ΤΕΧΝΕΣΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

To Irishman είναι μεγάλη ταινία

Η επιστροφή του Σκορσέζε στο γκανγκστερικό δράμα που τόσο αγάπησε, είναι ένα επιβλητικό κινηματογραφικό έπος που θα συζητάμε για καιρό.

To Irishman είναι μεγάλη ταινία

του Νικόλα Γεωργιακώδη

Από τη στιγμή που ανακοινώθηκε, ο «Ιρλανδός» του Μάρτιν Σκορσέζε ήταν σίγουρο πως δε θα ήταν μια ακόμα ταινία για τη Μαφία.

Από τη στιγμή που η Paramount αρνήθηκε να την αναλάβει λόγω υπέρογκου κόστους και το Netflix είπε «ναι σε όλα, μανμου» στον 76χρονο δημιουργό, κάθε σινεφίλ γνώριζε βαθιά μέσα του πως ένα αριστούργημα γεννιόταν.

Ξεζουμίζοντας κάθε ρανίδα μπάτζετ από το Netflix, ο μεγάλος Μάρτιν έφτιαξε ένα έπος για το οργανωμένο έγκλημα, το οποίο τόσο πιστά - και ρομαντικά αν θέλετε- υπηρέτησε σε όλη τη διάρκεια της μέχρι τώρα καριέρας του. Μόνο που αυτή τη φορά του στέρησε όλη τη γκλαμουριά του παρελθόντος και το βύθισε σε βαθιά υπαρξιακά καταγώγια.

Η υπόθεση

Βρισκόμαστε στο 2002 και οι πόρτες ενός γηροκομείου ανοίγουν μπροστά μας για να αποκαλύψουν έναν γερασμένο Φρανκ Σίραν (Ντε Νίρο), γκάνγκστερ και εκτελεστή της Μαφίας να απευθύνεται στην κάμερα σα να δίνει συνέντευξη, διηγούμενος πως ξεκίνησε να «βάφει σπίτια». Μια σαφής αναφορά στο βιβλίο «I Heard You Paint Houses» του Τσαρλς Μπραντ το οποίο αναφέρεται στη ζωή και το έργο του Σίραν και στο οποίο βασίζεται το έπος του Σκορσέζε.

Είναι η αρχή μιας αναδρομής που ξεκινά από τα 50s και καλύπτει κοντά πέντε δεκαετίες αμερικάνικης ιστορίας, στις οποίες ο Σίραν ξεκινώντας ως οδηγός ψυγείου για κρέατα για λογαριασμό ενός ντόπιου γκάνγκστερ, φτάνει να εξελιχθεί σε έναν πρώτης τάξης ψυχρό εκτελεστή και δεξί χέρι του Ράσελ Μπαφαλίνο (Τζο Πέσι).



Η άνοδος του Σίραν στις κλίμακες του οργανωμένου εγκλήματος στη Φιλαδέλφεια θα τον φέρει κοντά στον αρχισυνδικαλιστή Τζίμι Χόφα (Αλ Πατσίνο), μέγιστο λαμόγιο με διασυνδέσεις παρακρατικές, ο οποίος τον προσλαμβάνει ως προστασία. Η εκλογή του Κένεντι το 1960 τα φέρνει ζόρικα στον Χόφα, ο οποίος μυρίζει την ανάσα της Κυβέρνησης των ΗΠΑ στο σβέρκο του μέσα από το διορισμό του Ρόμπερτ Κένεντι ως Γενικού Εισαγγελέα με σαφείς οδηγίες: «Πιάσε το αρχ***ι τον Χόφα».

Η αφήγηση του Σίραν καλύπτει λεπτομερώς όλα όσα συνέβησαν πριν την «εξαφάνιση» του Χόφα στις 30 Ιουλίου του ’82 κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, σε ένα επικό ταξίδι στα άδυτα και στους τρόπους λειτουργίας της Μαφίας, αλλά και τις ευθείες διασυνδέσεις της με την πολιτική σκηνή των ΗΠΑ ανά τις δεκαετίες.

Η κριτική

Έχοντας στα χέρια του ένα υπέροχο σενάριο από τον Στίβεν Ζέιλιαν (Η Λίστα του Σίντλερ, Συμμορίες της Νέας Υόρκης), ο Σκορσέζε βλέπει την ιστορία του Σίραν ως αφορμή για να κάνει κάτι ουσιώδες και προσωπικό: να αποτυπώσει όπως μόνο εκείνος ξέρει στη μεγάλη οθόνη την άβυσσο της ζωής εντός, αλλά και γύρω από το οργανωμένο έγκλημα, κυρίως μέσα από τις επιπτώσεις του στις οικογένειες των γκάνγκστερ.

