Είδαμε «Το στρίψιμο της βίδας» στο θέατρο Άνεσις

Ενδιαφέρουσα διασκευή και σκηνοθεσία της γνωστής νουβέλας από τον Δ. Παπαδόπουλο, πολύ καλές ερμηνείες από τη Θάλεια Ματίκα και τον Ιάσονα Παπαματθαίου.
Είδαμε «Το στρίψιμο της βίδας» στο θέατρο Άνεσις
της Ιωάννας Μπλάτσου

Μια νεαρή γκουβερνάντα, δύο μικρά ορφανά, ένας κηδεμόνας θείος παρών/απών, κάποιες μεταφυσικές παρουσίες σε ένα επιβλητικό σπίτι στην αγγλική εξοχή, καταπιεσμένα και απωθημένα ορμέμφυτα, δυσδιάκριτα όρια ανάμεσα στο τι εκλαμβάνεται ως πραγματικότητα και ως φαντασία, η ιδέα του διφορούμενου της παιδικής αθωότητας, η νεύρωση της γυναικείας αγνότητας και η πιθανότητα μιας συνεπακόλουθης παράνοιας, συμβολισμός (στον τίτλο του κειμένου, στους τόπους όπου εκτυλίσσεται η ιστορία, στην ίδια τη δομική κατασκευή της πλοκής που αρχίζει από το τέλος της και τελειώνει στην αρχή της), βικτωριανή εποχή -το «Στρίψιμο της βίδας» εκδόθηκε το 1898- και φροϋδισμός. Αυτές είναι οι βασικές παράμετροι του αριστοτεχνικού ψυχολογικού θρίλερ του Henry James το οποίο άσκησε τεράστια επιρροή στη λογοτεχνία, στο θέατρο και στον κινηματογράφο.

«Το σημαντικό», έγραφε ο Henry James στα Σημειωματάριά του, «είναι να παρουσιάσει κανείς το θαυμαστό και το παράξενο περιοριζόμενος σχεδόν αποκλειστικά στο να δείξει την αντανάκλασή τους πάνω σε μιαν ευαισθησία, αναγνωρίζοντας ότι το κυριότερο στοιχείο συνίσταται σε κάποια δυνατή εντύπωση που προκαλούν και η οποία γίνεται έντονα αισθητή».

Η σκηνοθεσία
Γύρω από τον άξονα αυτής ακριβώς της αισθητικής τοποθέτησης του Αμερικανού συγγραφέα κινήθηκαν και οι σκηνοθετικές επιλογές του Δημοσθένη Παπαδόπουλου για τη θεατρική διασκευή της νουβέλας. «Το στρίψιμο της βίδας», αναδεικνύοντας αβίαστα και με υποδόριο τρόπο την αμφισημία –στις πράξεις, στις σκέψεις, στις επιθυμίες/ προβολές των ηρώων- που διαπερνά όλο το κείμενο αφήνοντας τον θεατή μετέωρο μέχρι τέλους, ακριβώς όπως και το βιβλίο εκτοξεύει τον αναγνώστη στην ανοίκεια και άβολη διάσταση του ανοιχτού τέλους.

Η διασκευή
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη θεατρική διασκευή του λογοτεχνικού κειμένου η οποία καθορίζει τις σκηνοθετικές, σκηνογραφικές, ενδυματολογικές και φωτιστικές επιλογές. Παρότι υπάρχει μια εξαιρετική θεατρική διασκευή του Jeffrey Hatcher, πάνω στην οποία είχε βασιστεί η αντίστοιχη εμβληματική παράσταση του Θωμά Μοσχόπουλου στο Θέατρο του Νότου το 2000, ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος επιχείρησε έναν «ελεύθερο συνειρμό πάνω στο έργο του Χένρι Τζέημς», όπως είναι ο υπότιτλος της παράστασης στο θέατρο Άνεσις, αποδεικνύοντας ότι διαθέτει και το τάλαντο του διασκευαστή-μεταφραστή.

