Ο Γιώργος Νανούρης μιλά στο in2life

Ο σκηνοθέτης της «Κατερίνας» μιλά στο in2life για την παράσταση που κέρδισε κοινό και κριτικούς και για τη δουλειά ως ψυχοθεραπεία.
Ο Γιώργος Νανούρης μιλά στο in2life
συνέντευξη στην Ιωάννα Γκομούζα

Μιλά γρήγορα, όχι όμως από τη βία του χρόνου – κι ας τον πετυχαίνω σε ένα διάλειμμα μεταξύ πρόβας και μοντάζ για τη νέα εκπομπή του. Μιλά με τον αυθορμητισμό του παιδιού που απλώνει στο τραπέζι για να μοιραστεί μαζί σου όλα τα «παιχνίδια»-σχέδιά του. Γιατί η δουλειά, η κίνηση είναι η ψυχοθεραπεία του. Κι ας μην υπάρχουν λεφτά, για τον Γιώργο Νανούρη το θέμα είναι να βάζει ο καθένας τον εαυτό του σ’ αυτό που κάνει, να κρατάμε τις μηχανές ζεσταμένες κόντρα στη θλίψη.

Μοιραστήκαμε το δρόμο και συναντηθήκαμε στο μεταίχμιο των γειτονιών μας, ένα μεσημέρι που θα άρχιζαν να «φυτρώνουν» έλατα γιορτινά στα πεζοδρόμια έξω από το Πεδίον του Άρεως, αν το φθινόπωρο δεν αποφάσιζε να θυμίσει το πρόσωπό του φιλοδωρώντας το κέντρο με καντάρια νερού. Δυο βήματα από την Πατησίων, σε ένα από αυτά τα café που τόσο του αρέσουν γιατί ευωδιάζουν σπιτική θαλπωρή και χειροποίητο. Όπως η μυρωδιά του οικείου που τον τράβηξε από παιδί στο θέατρο, όπως οι σχεδόν no budget παραστάσεις του που μπορούν να στηθούν χωρίς σκηνικά και φώτα, μόνο με μια κιθάρα, ένα φακό και μια ερμηνεία γεμάτη ενέργεια και ουσία. Η κουβέντα ξεκίνησε φυσικά από την παράσταση που σκηνοθετεί για δεύτερη χρονιά στο θέατρο Θησείον, από την «Κατερίνα», με τις λίστες αναμονής και τις σκιές της.

«Αυτό το βιβλίο δεν έχει σκοπό να πληγώσει κανέναν, εκτός από αυτούς που θα το διαβάσουν». Παρά την… απειλητική ατάκα με το «καλησπέρα» και τα δύσκολα θέματα που πραγματεύεται η παράστασή σας στο θέατρο Θησείον, η κοσμοσυρροή συνεχίζεται στην «Κατερίνα». Πού το αποδίδεις;
Αν ήξερα το λόγο θα τον επαναλάμβανα κάθε χρόνο για να κάνω sold out παραστάσεις! Είναι μία συνισταμένη παραγόντων: Είναι το κείμενο πολύ δυνατό, είναι η Λένα (σ.σ. Παπαληγούρα), ο Λόλεκ. Ο συνδυασμός όλων μας έφτιαξε κάτι που κάνει τους ανθρώπους που φεύγουν από το θέατρο να παίρνουν τους φίλους τους και να τους λένε «πηγαίνετε να το δείτε κι εσείς». Νομίζω επίσης ότι αυτό συμβαίνει επειδή η παράσταση μιλάει για πολλά ζητήματα που αφορούν πολύ κόσμο. Πέρα από το κεντρικό που είναι η διπολική διαταραχή, μιλά για τις σχέσεις, για τη σχέση συντρόφων, για τη σχέση μάνας και γιου. Με την παράσταση ανακαλύψαμε ότι το θέμα της διπολικής διαταραχής ταλανίζει πάρα πολλές οικογένειες, πολύ περισσότερο κόσμο απ’ όσο νομίζαμε. Άγνωστοί μας θεατές, αλλά και φίλοι μας μάς αποκαλύπτουν ότι έχουν κάποιον άνθρωπο με διπολική διαταραχή στην οικογένειά τους. Νιώθω ότι οι άνθρωποι, απ’ ότι μας λένε τουλάχιστον, με έναν τρόπο λυτρώνονται που έρχονται και το βλέπουν να επικοινωνείται κι από άλλους. Επιτέλους νιώθουν ότι δεν είναι μόνοι και ότι μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτό.

