ΔΙΑΤΡΟΦΗΔΙΑΤΡΟΦΗ & ΥΓΕΙΑ

Χορτοφαγία και ωμοφαγία: Όσα πρέπει να ξέρεις

Πώς ωφελούν σώμα και περιβάλλον η χορτοφαγία και η ωμοφαγία, τι αλλαγές προκάλεσαν στη βιομηχανία τροφίμων και πώς θα πρέπει να τις ακολουθούμε;

Χορτοφαγία και ωμοφαγία: Όσα πρέπει να ξέρεις

H Ελλάδα είναι η πέμπτη κρεατοφαγική χώρα στον πλανήτη και η πρώτη στον Δυτικό κόσμο με 104 κιλά κατά κεφαλήν κατανάλωσης ετησίως. Η ανάδειξη της κλιματικής αλλαγής και των διατροφικών σκανδάλων από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και ο προβληματισμός σε σχέση με τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα έχουν ευαισθητοποιήσει το καταναλωτικό κοινό σε τέτοιο βαθμό, ώστε να παρατηρείται πολύ συχνά αλλαγή διατροφικού προτύπου και στροφή στην χορτοφαγία και στην ωμοφαγία.

Είναι τέτοια δε, η διάδοση της φιλοσοφίας των προτύπων αυτών που πλέον αποτελούν κινήματα τα οποία προωθούν ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, φιλικότερο προς το περιβάλλον.

Τα vegan και τα «ωμά» νούμερα

To 1997 περισσότερο από 5% του ενήλικου πληθυσμού του Ηνωμένου Βασιλείου δήλωνε χορτοφάγοι ενώ περίπου το 9% απέφευγε το κόκκινο κρέας. Το 1984 τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 2% και 2,5%. Μεγάλη μελέτη του 2002 στις γυναίκες της ίδιας χώρας ανίχνευσε ότι το 18% των γυναικών ήταν χορτοφάγοι και το 1% ωμοφάγοι. Σήμερα, το ποσοστό των χορτοφάγων ή ωμοφάγων στο Ηνωμένο Βασίλειο αγγίζει το 12% και στις ηλικίες 16 έως 24 το ποσοστό φτάνει το 20%.

Οι δίαιτες αυτές επιλέγονται συχνότερα από τις γυναίκες και κυρίως από αυτές ηλικίας 20 έως 40 ετών. Στο Ισραήλ, οι vegans αντιπροσωπεύουν το 15% του πληθυσμού, στην Πολωνία το 7% και στη Γερμανία το 6%. Παγκοσμίως δε οι Vegans υπερβαίνουν κατά πολύ τα 50 εκατομμύρια. Στην Ελλάδα, οι «πρεσβευτές» της vegan διατροφής (της αποχής δηλαδή από κάθε μορφή ζωικής πρωτεΐνης) υπολογίζονται περίπου στους 80.000, στο 0,8% του πληθυσμού δηλαδή. Το εύρος των ηλικιών τους κυμαίνεται από 18 έως 25 ετών

Το εύρος των τροφίμων που αποφεύγονται ποικίλει από άτομο σε άτομο, αλλά σε γενικές γραμμές στο στόχαστρο βρίσκονται οι προφανείς πηγές κόκκινου και λευκού κρέατος,  τα ψάρια, τα αυγά, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, επεξεργασμένα τρόφιμα που περιέχουν γενετικά τροποποιημένα συστατικά, τυριά που έχουν παραχθεί με ζωική πυτιά, πρόσθετα τροφίμων από ζωικές πηγές και κρασιά που έχουν διαυγασθεί με λεπιδόλιθο, χιτίνη, ζελατίνη ή αλβουμίνη αβγού.

