Ang Lee: 20 χρόνια κινηματογραφικής μαγείας

Ακριβώς δύο δεκαετίες μετά το ντεμπούτο του, ο Ang Lee μάς χάρισε την τρισδιάστατη και άκρως ενδιαφέρουσα «Ζωή του Πι», ετοιμάζεται να περπατήσει και πάλι στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ, και μας δίνει την ιδανική αφορμή να πραγματοποιήσουμε μια αναδρομή στην καριέρα του.
Ang Lee: 20 χρόνια κινηματογραφικής μαγείας
του Γιώργου Κόκουβα

Ιπτάμενοι πολεμιστές και κινέζικα σπαθιά. Τίγρεις να παλεύουν και καουμπόηδες να ερωτεύονται. Μαγεμένα νησιά που τρώνε τον εαυτό τους. Ή αλλιώς, είκοσι χρόνια εικόνων από το μαγικό σκηνοθετικό χέρι του Ang Lee.

Δύο δεκαετίες συμπληρώθηκαν από το ντεμπούτο του Ασιάτη «μαέστρου», και για άλλη μια φορά, θα είναι ένας από τους συνήθεις υπόπτους που θα μας απασχολήσουν τον ερχόμενο μήνα, με τις σίγουρες υποψηφιότητες που τον περιμένουν στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ. Ήδη, άλλωστε, μας απασχόλησε τον μήνα που πέρασε με την θέαση του τρισδιάστατου επικού φιλμ «Η ζωή του Πι», αλλά και τις δεκαετίες που πέρασαν με τις δεκατρείς στον αριθμό ταινίες του. Αφορμή ζητούσαμε, με λίγα λόγια, για να επιχειρήσουμε μια αναδρομή στην ενδιαφέρουσα, γεμάτη ανατροπές, καριέρα του.

Ένας outsider χωρίς πατρίδα


Οι γονείς του Ang Lee, λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, αναγκάζονται να μεταναστεύσουν από την Κίνα στην Ταϊβάν, όπου και γεννιέται ο πρώτος. Ο αυστηρός πατέρας του – που τύγχανε να είναι και ο διευθυντής του σχολείου του- προσπάθησε να τον μυήσει στον κόσμο της κινεζικής παράδοσης και της καλλιγραφίας και να του εμφυσήσει το όνειρο μιας καριέρας καθηγητή. Φανταζόμαστε την απογοήτευσή του όταν ο νεαρός Ang απέτυχε δύο φορές στις εθνικές εισαγωγικές εξετάσεις και αναγκάστηκε να καταφύγει στις ΗΠΑ για να σπουδάσει Θέατρο και Τέχνες.

Την καλλιγραφία, ωστόσο, την τίμησε δεόντως ο Lee. Ίσως όχι με τον τρόπο που θα περίμενε ο πατέρας του, αλλά δημιουργώντας «καλλιγραφικά» πλάνα και επιδέξιες σκηνές στην κινηματογραφική πορεία που θα διαγραφόταν μπροστά του. «Δεν ήμουν ποτέ πολίτης κάποιας πατρίδας. Γεννήθηκα στην Κίνα και οι γονείς μου μετακόμισαν στην Ταϊβάν, όπου θεωρούμασταν ξένοι. Στην συνέχεια στις ΗΠΑ. Ξένοι. Πίσω στην Κίνα. Πλέον ήμασταν κι εκεί ξένοι, ξένοι από την Αμερική. Εμπιστεύομαι τον κόσμο των ταινιών περισσότερο από κάθε άλλον. Ζω στην άλλη πλευρά της οθόνης», έχει δηλώσει ο ίδιος για την «πατρίδα» του και την τέχνη του – έννοιες που μάλλον ταυτίζονται στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Εκεί, στις ΗΠΑ, κατά την διάρκεια των σπουδών του, είναι που γνωρίζει και την μελλοντική σύζυγό του, την Jane Li, ενώ παράλληλα καλείται να συμμετάσχει στα γυρίσματα της περίφημης σπουδαστικής ταινίας του συμφοιτητή του, Spike Lee, «Joe’s bed-Stuy Barber shop: We Cut Heads». Όπως έχει δηλώσει ο ίδιος, όμως, ακόμη μεγαλύτερη επιρροή είχε πάνω του το σινεμά του Ingmar Bergman – η θέαση της «Πηγής των Παρθένων» καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τα φορμαλιστικά του κριτήρια.