Το είχα κατά νου να σε ρωτήσω πώς αντιδρούν οι θεατές. Αν σε προσέγγισε κάποιος για να σου εκμυστηρευτεί κάποια σχετική προσωπική εμπειρία.
Γίνεται συνέχεια. Μας στέλνουν και μηνύματα στο Ίντερνετ, στο facebook. Μία θεατής ήρθε με δάκρυα στα μάτια μετά την παράσταση και μας είπε ότι η ίδια έπασχε από αυτό, το έχει ζήσει. Είχε κρεμαστεί και την πρόλαβε η μαμά της…

Ποια χορδή σου άγγιξε το κείμενο του Αύγουστου Κορτώ για την ιστορία της μητέρας του και αποφάσισες να καταπιαστείς μαζί του;
Αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό πριν ακόμα διαβάσω το βιβλίο, ξέροντας το θέμα του. Η Κατερίνα, νεκρή πλέον, μιλά για τη ζωή της σε πρώτο πρόσωπο. Με κινητοποίησε το ότι ένας άνθρωπος έγραψε ένα κείμενο όπως πίστευε ότι θα το έλεγε η μητέρα του, την οποία έχει βρει ο ίδιος νεκρή. Επιπλέον με εξίταρε να γνωρίσω τον κόσμο των ανθρώπων που έχουν διπολική διαταραχή. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν πάρα πολλές εξάρσεις οι οποίες οφείλονται στην αρρώστια τους. Οι γύρω τους όμως το μπερδεύουν αυτό και νομίζουν ότι είναι στριφνοί, πολύ δύσκολοι και νευριάζουν μαζί τους. Ήθελα να καταλάβει ο κόσμος ότι δεν είναι θέμα χαρακτήρα αλλά ότι είναι η αρρώστια που σε κάνει τη μία να είσαι τόσο επιθετικός και την άλλη να βυθίζεσαι και να κλαις. Το μέλημά μου ήταν ο κόσμος να αγαπήσει την Κατερίνα, να την καταλάβει. Ελπίζω ότι τα κατάφερα.



Ένα χρόνο μετά το ξεκίνημα αυτού του «ταξιδιού», τι νιώθεις να έχεις κερδίσει;
Πάρα πολλά. Μόνο κέρδος έχω. Κατ’ αρχάς τη φιλία μου με τη Λένα, τον Λόλεκ και τον Αύγουστο, μια πολύ ωραία σχέση ζωής γιατί όλο αυτό το πράγμα μας έχει ενώσει. Και το άλλο που κέρδισα, ή μάλλον ξανακέρδισα, είναι την ελπίδα που είχα χάσει για ένα διάστημα με όλα αυτά που συμβαίνουν. Με την «Κατερίνα» η ζωή μού απέδειξε πως ό,τι κι αν συμβαίνει πάντα υπάρχει ελπίδα για φως στην άκρη του τούνελ. Αρκεί βέβαια να κάνουμε κι εμείς κάτι γι’ αυτό. Ήταν μια παράσταση που έφτιαξα στο σπίτι μου κάνοντας πρόβες με ένα φακό, χωρίς κανένα μέσο, γιατί δεν υπήρχαν χρήματα. Βάλαμε μόνο τους εαυτούς μας. Ο Λόλεκ έβαλε την κιθάρα του, ο Αύγουστος το βιβλίο του, η Λένα την ερμηνεία της, εγώ ένα φακό. Και αυτό το πράγμα μας ζει εδώ και ένα χρόνο και ζει και άλλο κόσμο, τους ανθρώπους του θεάτρου. Άρα υπάρχουν τρόποι να αυτοτροφοδοτηθούμε ακόμα κι αν κανείς δεν μας χρηματοδοτεί. Υπάρχει ελπίδα, υπάρχει διέξοδος για όλους. Ο καθένας να ψάξει τον τρόπο του.

