Σκοτεινές γλώσσες: Παράσταση αξιώσεων στο Πόρτα

Δραματουργική πρόκληση το έργο του Άντριου Μπόβελ, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου κερδίζει τις εντυπώσεις στο θέατρο Πόρτα.
Σκοτεινές γλώσσες: Παράσταση αξιώσεων στο Πόρτα
της Ιωάννας Γκομούζα

Δεν έχω δει την ταινία «Lantana» (με τον Τζέφρι Ρας, την Μπάρμπαρα Χέρσεϊ και τον Άντονι ΛαΠάλια) που το 2001 έκανε γνωστές έξω από τα σύνορα της Αυστραλίας τις «Σκοτεινές γλώσσες», το θεατρικό του Άντριου Μπόβελ στο οποίο βασίζεται. Καθώς βγαίνω από το θέατρο Πόρτα, όμως, σκέφτομαι πως καλύτερα έτσι. Καλύτερα που πρωτοσυνάντησα το βραβευμένο κείμενο του 53χρονου συγγραφέα από τους μακρινούς Αντίποδες στο πλαίσιο για το οποίο είχε αρχικά γραφτεί το 1996, στο θεατρικό σανίδι. Με την ευρηματικά σύνθετη και γοητευτικά βραδυφλεγή σκηνική του μορφή, με τις ιδιαιτερότητες του πρωτοτύπου.

Ένα ψηφιδωτό όπου καθετί που λέγεται βρίσκει τη θέση του στο δραματουργικό παζλ, με συζητήσεις στην κόψη του ξυραφιού μες στην πολυσημία τους αλλά και χιούμορ. Ένα ψυχογράφημα χαρακτήρων για τις σχέσεις με τον Άλλο αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό.
Εννέα ήρωες παίρνουν τον λόγο επί σκηνής, ενσαρκωμένοι από τέσσερις ηθοποιούς.

Μιλούν μαζί για θέματα καθημερινά, οικεία (τον έρωτα, τον γάμο, την προδοσία), συγχρονισμένοι μοναδικά σε πυρετώδεις διφωνίες. Χορεύουν σάλσα και εξομολογούνται τις περιπέτειές τους σε κάποιο μπαρ, στο φτηνό δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, στο οικογενειακό σαλόνι, στην καρέκλα του ψυχοθεραπευτή ή αφήνοντας αγωνιώδη μηνύματα στο άψυχο κουτί του τηλεφωνητή. Συναντιούνται σε παράλληλους διάλογους και μονόλογους που «κουμπώνουν» μεταξύ τους και απαντούν ο ένας στον άλλο προωθώντας τη δράση. Προσωπικές ιστορίες και διαδρομές διασταυρώνονται βάζοντας διαρκώς στο τραπέζι το ζήτημα της εμπιστοσύνης. Γίνεται, εν τέλει, να εμπιστευτείς έναν άγνωστο; Και πόσο γνωστοί μας είναι οι άνθρωποι με τους οποίους μοιραζόμαστε τις ζωές μας; Οι σύζυγοι, οι εραστές, οι γείτονες;

Το έργο αναπτύσσεται σε δύο μέρη. Η αυλαία της έναρξης μας φέρνει μπροστά στην υπόθεση μιας (παρ’ ολίγον διπλής) συζυγικής απιστίας και στην τετράδα των πρωταγωνιστών της. Η αυλαία της λήξης μπροστά στην εξαφάνιση μιας γυναίκας και στα πρόσωπα που συνδέονται με διαφορετικό τρόπο μαζί της: τον ύποπτο για τον πιθανό φόνο της, τον αστυνομικό που διερευνά την υπόθεση, τον άπιστο σύζυγό της, την θεραπευόμενη την οποία βλέπει επαγγελματικά.