Κρατώντας τον κεντρικό αφηγηματικό άξονα της νουβέλας και της πρότερης αμερικανικής διασκευής, παρεμβαίνει δημιουργικά σε καίριες λεπτομέρειες και ενίοτε αναδομεί αποτελεσματικά την πλοκή της γνωστής ιστορίας φωτίζοντάς τη πιο ψυχαναλυτικά. Ενδιαφέρουσα –και πιο «καθαρή», πιο λειτουργική- είναι η παρέμβασή του στο τέλος, με το όλο προηγούμενο παραστατικό συμβάν να μοιάζει όχι ως πραγματικότητα αλλά ως αποκύημα προβολή του νευρωτικού ψυχισμού της γκουβερνάντας. Υπό μία άλλη ανάγνωση, το τέλος που επιλέγει και υποστηρίζει σκηνοθετικά ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος δίνει μια κινηματογραφική διάσταση στο παραστασιακό αποτέλεσμα.

Οι ερμηνείες
Το καλλιτεχνικό διακύβευμα του Δημοσθένη Παπαδόπουλου θα έμενε μετέωρο χωρίς αντίστοιχα πολύ καλούς συνεργάτες. Οι δύο ηθοποιοί που ενσάρκωσαν όλους τους ρόλους της διανομής, η Θάλεια Ματίκα (γκουβερνάντα) και ο Ιάσων Παπαματθαίου (όλους τους υπόλοιπους ρόλους) είναι απολύτως και πολυεπίπεδα πειστικοί ως προς τα δραματουργικά ερείσματα της παράστασης. Η μεν Θάλεια Ματίκα ενσαρκώνει υποδειγματικά το κατά Maurice Blanchot «παραλογισμένο πνεύμα της παιδαγωγού που τυραννά τα παιδιά με τις δικές της μανίες μέχρι θανάτου» και ταυτόχρονα την ταλανιστική νευρωτική φύση της «ανύπανδρης κόρης πάστορα», η οποία «πάντα έμενε στην επαρχία» και ενώ «λατρεύει τα παιδιά», δεν έχει ακόμα δικά της.

Ο Ιάσων Παπαματθαίου με χαρακτηριστική άνεση μεταπηδά από τον ρόλο του κηδεμόνα/θείου, σε κείνον του μικρού αγοριού και στη συνέχεια της γηραιάς οικονόμου του σπιτιού. Ειδικά, ως μικρό αγόρι ενσωματώνει αριστοτεχνικά τη θεώρηση του Maurice Blanchot ότι «τα παιδιά συνδέονται με μια κυριαρχική σχέση προς τα πρόσωπα που τα κυνηγούν, που τα προσελκύουν, με την ανάμνηση του κακού, […] τα παιδιά αυτά είναι διεστραμμένα, είναι όμως επίσης και αθώα ("όσον καιρό τα παιδιά κρατούνται μακριά από τα φαντάσματα, διασώζονται"). Από αυτό το μοτίβο ο James θα αντλήσει ένα από τα σκληρότερα εφέ του: το διφορούμενο αυτής της αθωότητας, αθωότητα που είναι η καθαρότητα του κακού μέσα τους, […] αδιάφθορη αθωότητα που αντιπαραθέτουν στο πραγματικό κακό, το κακό των μεγάλων».

Οι φωτισμοί και τα κοστούμια
Τη μυστηριακή ατμόσφαιρα και τις δραματουργικές αμφισημίες του κειμένου σηματοδοτούν εύστοχα και έξοχα στην παράσταση οι φωτισμοί του Δημοσθένη Παπαδόπουλου, ενώ τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη αποδίδουν με δημιουργικό και ευφυή τρόπο τη βικτωριανή εποχή, κατά την οποία εκτυλίσσεται η ιστορία.

Τα μείον της παράστασης
Στα μείον της παράστασης, οι ετερόκλητες (τανγκό, ελληνικό μοιρολόι, ροκ) και αταίριαστες -προς τη γενική αισθητική κατεύθυνση- μουσικές επιλογές του Δημοσθένη Παπαδόπουλου, καθώς και το πρώτο βίντεο, αρκετά αφελές ως προς τη σύλληψη. Τέλος, η αλλαγή των ονομάτων των χαρακτήρων προς το ελληνικότερον ήταν μάλλον αχρείαστη.


Info:
Θέατρο Άνεσις
Λεωφ. Κηφισίας 14, Αμπελόκηποι, τηλ. 2107488881-2
Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Δευτ-Τρ 21.00
Τιμές εισιτηρίων: €10, €14, €17
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v