Για να καταφέρει αυτό το διόλου εύκολο εγχείρημα, ανατρέχει στην πρώτη του μούσα τον Ντε Νίρο, αλλά και στον Τζο Πέσι, ο οποίος έκανε… διάλειμμα από τη σύνταξή του για να αποδείξει πως τα ΚΑΠΗ βάζουν κάτω τους νέους. Ο πρώτος στέκεται με όλο το κύρος που αναλογεί στο τεράστιο όνομά του, ενώ ο Πέσι δίνει μια βαθιά εσωτερική ερμηνεία ζωής, χωρίς περιττές κορώνες. To μαφιόζικο reunion συμπληρώνει ο Χάρβει Καϊτέλ, ο οποίος εδώ υποδύεται έναν μικρό ρόλο μαφιόζου.

Η Αγία Τριάδα είναι και πάλι εδώ λοιπόν, όμως έχει διώξει από πάνω της το λούσο των «Καλών Παιδιών» και τη γκλαμουριά του «Καζίνο».

Οι μαφιόζοι του «Irishman» γερνούν, φοβούνται την Κρίση του Θεού, εξομολογούνται πολλάκις σε ιερείς, τρώνε παγωτάκι στη φυλακή, μένουν μαζί σε δωμάτια ξενοδοχείων φορώντας πιτζαμούλες και στο λυκόφως της καριέρας τους νιώθουν πιο βαρύ από ποτέ τον πέλεκυ του αναπόφευκτου και πιο εφιαλτικού φόβου. Μιας αγωνίας που σα σαράκι σου τρώει τη ψυχή: εκείνη του να πεθαίνεις μοναχός.

Σε αυτούς τους μαφιόζους, έρχεται να προστεθεί ένας εγωπαθής, ξεροκέφαλος και μπριόζος αρχισυνδικαλιστής Τζίμι Χόφα, τον οποίο υποδύεται ο απίστευτος και βουρ για Όσκαρ Αλ Πατσίνο, στην πρώτη του συνεργασία με τον Σκορσέζε. Ο Χόφα του Πατσίνο με την αστείρευτη ενέργειά του θα εισέλθει στη δράση της ταινίας αρκετά μετά την έναρξή της για την πάρει από το χέρι και να την απογειώσει.

Η χρονική διάρκεια του Irishman δικαιολογείται απόλυτα από το περιεχόμενο που παρουσιάζει στον θεατή. Δεν υπάρχει σκηνή που να είναι αχρείαστη, δεν υπάρχει διάλογος που να πλατειάζει, δεν υπάρχει κάδρο ή βλέμμα περιττό. Είναι όμως στο τελευταίο μισάωρο που η ταινία δίνει τα ρέστα της και δικαιολογεί απόλυτα την επική της διάσταση.

Είναι εκεί που όλα τα συναισθηματικά βάρη του Σίραν μαζεύονται και τα οποία σε συνδυασμό με τον οργανικό του εκφυλισμό, φτιάχνουν ένα βουνό από τύψεις και φόβους. Το τέλος του Irishman δείχνει με τρόπο συγκλονιστικό πως ακόμα και οι πιο σκληροί αυτού του κόσμου – είτε πρόκειται για μαφιόζους είτε για δημιουργούς – αποζητούν σαν διψασμένοι μια χαραμάδα φωτός για να τους δώσει την ελπίδα απέναντι στη συνειδητοποίηση πως η διαδρομή προς το σκοτεινό κατώφλι του θανάτου φτάνει στο τέλος της.

Γι’ αυτό το Irishman είναι μια μεγάλη ταινία που θα συζητάμε για καιρό και γι’ αυτό ο Σκορσέζε έχει κάθε δικαίωμα να λέει ό,τι θέλει για τις ταινίες της Marvel.

Η ταινία κάνει πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 21 Νοεμβρίου και στο Netflix στις 27 Νοεμβρίου.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

"Όπου πας, να πηγαίνεις με όλη σου την καρδιά."

Κομφούκιος

  • 1912 - O Ελληνικός Στρατός κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο καταλαμβάνει την Κορυτσά.

    1941 - Μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ από την Ιαπωνία, οι ΗΠΑ και η Βρετανία κηρύσσουν πόλεμο εναντίον της.

© 2002-2019 MEDIA2DAY