Τα όρια των "λαϊκών δικαστηρίων"

Μπορεί να διαφωνούμε με την πρόταση της εισαγγελέα για τον κατηγορούμενο Μίχο, αυτό δεν θα πει ότι έχουμε δίκιο (ή άδικο).  

Τα όρια των λαϊκών δικαστηρίων

Η πρόταση της εισαγγελέα για την μη ενοχή του κατηγορουμένου για την υπόθεση της 12χρονης στον Κολωνό ξεσήκωσε πλείστες όσες αντιδράσεις, φέρνοντας για μία ακόμη φορά στο προσκήνιο την συζήτηση για το κατά πόσον η ελληνική δικαιοσύνη είναι αδιάβλητη ή οι πολιτικές εξαρτήσεις της δεν της επιτρέπουν να κάνει  απερίσπαστη τη δουλειά της.

Πρώτον να ξεκαθαρίσω ότι δεν υπάρχει περίπτωση δικαστικοί λειτουργοί -ειδικά οι εισαγγελείς- να αποφύγουν εντελώς κάποιου είδους πολιτική πίεση, έμμεση ή και άμεση. Και αυτό έχει κυρίως να κάνει με τον τρόπο που λαμβάνουν το αξίωμά τους, δηλαδή στην ουσία κατ’ επιλογήν. Αυτή την πραγματικότητα αντανακλά το αμερικανικό σύστημα στο οποίο οι εισαγγελείς εκλέγονται από τον λαό και έτσι γνωρίζουν όλοι ποιον προσπαθούν να ικανοποιήσουν.

Δεύτερον, να πω πως θεωρώ πολύ σημαντικό το γεγονός ότι τόσος κόσμος εξέφρασε τη διαφωνία του με την πρόταση της εισαγγελέα Μαρίας Νικολού, όχι μόνο μέσω social αλλά και βγαίνοντας στον δρόμο για να το κάνει. Είναι υγιές κοινωνικό αντανακλαστικό και δείχνει για μία ακόμη φορά την πολιτική και κοινωνική δύναμη της απονομής δικαιοσύνης.

Έχει νόημα τα δικαστήρια να είναι «λαϊκά», να συμμετέχει δηλαδή κατά το δυνατόν ο λαός στην απονομή δικαιοσύνης. Έτσι νιώθουν οι άνθρωποι ότι είναι και οι δικές του καθημερινές επιλογές που στηρίζουν την πολιτεία και το δίκαιο που (θεωρητικά) την διατρέχει. Έχει όμως μεγαλύτερο νόημα να μην είναι λαϊκά- να μην αποτελούνται από ανθρώπους που ασχολούνται ευκαιριακά με την απονομή δικαιοσύνης, αλλά από επαγγελματίες, καταρτισμένους στην εφαρμογή του νόμου και- κυρίως-  εκπαιδευμένους για το πως θα πληροφορηθούν όλες τις πτυχές της υπόθεσης που καλούνται να δικάσουν.         

Αυτό, παρά την κάθε καλή διάθεση που μπορεί να έχουμε εμείς οι πολίτες να κάνουμε το «σωστό».

Τούτων λεχθέντων, και παρά την αντιπάθεια που μου προκαλεί για διάφορους λόγους ο κατηγορούμενος Μίχος, δεν μπορώ αβασάνιστα να ενώσω τη φωνή μου με όσους κατηγορούν την εισαγγελέα για «κάλυψη ημετέρων», για ηθελημένη αδικία δηλαδή, ή έστω για ανικανότητα αντίληψης. Κατανοώ ότι αυτή η επίκριση είναι ο τρόπος τους να «αποδώσουν» δικαιοσύνη εκ του μακρόθεν. Είναι όμως πολύ πιθανό αυτή η απονομή να είναι άδικη.

Και αυτό γιατί δεν ξέρουμε τι παρουσιάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου και με ποιον τρόπο. Οι δικαστικοί έχουν υποχρέωση να πειστούν για την ενοχή ενός κατηγορουμένου πριν προτείνουν την ενοχή του. Το δύσκολο σε αυτό είναι ότι πρέπει να πειστούν αποκλειστικά και μόνο με ό,τι θα παρουσιαστεί σε αυτούς ως μέρος της υπόθεσης. Ούτε με εικασίες, ούτε με συναισθηματισμούς, ούτε με καφενειακού τύπου διαπιστώσεις «θα-σου-πω-εγώ-πώς-γίνονται-αυτά». Είναι σοφή η επιλογή του συνταγματικού νομοθέτη.

Το τι ακριβώς συνέβη στην διαδικασία και η εισαγγελέας κατέληξε σε αυτή την πρόταση που σε μεγάλο βαθμό έρχεται σε αντίθεση με το κοινό περί δικαίου αίσθημα δεν το γνωρίζουμε, μια και λόγω της εμπλοκής ανηλίκου ήταν κεκλεισμένων των θυρών. Προτείνω ωστόσο, μαζί με την διατύπωση των αντιρρήσεών, των υποψιών ή έστω των επιφυλάξεών μας, να της δώσουμε το τεκμήριο της αθωότητας. Αφού δεν γνωρίζουμε, είναι πολύ πιο δίκαιο. Όπως λέει ένας πάνσοφος κανόνας απονομής δικαιοσύνης «καλύτερα να αθωωθούν 100 ένοχοι, παρά να καταδικαστεί ένας αθώος».

Αν και το θυμικό φτιάχνει συνειδήσεις και ευαισθητοποιεί κοινωνικά- συμβάλει στην Κοινωνία των Πολιτών- φοβάμαι ότι ποτέ δεν είναι καλός σύμβουλος στην εφαρμογή δικαίου.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v