Οι σπουδαστικές του ταινίες βραβεύονται στην Κίνα και την Αμερική και το πρακτορείο ταλέντων WMA τον ανακαλύπτει, τάζοντάς του λαμπρή καριέρα. Παραδόξως, τον αφήνει άνεργο επί έξι δύσκολα χρόνια, κατά τα οποία την τετραμελή οικογένειά του στηρίζει οικονομικά η σύζυγός του – κάτι εξαιρετικά ατιμωτικό για την ταϊβανέζικη κουλτούρα. Ωστόσο, εκείνος αξιοποιεί αυτά τα έξι χρόνια για να «μαζέψει» έμπνευση και να γράψει σενάρια, δύο εκ των οποίων μάλιστα βραβεύονται στην Κίνα, και κάπως έτσι η καριέρα του το 1992, με την δημιουργία της ταινίας «Pushing Hands». Είναι μόνο η αρχή μιας αριστοτεχνικής, παραγωγικότατης εικοσαετίας.

Μια ζωή σε 13 ταινίες


Από την ασιατική τριλογία του μέχρι τις ταινίες εποχής του για το Hollywood και από τα blockbuster παραστρατήματα μέχρι την επιστροφή στην εσωτερικότητα, το σινεμά του Lee περιστρέφεται γύρω από τις ίδιες έννοιες: Την αποξένωση, την περιθωριοποίηση, την κοινωνική καταπίεση. Η παράδοση και το καινούριο «παλεύουν» στις ταινίες του, ενώ ο ίδιος προτιμά να δουλεύει πάνω σε απλές, μικρές ιστορίες, που μπορούν να ξεδιπλώσουν όμως μεγάλο συναισθηματικό πλούτο. Θα το διαπιστώσετε αν προσέξετε την υπόθεση κάθε ταινίας του: Βασίζεται σε κάποια μικρή ιστορία που μπορεί να συνοψιστεί σε μια φράση, η οποία ωστόσο είναι ικανή να αποδώσει όλες τις ψυχικές διακυμάνσεις του ανθρώπου.

Από την δεύτερη ταινία του, το «Γαμήλιο Πάρτι», o Lee αρχίζει να ασχολείται με το gay στοιχείο (ένας ομοφυλόφιλος αποφασίζει να κάνει έναν «λευκό» γάμο, αλλά ο υπερσυντηρητικός Ιάπωνας πατέρας του έρχεται ανυποψίαστος να του οργανώσει την γαμήλια φιέστα»), που θα τον στιγματίσει αργότερα με το πασίγνωστο «Brokeback Mountain» αλλά και με το απελευθερωτικό «Taking Woodstock».



Τα επόμενα βήματά του είναι εξίσου προσεγμένα: Στα μέσα των ‘90s σκηνοθετεί το «Eat Drink Man Woman» – που έγινε το πρώτο ταϊβανέζικο φιλμ το οποίο έσπευσε να εξασφαλίσει το Hollywood για remake- και το «Λογική κι Ευαισθησία», που έβαλε τους ηθοποιούς του για τα καλά στον χορό των Όσκαρ (ο ίδιος ήδη είχε αποσπάσει υποψηφιότητα για το αγαλματίδιο της Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, με το «Γαμήλιο Πάρτι»).

