Σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο: Η αγωνία των γηρατειών

Το νέο βιβλίο της Ελένης Γιαννακάκη εστιάζει στην αγωνία των γηρατειών και ακροβατεί μεταξύ μυθιστορήματος και νουβέλας.
Σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο: Η αγωνία των γηρατειών
Αξιοπρέπεια!

Αυτή είναι η κραυγή που εκπέμπει η γηραιά αφηγήτρια του νέου βιβλίου της Γιαννακάκη. Ζητά, εκλιπαρεί με τον τρόπο της, ωρύεται στη σιωπή της, για να κερδίσει την αξιοπρέπεια που έχει στερηθεί λόγω του γήρατος, του Αλτσχάιμερ, του Πάρκινσον, λόγω της ανημπόριας και του αποκλεισμού σε ένα γηροκομείο. Ζητά να ξαναβρεί τον εαυτό της, τον ακμαίο και ευπρεπή, αυτόν που της αφαίρεσε η ηλικία. Ζητά την αναγνώριση της ανθρώπινής της υπόστασης που της αρνούνται η κόρη της Μαρία, η οποία την έχει πετάξει σε μια άκρη, οι νοσοκόμες που δεν έχουν την υπομονή να τη συντροφεύσουν στην τουαλέτα και γενικά οι νέοι, που δεν μπορούν να συναισθανθούν τη φθορά και την παρακμή, στην οποία θα βρεθούν και οι ίδιοι!

Παρακολουθούμε επομένως τον χειμαρρώδη μονόλογο της Δήμητρας, που θυμάται πολλά από το παρελθόν, που ελεεινολογεί το παρόν και που παίζει με τα παζλ του μυαλού της, το οποίο την προδίδει και αναξιόπιστο της αφήνει κενά και διαλείψεις. Είναι ο κλασικός εσωτερικός μονόλογος που αρέσκεται να χρησιμοποιεί η συγγραφέας, όπως έκανε και στα άλλα της έργα. Εκφράζει τον εσωτερικό κόσμο της ηρωίδας (αν θυμάμαι καλά, οι περισσότερες αφηγήτριες είναι γυναίκες), κάνει διάφανο το πρόσωπό της και έτσι οι αναγνώστες εισχωρούμε στο βαθύτερο είναι της, δείχνει πώς σκέφτεται αυθόρμητα και αδιαμεσόλαβητα ο πρωταγωνιστής. Σ’ αυτό, ειδικά στο “Σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο”, βοηθάει η προφορικότητα του λόγου, όχι μόνο στο ρέον τρέξιμό του αλλά κυρίως στις στάσεις, στις παλιλλογίες, στις διορθώσεις, στα κοψίματα των λέξεων. Εξαιτίας της φύσης της εν λήθη και συγχύσει ηρωίδας η ομιλία της είναι πιο κοφτή, πιο “ανεπεξέργαστη”, πιο τσακισμένη από το αλτσχάιμερ και την αποσπασματικότητα της σκέψης, με τον συνειρμό να προσπαθεί να γεφυρώσει σκόρπια γεγονότα και σκέψεις.

Ο τίτλος θυμίζει –σκόπιμα– το βιβλίο του Βαλτινού “Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο”, όπου πάλι μια υπέργηρη κυρία, θολωμένη και μπερδεμένη, διηγείται… Τον Βαλτινό δεν τον έχω διαβάσει, αλλά βρήκα μια πολύ καλή κριτική που συνδέει, κρίνει και συγκρίνει, τα δύο βιβλία. Η Παπαργυρίου στην “Εφημερίδα των συντακτών” φωτίζει ομοιότητες και διαφορές (“Δύο αποχρώσεις του γκρι”), αναδεικνύοντας τη σχέση τους σε μας που δεν έχουμε πλήρη εποπτεία.

Ξαναγυρίζω στη Γιαννακάκη. Το θέμα της τρίτης ηλικίας δεν έχει ξεφύγει από τις εικόνες της τηλεόρασης με τους ηλικιωμένους στην ουρά του ΙΚΑ ή στις αυλές των σπιτιών να πλέκουν. Στη λογοτεχνία, αν το καλοσκεφτούμε, πολλοί μεγάλοι σε ηλικία συγγραφείς γράφουν για τη γενιά τους, αλλά η Γιαννακάκη απ’ τη μια δεν είναι ηλικιωμένη κι απ’ την άλλη μιλά γι’ αυτά που δεν λένε οι υπερήλικες πεζογράφοι: για την αναξιοπρέπεια και τη μιζέρια στην οποία τους έχει ρίξει η ζωή. Κι απ’ την άλλη η αφηγήτρια συνειδητοποιεί μέσα στην παραζάλη της ότι είχε αδικήσει “γαϊδουρινά” τη δική της μητέρα, σαν να είναι αυτός ο αποκλεισμός των μεγάλων αέναο δεδομένο της νεότητας.

Νομίζω ότι θα μπορούσε το βιβλίο να γίνει νουβέλα και όχι μυθιστόρημα, να μείνει δηλαδή στις 100 - 120 σελίδες, κυρίως επειδή ο βασικός του στόχος, όπως το διαβάζω, είναι να αποδώσει τον φόβο των γηρατειών και της περιθωριοποίησης από τη ζωή. Επειδή λοιπόν κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται ιστορία, στόρυ, πλοκή δράσης αλλά συναίσθημα, μονόλογο, εσώψυχα, όπως κάνει εν πολλοίς πετυχημένα η συγγραφέας, δεν χρειάζονται διακόσιες σελίδες χωρίς εξέλιξη στην υπόθεση. Ας πούμε η πολιτική πτυχή, που θέλει τον πατέρα της αφηγήτριας να υφίσταται “διώξεις”, επειδή δεν είναι αριστερός, δεν βασίζεται ικανοποιητικά και μένει ερωτηματικό. Αν αναπτυσσόταν, θα μπορούσε να στηρίξει μια πιο ενεργή εξέλιξη.

Η Γιαννακάκη ξέρει να γράφει πάντα με διπλοβελονιά, αλλά θεωρώ πως δεν ήταν τόσο προκλητική όσο στα άλλα της γραπτά.

Ο blogger Πατριάρχης Φώτιος

Ελένη Γιαννακάκη
“Σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο”
εκδόσεις Πατάκη
2016
Σελ 198
Τιμή: 9,70
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v