Πατώντας στο ιντριγκαδόρικο κείμενο του Αυστραλού συγγραφέα, ο Θωμάς Μοσχόπουλος σκηνοθέτησε μια παράσταση εύρυθμη και νευρώδη καταφέρνοντας να αποσπάσει από τους ηθοποιούς του ερμηνείες μεστές που υπηρετούν την κοινή προσπάθεια. Εξαιρετική η Άννα Μάσχα αποδίδει με ευαισθησία την ενοχική, ευάλωτη κι εξαρτημένη από τον άνδρα της Τζέην, μια γυναίκα με ματαιωμένα σχέδια, που νιώθει μπανάλ, όπως το όνομά της. Στο δεύτερο μέρος, ως Βάλερυ ξετυλίγει αριστοτεχνικά τις διακυμάνσεις αγωνίας, φόβου, απελπισίας και τραύματος στα πολυσήμαντα τηλεφωνικά μηνύματα της ψυχοθεραπεύτριας που εξαφανίζεται. Η Άννα Καλαϊτζίδου υπηρέτησε με σωματική και λεκτική ενάργεια τη δυναμική, σεξουαλική κι επιθετική στα θέλω της Σόνια αλλά και τον χαρακτήρα της χειριστικής Σάρα που δεν τα πάει καλά με τις σχέσεις.

Με εύγλωττη εσωτερικότητα και σωστά ζυγισμένη ένταση απάντησε ο Χρήστος Λούλης στην πρόκληση να ερμηνεύσει τρεις σύνθετους χαρακτήρες: τον πληγωμένο από την απιστία της γυναίκας του Πητ, τον αφημένο και εμμονικό Νηλ και τον απόμακρο σύζυγο της Βάλερυ, Τζον. Λιγότερο τολμηρός ερμηνευτικά, ο Γιώργος Χρυσοστόμου επωμίζεται τους πιο «γήινους» ρόλους του αστυνομικού Λεόν και του Νικ, του άνεργου οικογενειάρχη στον οποίο πέφτουν οι υποψίες για την εξαφάνιση.

Αφαιρετική στη σύλληψή της, αλλά λειτουργική και πειστική η σκηνογραφική πρόταση της Ευαγγελίας Θεριανού αφήνει σοφά τον θεατή να επικεντρωθεί στους χαρακτήρες και τη δυναμική αλληλουχία των διαλόγων, ενώ οι οθόνες στο φόντο συνδέουν κάθε σκηνή με το χώρο δράσης της προβάλλοντας ερωτικές συναντήσεις, αστικά τοπία, κύματα και πλάνα από έναν επαρχιακό δρόμο σαν «καμένα» από το φως αρνητικά.

Συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις σκηνές η μουσική επένδυση κλείνει το μάτι στην καταγωγή του έργου: Τη γεωγραφική και… ιδεολογική (ήχοι από ντιτζεριτού στην έναρξη και το «The dreaming» της Κέιτ Μπους στη λήξη) αλλά και τη δημιουργική. Δεν ξέρω αν ο συγγραφέας Άντριου Μπόβελ πρωτοχόρεψε σάλσα στους ρυθμούς του «Ven, devorame otra vez» που ακούγεται συχνά πυκνά στην παράσταση. Όπως όμως έχει δηλώσει σε συνέντευξή του, αυτά τα μαθήματα χορού σάλσα, που «αναγκάστηκε» να παρακολουθήσει υπό την απειλή της γυναίκας του ότι αν δεν της έκανε τη χάρη εκείνη θα ζητούσε διαζύγιο, ήταν η έμπνευση για τις «Σκοτεινές γλώσσες».


Info:
Θέατρο Πόρτα
Μεσογείων 59, τηλ.: 210 77 11 333

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Τετάρτη 20:00
Πέμπτη 21:15
Παρασκευή 21:15
Σάββατο 21:15
Κυριακή 18:30

Τιμές εισιτηρίων
Κανονικό 15€
Φοιτητικό, AMEA, άνω των 65, Πολυτέκνων 10€
Ανέργων 8€
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v