Ταινία-σταθμός στην καριέρα του, στην αυγή της δεύτερης χιλιετίας, υπήρξε το «Τίγρης και Δράκος», που του χάρισε το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Μετά από αυτή την επιτυχία, όμως, ήρθε… ο Hulk. Το χολυγουντιανό blockbuster που ανέλαβε δεν είχε ούτε τις αναμενόμενες εισπράξεις, ούτε τις αντίστοιχες κριτικές, σε τέτοιο σημείο μάλιστα που ο Ang Lee σκεφτόταν σοβαρά να αποσυρθεί για πάντα από την έβδομη τέχνη. Ο πατέρας του, ωστόσο, είναι αυτός που τον πείθει να συνεχίσει να σκηνοθετεί – ναι, ο ίδιος άνθρωπος που σχεδίαζε… καριέρα δασκάλου για λογαριασμό του λίγες δεκαετίες νωρίτερα.



Και ο κύριος Lee Senior είχε δίκιο: Λίγα χρόνια μετά, ο γιος του έκανε το comeback του με το πολυσυζητημένο «Μυστικό του Brokeback Mountain», που προκάλεσε μαραθώνιους debate για το «αιχμηρό» του θέμα που αφορούσε τον έρωτα δύο cowboys από το Wyoming. Οι ομοφοβικοί μπορεί να έβγαλαν σπυριά, αλλά η κινηματογραφική κοινότητα ήταν σίγουρη: Το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας θα ήταν στο τσεπάκι του. Τελικά, όμως, το αγαλματίδιο, σε μια έκπληξη της τελευταίας στιγμής εκείνον τον Φεβρουάριο του 2006, πήγε στην ταινία «Crash», και όλοι έμειναν άφωνοι – αργότερα θα έκαναν λόγο για μία από τις πιο καταφανείς «ληστείες» της Ακαδημίας. Ο ίδιος πάντως, παρ’ ότι δήλωσε πως στεναχωρήθηκε που η ταινία δεν βραβεύτηκε με το Όσκαρ, δεν έφυγε παραπονεμένος: Έλαβε το Όσκαρ Καλύτερου Σκηνοθέτη, και έγινε έτσι ο πρώτος Ασιάτης σκηνοθέτης που τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας.



Το προκλητικό, ατμοσφαιρικό «Προσοχή, Πόθος» δύο χρόνια αργότερα, και το «Taking Woodstock» τέσσερα χρόνια αργότερα τον επανέφεραν στο προσκήνιο με ήπιο, αλλά δεξιοτεχνικό τρόπο, ενώ τον Δεκέμβριο μας σύστησε εκ νέου το ταλέντο του με την «Ζωή του Πι».



Ένα πλοίο που μεταφέρει ολόκληρο ζωολογικό κήπο ναυαγεί, και ένα αγόρι βρίσκεται με μια τίγρη Βεγγάλης σε μια βάρκα, στην μέση του ωκεανού. Ένα βιβλίο, σχεδόν αδύνατο να μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη, τελικά μεταφέρεται από τον Lee με τρόπο που δείχνει σαν να ήταν γι’ αυτόν παιχνιδάκι: «Το πιο δύσκολο ήταν να κάνω το κοινό να καθίσει να δει μια ταινία που εκτυλίσσεται στον Ειρηνικό, χωρίς να παίζει ο Τομ Χανκς», δήλωσε σε συνέντευξή του ο Lee, αναφέροντας επίσης την σημασία των τρισδιάστατων εφέ, με τα οποία πάλεψε σαν αρχάριος για να κατορθώσει να φέρει τον ήρωα πιο κοντά στον θεατή (και το αντίστροφο). Το αν κατόρθωσε τελικά να σας κάνει να απολαύσετε την «Ζωή του Πι», παρ’ ότι στα credits δεν υπάρχει ο Τομ Χανκς, θα μας το πείτε εσείς, σχολιάζοντας ακριβώς κάτω από το δημοσίευμα…
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v