Γίνεσαι άνθρωπος-ορχήστρα προκειμένου να ανέβει μία παράστασή σου. Έχεις ασχοληθεί με τους φωτισμούς, έχεις σκουπίσει. Με τα χρόνια νιώθεις να σε κουράζει αυτό, όταν διαρκώς χρειάζεται να αντιμετωπίζεις δυσκολίες;
Έχω συνηθίσει αυτή τη συνθήκη. Έτσι είναι και θα είναι και χειρότερα ίσως. Αντί να στενοχωριέμαι λοιπόν, χαίρομαι που κάνω τη δουλειά που θέλω και ζω από αυτήν. Επίσης, τη δουλειά μου δεν τη βλέπω αφ’ υψηλού. Δεν περιμένω να πάω στο θέατρο και να έχω δέκα ανθρώπους που θα κάνουν τα πάντα. Μου αρέσει πολύ που καταπιάνομαι με αυτά. Και άλλους να έχω, πάλι θεωρώ ότι θα επεμβαίνω. Θα πω: «αυτό γιατί δεν το έκανες έτσι;» (σ.σ. γελώντας). Οπότε δε με πειράζει. Ωραίο είναι να έχεις ανθρώπους, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν και χρήματα για να πληρώνονται. Γιατί εγώ δεν μπορώ να έχω ανθρώπους που να μην πληρώνονται. Από εκεί ξεκινά όλο το πράγμα.

Στην παράσταση εμπλέκεσαι και ως περφόρμερ-φωτιστής επί σκηνής σ’ ένα ευρηματικό «παιχνίδι» φωτοσκιάσεων χρησιμοποιώντας ένα φακό. Σκηνοθετική άποψη ή ανάγκη;
Το θέμα του φακού είχε ξεκινήσει παλιότερα ως ανάγκη, το 2008 στο «Εδώ», γιατί δεν υπήρχαν καθόλου χρήματα για φώτα. Είχαμε πάει και σε έναν χώρο που δεν είχε καθόλου φωτιστικές εγκαταστάσεις και είπα «ας πάρουμε φακούς και ό,τι γίνει». Επίσης ήταν μια παράσταση (βασισμένη σε αληθινές ιστορίες-μαρτυρίες μεταναστών), η οποία ενώ ανέβηκε αρχικά για δέκα μέρες, παιζόταν για δύο χρόνια και την είχε εντάξει στο πρόγραμμά του και το Φεστιβάλ Αθηνών. Τώρα είναι άποψη. Και οι τρεις μας έχουμε ένα διττό ρόλο στην παράσταση. Η Λένα είναι η Λένα που πρέπει να διαβάσει το βιβλίο, γίνεται όμως και η Κατερίνα. Ο Λόλεκ είναι ο μουσικός που παίζει επί σκηνής, όμως είναι και ο Τάσος, ο σύζυγός της. Εγώ είμαι ο σκηνοθέτης της παράστασης, όμως είμαι και ο Αύγουστος που έχω γράψει το βιβλίο. Οπότε ως Αύγουστος φωτίζω τη ζωή της μητέρας μου και ως σκηνοθέτης φωτίζω τη Λένα. Είμαστε τρεις καλλιτέχνες που διαβάζουμε ένα βιβλίο με το δικό μας τρόπο.

Τι σε γοητεύει στις σκιές;
Που ξαφνικά ένας άνθρωπος έχει κι άλλη μία υπόσταση, διπλή. Μου αρέσει πάρα πολύ αυτό γιατί όλοι έχουμε πολλές υποστάσεις μέσα μας, απλώς δεν φαίνονται. Τις βγάζουμε ανάλογα με το πού είμαστε, με ποιους είμαστε. Όλοι έχουμε πολλούς εαυτούς. Νομίζω ότι η σκιά βγάζει αυτόν τον άλλο εαυτό που μπορεί να έχουμε και μπορεί να μεγαλώνει, να μικραίνει, να είναι άσχημος, όμορφος. Με την «Κατερίνα» ήθελα να δείξω ότι εξωτερικά αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να δείχνουν μια χαρά αλλά μέσα τους είναι αλλιώτικοι.

