετεύσει από τα τέρατα στον κάτω όροφο. Έπιασα το τηλέφωνο και με τρεμάμενα χέρια κάλεσα στο Καστρί, στο σπίτι του πεθερού μου, πρόσφατα εκλεγμένου πρωθυπουργού της χώρας.

Το τηλέφωνο το σήκωσε ο οδηγός του, που κοιμόταν στο σπίτι. «Γιάννη, Γιάννη, για όνομα του Θεού! Στείλτε βοήθεια. Σπάζουν την εξώπορτα!» ούρλιαξα. Κατόπιν στράφηκα στον Ανδρέα. «Αχ, Ανδρέα, δε με καταλαβαίνει... Μίλα του, μίλα του!» Ο Ανδρέας πήρε το ακουστικό και επανέλαβε την έκκλησή μου για βοήθεια.

«Στείλτε ό,τι έχετε. Και γρήγορα!» Έκανα άλλο ένα τηλεφώνημα στον Πέτρο. Είχε ακούσει το κουδούνισμα και φώναξε: «Θα βοηθήσω!» Ο Ανδρέας τού μίλησε. «Κάνε ό,τι μπορείς. Πάρε τους φίλους μας, τον πρόεδρο (έτσι αποκαλούσαν τον πατέρα του, Γεώργιο Παπανδρέου), τον Άρη, τον Κώστα, τον Σπύρο και τους άλλους. Κάνε γρήγορα!»

Ο Πέτρος ρώτησε κάτι τον Ανδρέα και τον άκουσα να του απαντάει πως δεν ήξερε ποιοι ήταν και πως θα μπορούσε να είναι μια συμμορία δολοφόνων. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, μου είπε: «Ο Πέτρος λέει πως, αν είναι στρατιώτες, θα πρέπει να παραδοθώ. Να μην αντισταθώ, επειδή θα με σκοτώσουν». Σταματήσαμε για ένα λεπτό, φοβισμένοι, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο.

Οι τριγμοί στη σχέση τους

Δε ρώτησα τον Ανδρέα με ποιον πέρασε αυτές τις τρεις μέρες. Ήμουν σίγουρη πως δε θα έδινε ξεκάθαρη απάντηση, αλλά ακόμα κι αν ήταν πρόθυμος να μου πει, στ’ αλήθεια δεν ήθελα να ξέρω. Με όλη αυτήν τη δημοσιότητα ήξερε πως γνώριζα. Προτιμούσα να τον αφήσω να φτιάξει μια πιστευτή ιστορία καθώς θα περίμενε τις ερωτήσεις μου. Ήμουν απασχολημένη με το ταξίδι μου στην Ιταλία, το ταξίδι στην Αίγυπτο, που ακολουθούσε, και με τις προετοιμασίες για το Πανελλήνιο Συνέδριο της ΕΓΕ τον Μάρτιο. Όπως πάντα, έπνιξα τον πόνο μου στη δουλειά. Ακόμα δε γνώριζα τις λεπτομέρειες του ταξιδιού.

Ούτε, περιέργως πώς, υποπτευόμουν την αεροσυνοδό. Αυτό που ήξερα ήταν ότι της είχε δώσει μια μαγνητοσκοπημένη συνέντευξη στο πλαίσιο των τηλεοπτικών εκπομπών που μου είχε αναφέρει στο αεροπλάνο. Η αεροσυνοδός, όταν είδε πως δεν ανταποκρίθηκα στις προσπάθειές της να γίνω η διαμεσολαβήτρια για τις εκπομπές της, μου έστειλε αντίγραφο δύο σεναρίων. Είχα φρίξει από την έλλειψη κατανόησης του σεξισμού και του φεμινισμού, καθώς και από το ερασιτεχνικό στιλ των σεναρίων.

Κάποια στιγμή αργότερα έγινα έξαλλη όταν έμαθα πως θεωρούμουν υπεύθυνη για την ένταξη της σειράς στην κρατική τηλεόραση. Πόσο ειρωνικό και προκλητικό! Μια απλή αλήθεια: δεν μπορούσα με τίποτα να φανταστώ πως ο Ανδρέας θα γοητευόταν με οποιονδήποτε τρόπο από την αεροσυνοδό.