Τα πλεονεκτήματα μιας χορτοφαγικής διατροφής

Οι χορτοφαγικές δίαιτες έχουν το πλεονέκτημα ότι είναι πλούσιες στους πολύτιμους σύνθετους υδατάνθρακες, τις φυτικές ίνες και φτωχές σε κορεσμένα λίπη. Διαμορφώνουν έτσι ένα διατροφικό προφίλ που βοηθά να προληφθεί η παχυσαρκία και οι χρόνιες νόσοι. Τα διατροφικά αυτά πρότυπα είναι επίσης πλούσια σε αντιοξειδωτικά, φυλλικό οξύ, μαγνήσιο, καροτενοειδή και φυτοχημικά συστατικά όπως οι ισοφλαβόνες και οι στερόλες. Η χαμηλότερη περιεκτικότητα των διαιτών αυτών σε θειώδη αμινοξέα (που περιέχονται στο κρέας) τις καθιστά χαμηλές σε οξύτητα και έτσι προστατευτικές έναντι της οστικής μάζας και της οστεοπόρωσης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Οι μελέτες δείχνουν ότι οι χορτοφάγοι και οι ωμοφάγοι συνήθως είναι μη καπνιστές, έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο και υψηλό κοινωνικοοικονομικό «στάτους». Οι παράγοντες αυτοί ευνοούν συμπεριφορές που προάγουν την καλύτερη υγεία.

Το αποτύπωμα των διαιτών αυτό στο περιβάλλον είναι ιδιαίτερα προστατευτικό. Όπως ανέφερε πολύ πρόσφατα στο οικονομικό φόρουμ των Δελφών ο καθηγητής Γουόλτερ Γουίλετ, της σχολής δημόσιας υγείας του πανεπιστημίου Harvard: «Η μελέτη EAT, από την επιτροπή επιστημόνων του έγκριτου επιστημονικού περιοδικού Lancet, στο επίκεντρο της οποίας ήταν το φαγητό ο πλανήτης και η υγεία, κατέδειξε ότι πρέπει να αυξηθεί η παραγωγή φαγητού παγκοσμίως και να δοθεί έμφαση στην κατανάλωση φυτικών ινών. Χρειάζεται μια διατροφή, η οποία να βασίζεται, ως επί το πλείστον, στα λαχανικά, τα φρούτα και στο ελαιόλαδο».

Σε αυτή τη λογική φαίνεται να ευθυγραμμίζεται και η πρόσφατη σύσταση επιστημόνων προς την ανθρωπότητα για δραστική περικοπή της κατανάλωσης κρέατος, έως και κατά 90%, για να αποφύγει την επιδείνωση της κλιματικής αλλαγής στο μέλλον. Μια τέτοια παγκόσμια και συντονισμένη δραστική μείωση θα βοηθήσει διπλά: α) στην σίτιση των 10 δις. ανθρώπων μέχρι το 2050 και β) στην αντιμετώπιση της λειψυδρίας (μια και υπολογίζεται ότι μισό κιλό μοσχαρίσιου κρέατος απαιτεί σχεδόν 7.000 λίτρα νερό για να παραχθεί και να φθάσει στο πιάτο του καταναλωτή).

Από την φύση στο ράφι των σούπερ μάρκετ

Η μαζική υιοθέτηση των νέων διατροφικών προτύπων ώθησε τη βιομηχανία τροφίμων και σίτισης να προσαρμοστούν ανάλογα. Έτσι, κάποιος μπορεί να βρει κεφτέδες οσπρίων, μπιφτέκι σόγιας, μπέργκερ με μπιφτέκι μανιταριών, τυρί από κάσιους και διαφόρων ειδών φυτικά ροφήματα όπως γάλα αμυγδάλου, γάλα σόγιας και γάλα καρύδας. Τα ροφήματα αυτά έχουν λίγες θερμίδες και χαμηλά λιπαρά, δεν περιέχουν λακτόζη και είναι εμπλουτισμένα με ασβέστιο και βιταμίνες. Ακόμα και ειδικές κατηγορίες προϊόντων θα κυκλοφορήσουν όπως φυτοφαγικά προϊόντα για διαβητικούς, χωρίς ζάχαρη και για έχοντες δυσανεξία, χωρίς γλουτένη.

