Η πλάνη των καλών βαθμών

Σε μία εκπαίδευση που δείχνει να έχει χάσει το βηματισμό της, η σχολική βαθμολογία στο ελληνικό σχολείο συνιστά ένα πρόβλημα, δίχως επίλυση.

Η πλάνη των καλών βαθμών

γράφει ο Δημήτρης Κούκης, ψυχολόγος (BA, MSc) - συστημικός ψυχοθεραπευτής 

«Τι βαθμό πήρες;»… η συχνότερη ερώτηση αναφορικά με το σχολείο. Γενιές και γενιές έχουν μεγαλώσει σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που ο καλός βαθμός ήταν πιο σημαντικός από την πραγματική αγάπη για την μόρφωση.

Η ύπαρξη της αξιολόγησης σε όλες τις σχολικές βαθμίδες δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το πρόβλημα της έλλειψης κινήτρου για μάθηση στους μαθητές, της ανίας στη σχολική αίθουσα, της παρωχημένης εκπαιδευτικής δραστηριότητας, που καταλήγει σε μία μηχανική συσσώρευση πληροφοριών.

Πράγματι, σε μία εκπαίδευση που δείχνει να έχει χάσει τον βηματισμό της, η σχολική βαθμολογία στο ελληνικό σχολείο συνιστά ένα πρόβλημα, δίχως λύση. Αντί να προωθεί την αγάπη και το κίνητρο για τη μάθηση, οδηγεί στην αποστήθιση κι όχι στην κριτική σκέψη, στη στείρα απομνημόνευση πληροφοριών και πολύ συχνά στην προσπάθεια των μαθητών για εξαπάτηση στις εξετάσεις και τα διαγωνίσματα.

Το κυνήγι της βαθμολογίας μονοπωλεί την προσπάθεια των παιδιών, αφού η πρόοδος ισοδυναμεί μόνο με τον καλό βαθμό. Η χαρά της εκπαιδευτικής διεργασίας και η έμφυτη περιέργεια για τη νέα γνώση αποσύρονται από το σχολείο και εμφανίζονται τα φροντιστήρια για να εξασφαλίσουν μία αξιοπρεπή βαθμολογία.

Μελέτες δείχνουν ότι η βαθμοθηρία για τους άριστους μαθητές λειτουργεί συχνά ψυχοπιεστικά και μπορεί να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε σχολική αποτυχία, σε ψυχική ασθένεια και σε δυσλειτουργική ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη.

Αλλά, ακόμα κι αν η βαθμολογία μπορεί να παίξει έναν θετικό παιδαγωγικό ρόλο για τους καλούς μαθητές, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους πιο αδύναμους. Κατά κανόνα τα παιδιά με χαμηλές βαθμολογίες δεν κινητοποιούνται μαθησιακά, αλλά προσαρμόζονται στο ρόλο του «μέτριου», αυτού που «δεν παίρνει τα γράμματα» κι αποδέχονται γρήγορα τη μειονεξία και την υστέρησή τους στη σχολική αίθουσα. Για την ακρίβεια, η υψηλή βαθμολογία ενθαρρύνει τον «καλό» μαθητή, παρωθώντας τον να γίνει καλύτερος, ενώ λειτουργεί αρνητικά για τον «κακό» μαθητή.

Η εκπαιδευτική πραγματικότητα μαρτυρά ότι το ισχύον σύστημα αξιολόγησης των μαθητών αναπαράγει μία στρεβλή αντίληψη για τον ουσιαστικό ρόλο του σχολείου. Η σχολική αίθουσα από χώρος διαρκούς αγωγής μετατρέπεται σε πεδίο ανταγωνισμού με έπαθλο την ποσοτική έκφραση της μηχανιστικής απομνημόνευσης πληροφοριών. Η εκπαίδευση επικεντρώνεται στην ιστορία, τα μαθηματικά, τη φυσική, τα αρχαία… και αγνοεί την ξεχωριστή προσωπικότητα κάθε μαθητή και τις παραγωγικές κλίσεις του, ενώ  σίγουρα δεν αξιολογεί το σεβασμό, την αλληλεγγύη, τον αλτρουισμό του. Πολλά είναι τα παραδείγματα εφευρετών, καλλιτεχνών και προσωπικοτήτων που είχαν μόνιμα χαμηλές σχολικές επιδόσεις. Προφανώς η απειλή του χαμηλού βαθμού καταστρέφει την έμφυτη περιέργεια για μάθηση και δράση.

Η σχολική παρουσία των μαθητών επηρεάζεται από πολλαπλές συνθήκες, που δεν σχετίζονται αποκλειστικά και μόνο με τη μαθησιακή επίδοσή τους, καθώς εμπλέκεται δραστικά το οικογενειακό, το εκπαιδευτικό αλλά και το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζουν. Κι αυτό δείχνει να το αγνοεί η ξεπερασμένη πλέον σχολική αξιολόγηση των παιδιών όλων των βαθμίδων.

Άλλωστε, οι εκπαιδευτικοί που βαθμολογούν τους μαθητές τους, παραδόξως αρνούνται να αξιολογηθούν οι ίδιοι και αντιτίθενται σε κάθε προσπάθεια αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου τους.

Η αξιολόγηση των μαθητών και της συνολικής εμπλοκής τους στην εκπαιδευτική διαδικασία έχει νόημα κι αξία, μόνο αν αποτελεί μέρος μίας συνολικής αξιολογικής διαδικασίας του εκπαιδευτικού έργου. Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση καθίσταται χρήσιμη, αν κρίνει την επίδοση των μαθητών, την ποιότητα της διδασκαλίας των εκπαιδευτικών, το ισχύον αναλυτικό πρόγραμμα, τη χρηστικότητα των σχολικών εγχειριδίων, τις συνθήκες διδασκαλίας και μάθησης στο σχολείο, την υλικοτεχνική υποδομή στο σχολείο, την οργάνωση και διοίκηση του σχολείου.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v