Τώρα υπήρχε ένα καινούριο στοιχείο στο κάδρο – ο Πιέρ. Ήταν δύσκολο να μην κάνω συγκρίσεις. Ο χρόνος μου μαζί του είχε παιχνίδι, πλάκα, περιπέτεια. Φαντάζομαι πως έτσι θα πρέπει να είναι κάθε νέα σχέση, σαν να συμβαίνει κάτι σημαντικό στη ζωή κάποιου. Δεν ήθελα στ’ αλήθεια μια σχέση.

Ήμουν βαθιά δεμένη με τον Ανδρέα. Αλλά αν αυτό το δέσιμο δεν ήταν αμοιβαίο, αν πραγματικά ο Ανδρέας είχε πάψει να με θέλει, να με χρειάζεται, να ενδιαφέρεται για μένα, τότε ποιος ο λόγος να μείνω;

Αναρωτιόμουν αν το να κάνω μια σχέση θα απάλυνε τον πόνο. Αναρωτιόμουν αν θα γινόμασταν σαν εκείνα τα ζευγάρια που έχουν κάνει μια ειδική συμφωνία, μια νομική δέσμευση που μας δείχνει παντρεμένους στα χαρτιά, αλλά στην πραγματικότητα είμαστε ελεύθερα πουλιά, συναισθηματικά ανεξάρτητοι, συναισθηματικά αδιάφοροι. Θα έκανε το κομμάτι του, κι εγώ το δικό μου. Θα μοιραζόμασταν την ίδια στέγη, αλλά όχι το ίδιο κρεβάτι. Αυτό βρομάει, σκέφτηκα.

Οι συγκρούσεις τους

«Για όνομα του Θεού, Ανδρέα, θα μπορούσε να είναι κόρη σου!» «Ναι. Δεν είναι πολύ ωραία;» ήταν η ευγενική του απάντηση. Αυτό ήταν και το έναυσμα. Του είπα πως σκόπευα να της μιλήσω, σαν σε κόρη. «Μην τολμήσεις!» αντιγύρισε. Περίμενα ώσπου να εξαφανιστεί στην μπροστά καμπίνα του αεροσκάφους και ύστερα σηκώθηκα να την ακολουθήσω. Ο Ανδρέας προσπάθησε να με σταματήσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Χρησιμοποίησα το μικρό της όνομα. «Θα ήθελα να σου μιλήσω» της είπα. «Για ποιο πράγμα;»

Η ερώτηση έγινε με μια νότα σαρκασμού στη φωνή της. «Είναι προσωπικό, κι εδώ δεν είναι το κατάλληλο μέρος. Θέλω το τηλέφωνό σου για να κλείσουμε ραντεβού». Μου το έδωσε υπάκουα και μετά ξαναρώτησε: «Μπορείτε να μου πείτε περί τίνος πρόκειται;» «Όταν βρεθούμε» της απάντησα.

Προχώρησα πίσω στη θέση μου. Αυτή η σύντομη επαφή ήταν μια ανάγκη από την πλευρά μου να κάνω κάτι, οτιδήποτε, προκειμένου να δώσω διέξοδο στο άγχος και στον θυμό και στον πόνο. Η λεκτική αυτή ανταλλαγή, όμως, δε μείωσε καθόλου τον θυμό μου.

Στο μυαλό μου έφτιαχνα το διάγραμμα της συζήτησης που θα έκανα μαζί της, μια συζήτηση τύπου μητέρας-κόρης, όχι οργισμένη, αλλά εξηγώντας της ότι θα ήταν μια από τις πολλές του σχέσεις και πως ο σύζυγός μου γύριζε πάντα στην οικογένειά του. Τη στιγμή εκείνη ήμουν βέβαιη. Έπειτα από λίγες μέρες το σχέδιό μου θύμιζε σκηνή σαπουνόπερας. Και πώς θα μπορούσα να είμαι μητρική απέναντι σ’ ένα πλάσμα σαν αυτό; Δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ.

 

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v