Τα εστιατόρια επίσης πλέον διαθέτουν στα μενού τους χορτοφαγικές επιλογές για ορεκτικά, κυρίως πιάτα και γλυκά. Ειδικά στο κέντρο της Αθήνας κάποιος μπορεί να βρει αποκλειστικά χορτοφαγικά εστιατόρια, ενώ δεν λείπουν και τα εξειδικευμένα «καφέ», με «προσαρμοσμένα» σάντουιτς και καινοτόμα ροφήματα, όπως το βίγκαν καπουτσίνο. Τέλος, τα σούπερ μάρκετ εμφανίζουν πλέον «θεματικά ράφια» με αντικείμενο την χορτοφαγία και προϊόντα όπως υποκατάστατα βουτύρου, χορτοφαγικά τυριά, κατεψυγμένες πίτες, χορτοφαγικά γεύματα, σνακ και χορτοφαγικά επιδόρπια. Όλες αυτές επιλογές έχουν στόχο να καλύψουν τις ιδιαίτερες ανάγκες των χορτοφάγων και των ωμοφάγων γι αυτό και συνήθως είναι πλούσια σε πρωτεΐνη, σίδηρο και φυτικές ίνες.

Η ελληνική αγορά και φιλοσοφία ακόμα βρίσκεται σε εμβρυικό στάδιο σε σχέση με αυτά τα προϊόντα καθότι τα περισσότερα από αυτά που είναι διαθέσιμα εισάγονται και δεν παράγονται. Υπάρχει μεγάλη απόσταση να διανυθεί μέχρι να προσεγγιστούν τα επίπεδα του Ισραήλ (θεωρείται η πρωτεύουσα των βίγκαν) ή της Ινδίας (στην πόλη Παλιτάνα μένουν αποκλειστικά χορτοφάγοι). Μέχρι και στην Ισπανία που φημίζεται για τα χοιρινά καπνιστά λουκάνικα chorizo που μπορούν να καταναλωθούν και ωμά, τα εστιατόρια για χορτοφάγους και vegans έχουν διπλασιαστεί, ενώ στη Γερμανία των 7 εκατομμυρίων χορτοφάγων, συναντά κανείς βίγκαν εκδοχές πιάτων στην ετήσια γιορτή μπίρας στο Μόναχο, το Oktoberfest.

Τι προσέχουμε

Συμπερασματικά, οι χορτοφαγικές δίαιτες μπορούν να είναι διατροφικά αποδεκτές, αρκεί να είναι προσεκτικά σχεδιασμένες και να παρέχουν επαρκή, αλλά όχι υπερβολική ενέργεια. Η ποικιλία πρωτεϊνούχων φυτικών τροφίμων αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του καθημερινού χορτοφαγικοί σιτηρεσίου, ενώ την εικόνα έρχονται να συμπληρώσουν τα λαχανικά και τα φρούτα. Ομάδες ειδικού μεταβολικού ενδιαφέροντος όπως έφηβοι, ηλικιωμένοι, εγκυμονούσες ή θηλάζουσες γυναίκες χρήζουν εξατομικευμένης διατροφικής συμβουλευτικής.

Από την άλλη πλευρά, η ελληνική αγορά προσπαθεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και να υποστηρίξει την προσπάθεια με ολοένα αυξανόμενη ποικιλία διατροφικών επιλογών. Στις 13-14 Απριλίου 2019, θα πραγματοποιηθεί Vegan Φεστιβάλ στη Θεσσαλονίκη και το καλοκαίρι θα ακολουθήσει αντίστοιχη διοργάνωση για πρώτη φορά στην Κρήτη. Είναι μια ευκαιρία για το ευρύ κοινό να γνωρίσει καλύτερα μια διαφορετική στάση ζωής.

Παπαμίκος Βασίλειος

Νοσοκομειακός Διαιτολόγος ΓΝΑ – Κοργιαλένειο Μπενάκειο

M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης

MSc Healthcare Manager, Πανεπιστημίου Αθηνών

Πτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

σχετικά άρθρα

"Ο πολιτισμός είναι αυτό που κάνει τον άνθρωπο κάτι περισσότερο από ένα ατύχημα του σύμπαντος."

Αντρέ Μαλρώ, 1901-1976, Γάλλος συγγραφέας & πολιτικός

  • 1912 - Ξεσπάει ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος.
    1922 - Ιδρύεται το BBC.
    1979 - Ο Οδυσσέας Ελύτης τιμάται με βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

© 2002-2019 MEDIA2DAY