Πολλές σκηνοθετικές σου δουλειές δε βασίζονται σε θεατρικά κείμενα. Γιατί;
Επειδή μέσα μου δε νιώθω ότι είμαι πραγματικός σκηνοθέτης. Επειδή μάλλον δεν ξεκίνησα ως σκηνοθέτης ούτε ξεκίνησα σκεπτόμενος να γίνω σκηνοθέτης, ακόμα κρατάω ένα φόβο να πω ότι θα καταπιαστώ θεατρικά με ένα κείμενο. Το έχω κάνει, αλλά πολύ λίγο. Οπότε πάντα παίρνω άλλα κείμενα που δεν είναι γραμμένα για θέατρο, για να νιώθω λίγο πιο ήσυχος! Ένας ακόμα λόγος είναι ότι με εξιτάρει πολύ να μεταφέρω στο θέατρο ένα κείμενο το οποίο δεν είναι γραμμένο για το θέατρο. Σου δίνει και μιαν άλλη ελευθερία. Δεν έχει τις οδηγίες που έχει ένα θεατρικό έργο.

Ηθοποιός, σκηνοθέτης, ερμηνευτής τραγουδιών στο θεατρικό σανίδι, δάσκαλος υποκριτικής, εσχάτως και δημιουργός και παρουσιαστής εκπομπής: Σε ποια… παπούτσια νιώθεις πιο άνετα;
Είναι μια εποχή που δεν νομίζω ότι χρειάζεται να έχουμε τέτοια διλήμματα. Ο καθένας κάνει οτιδήποτε προσπαθώντας να επιβιώσει και να περάσει αυτή τη μία ζωή που έχει καλά. Εγώ είμαι μία δημιουργική φύση και μπορώ τα πράγματα που βάζω στο μυαλό μου να τα υλοποιώ. Με πάρα πολύ τρέξιμο και αγωνία. Μόνος μου τρέχω. Όμως αφού αποδίδει όλο αυτό το πράγμα, δεν παραπονιέμαι κι ας κουράζομαι.

Έχεις κάποιο θεατρικό πόθο, σκηνοθετικά ή ως ρόλο;
Ποτέ δεν είχα. Δεν σκεφτόμουν τι θα παίξω ή τι θα κάνω. Ήθελα να είμαι μέσα σ’ ένα θέατρο. Μη με ρωτήσεις γιατί, δεν ξέρω. Ούτε σε σινεμά σκεφτόμουν, ούτε στην τηλεόραση, ούτε στο πάλκο. Στο θέατρο. Το ήθελα από πολύ μικρός. Οι γονείς και η αδερφή μου μού αναφέρουν ότι το έλεγα από 4 ετών. Περίπου 7 χρονών είχα δει μια παιδική παράσταση και είχα εντυπωσιαστεί από τη μυρωδιά του θεάτρου. Αυτή η ίδια μυρωδιά μου έρχεται πάντα όταν πηγαίνω στο θέατρο. Δεν μπορώ να την περιγράψω. Μου βγάζει όμως κάτι οικείο, ότι εγώ εδώ πρέπει να είμαι. Είχα μπερδευτεί γιατί δεν είχα καταλάβει αν αυτό που έβλεπα είναι αλήθεια ή ψέμα. Θυμάμαι ότι φεύγοντας από το θέατρο, πίσω από τη σκηνή είδα στα κλεφτά τους ηθοποιούς να βάφονται στα καμαρίνια και ταυτόχρονα κοίταζα τη σκηνή και δεν καταλάβαινα. Τα καμαρίνια ήταν το αληθινό και αυτό που είδα το ψεύτικο ή το αντίστροφο;

Τελευταία κρατάς και άλλο ρόλο, έχεις την τηλεοπτική εκπομπή σου, το ΠίξΕλ.
Δεν θεωρώ ότι είμαι συνεντευξιαστής ή δημοσιογράφος. Σ’ αυτή την εκπομπή (12 επεισόδια αφιερωμένα σε συγκεκριμένους ανθρώπους) κάνω κουβέντα με αγαπημένους φίλους και συνεργάτες μου, με ανθρώπους που εκτιμώ. Δεν προετοιμάζω τι θα τους ρωτήσω. Είναι σαν να πηγαίνουμε για έναν καφέ και λέμε για τα θέματά μας. Τους ακολουθώ στη δουλειά τους, στο γύρισμα, στην πρόβα στο θέατρο, στο στούντιο, στην καθημερινότητά τους. Η ιδέα μου ήρθε πέρσι το καλοκαίρι. Βλέποντας τηλεόραση, όπου κι αν γύριζα, ήταν σαν να βλέπω την ίδια εκπομπή με άλλους ανθρώπους. Και σκέφτηκα, γιατί δεν κάνουμε κάτι πιο κανονικό, πιο απλό. Με το ΠίξΕλ ήθελα να πω ότι μπορεί να υπάρξει κι ένας άλλος τρόπος να κάνεις μια εκπομπή. Δεν ξέρω αν είναι καλύτερος ή χειρότερος. Το λέω ως κάτι το διαφορετικό. Είναι μια αστική εκπομπή και πολύ χειροποίητη. Σε κάθε επεισόδιο χαρίζω ένα κινητό στον καλεσμένο και του αναθέτω μια αποστολή: να δημιουργήσει ένα μονόλεπτο βίντεο με ό,τι θέμα θέλει. Όταν τελειώσουν και οι δώδεκα θα κάνουμε μία έκθεση και θα καλέσουμε το κοινό να έρθει για να δούμε τα βίντεο που μας έφτιαξαν.



Ζεις κοντά στην πλατεία Βικτωρίας, σε μια περιοχή με πολυεθνικό πληθυσμό που φέτος έγινε χώρος υποδοχής και για κύματα προσφύγων. Σε έχει επηρεάσει αυτό ως άνθρωπο και στη δουλειά σου;
Δεν γίνεται, πριν ανέβεις στο σπίτι σου να βλέπεις από κάτω να κοιμάται κόσμος και να μένεις ανεπηρέαστος. Το 2008 που έκανα την παράσταση με τους μετανάστες από εδώ ορμώμενος την έκανα. Είναι πολύ δύσκολο να βρέχει, να ανεβαίνεις στην ασφάλεια και στη ζεστασιά του σπιτιού σου και από κάτω να ζουν άνθρωποι στο δρόμο. Και να μην μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτό. Νιώθεις ενοχές. Μπορώ να πάρω εκατό ανθρώπους στο σπίτι μου; Δεν μπορώ. Η γειτονιά όμως είναι αλλιώς ευαισθητοποιημένη εδώ γιατί οι άνθρωποι το ζουν αυτό κάθε μέρα. Υπάρχει ένας άγραφος νόμος: Έχουμε κάποια σημεία στα οποία αφήνουμε πράγματα, τρόφιμα, ρούχα, παπούτσια. Δεν μένουν άνθρωποι πλούσιοι εδώ κι όμως βλέπεις ότι βοηθάνε. Παρ’ όλο που όλοι περνάμε δύσκολα, ακόμα υπάρχει ανθρωπιά. Ερχόντουσαν κύματα ανθρώπων και από άλλες περιοχές και άφηναν πράγματα. Με γέμισε πάλι ελπίδα αυτό το πράγμα. Δεν έχουμε γίνει θηρία όλοι. Υπάρχουν και άνθρωποι που ακόμα σκέφτονται τον διπλανό τους.

Για τον συγγραφέα της «Κατερίνας» η εξομολογητική φύση της γραφής είναι σαν το ντιβάνι του ψυχαναλυτή. Εσένα ποια είναι η ψυχοθεραπεία σου;
Σίγουρα η δουλειά, η κίνηση, το τρέξιμο. Η ακινησία δε με βοηθάει. Θεωρώ ότι είναι χρέος μας να συνεχίσουμε να κινούμε τη μηχανή. Γιατί τώρα έτσι όπως είναι τα πράγματα, αν επιβληθεί η θλίψη, η ανασφάλεια και η στενοχώρια και μας κάνει να κάτσουμε, θα βυθιστούμε πάρα πολύ και μετά θα είναι πολύ πιο δύσκολο να αναδυθούμε. Να προσπαθήσουμε τώρα που είναι δύσκολα τα πράγματα να κρατήσουμε τις μηχανές ζεσταμένες με την προσδοκία ότι κάποια στιγμή θα πάρει μπρος πάλι η… μεγάλη μηχανή.

Ποιο είναι το μότο που σε αντιπροσωπεύει;
Μην κάνεις στους άλλους αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν. Προσπαθώ όσο μπορώ να το τηρώ. Τα καταφέρνω πάρα πολλές φορές, άλλες φορές όχι.
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v