Ερυθρός Σταυρός: Φως στα άδυτα των αναζητήσεων


     
Αξιολόγηση                           Εκτύπωση Εκτύπωση | Στείλτε το με e-mail Αποστολή |  1 σελίδα |  Σχόλια | Μεγαλύτερα  Μικρότερα  Font
Δημοσίευση | 10 Μαρτίου 2010

της Έλενας Μπούλια

Οι Παγκόσμιοι Πόλεμοι και η κατοχή, το μεταναστευτικό κύμα που ακολούθησε, αλλά και οι σημερινές εξαφανίσεις πολιτών, οι πρόσφυγες από τις αραβικές και ασιατικές χώρες που καταφτάνουν λαθραία στην Ελλάδα και την Ευρώπη, είναι κάποιοι μόνο λόγοι που επιβεβαιώνουν, κοντά εκατό χρόνια τώρα, τον πολύτιμο ρόλο του Τομέα Αναζητήσεων του ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Η επίσκεψή μας στα «άδυτα» των αρχείων και η κουβέντα μας με τον διευθυντή και την αναπληρώτρια διευθύντρια του Τομέα αποτέλεσαν ένα ζωντανό ταξίδι στην παγκόσμια ιστορία, όπως αυτή καταγράφηκε από τους εθελοντές του Οργανισμού, ενώ παράλληλα μας έδειξαν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα αναζήτησης αγνοουμένων σήμερα.

Αναζητώντας οικογενειακούς δεσμούς
Από τις συνηθέστερες περιπτώσεις αναζητήσεων σήμερα είναι αυτές ανάμεσα σε συγγενείς πρώτου βαθμού, όπως μας λέει η κ. Βασιλική Κωτσοπρίφτη, αναπληρώτρια διευθύντρια του Τομέα Αναζητήσεων του ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Η διαδικασία είναι απλή αλλά συγκεκριμένη: «Προτιμάμε να έχουμε προσωπική επαφή με το άτομο που κάνει την αίτηση αναζήτησης. Να έρθει από εδώ με την ταυτότητά του, να αφήσει τα στοιχεία του και οποιαδήποτε πληροφορία μπορεί να έχει για το άτομο που ψάχνει -πότε το είδε τελευταία φορά, πού, τι φορούσε-, καθώς και κάθε πιθανή πληροφορία για το άτομο αυτό: όνομα, ημερομηνία γέννησης κ.λ.π.» Από εκεί και πέρα αναλαμβάνει ο Ερυθρός Σταυρός, σε συνεργασία με όλες τις κρατικές αρχές, σωματεία, οργανώσεις κ.λ.π. -ή και με τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, προξενεία, την Interpol αν ο αγνοούμενος είναι στο εξωτερικό-, και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, να βρει το άτομο που αναζητείται.

«Οι ισορροπίες, ωστόσο, είναι πολύ λεπτές» τονίζει η κ. Κωτσοπρίφτη. «Μπορεί δηλαδή να έρθει μία μάνα και να δηλώσει ότι της πήραν το παιδί από το μαιευτήριο. Εμείς, στην συνέχεια, να βρούμε στοιχεία που πιθανολογούν ότι εντοπίσαμε το παιδί και να φέρουμε τα δύο άτομα σε επαφή. Από εκεί και πέρα, όμως, εμείς δεν έχουμε την δυνατότητα να ελέγξουμε αν πρόκειται πράγματι για το σωστό άτομο. Δεν έχουμε γιατρούς για να κάνουμε εξέταση DNA, είμαστε Ερυθρός Σταυρός». Ιδιαίτερα δύσκολες είναι, μάλιστα, οι περιπτώσεις που ο αγνοούμενος είναι ενήλικας και που, αφού το τμήμα Αναζητήσεων τον βρει, αυτός απαντά ότι δεν θέλει να έρθει σε επαφή με το άτομο που τον ψάχνει. «Ο χειρισμός μας τότε πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός. Πρώτα θα επικοινωνήσουμε με τον αναζητούμενο και μετά θα απαντήσουμε στον αιτούντα, με τρόπο, ότι βρήκαμε μεν τον άνθρωπό του αλλά δεν είναι ακόμα σε θέση να έρθει σε επαφή κ.λ.π.»

Η κ. Κωτσοπρίφτη έχει αμέτρητες ιστορίες οικογενειακών αναζητήσεων να μας διηγηθεί, άλλες με ευτυχές τέλος και άλλες όχι: «Κάποια στιγμή είχε έρθει μία πολύ αριστοκρατική κυρία με την κόρη της και έψαχνε μία άλλη κόρη που είχε κάνει σε προηγούμενο γάμο. Η κόρη αυτή ήταν χρήστης ουσιών. Πριν τις φέρουμε σε επαφή είχαμε ενημερώσει τη μάνα για την κατάσταση της κόρης της, αλλά δεν έδειξε να έχει πρόβλημα. Όταν, όμως, τελικά συναντήθηκαν η μάνα απέρριψε την χαμένη της κόρη». Μας εξηγεί ότι συχνά άτομα που έχουν περιέργεια να βρουν τις ρίζες τους, ανακαλύπτουν πως τελικά δεν έχουν καμία σχέση με το συγγενικό πρόσωπο που έψαχναν. Ελλείψει συναισθημάτων ο όποιος δεσμός τελικά διαλύεται και ο καθένας επιστρέφει στην κανονική του ζωή.

Σας θυμίζουν όλα αυτά τις εκπομπές -τύπου reality- αναζητήσεων που βλέπουμε στην τηλεόραση; Η κ. Κωτσοπρίφτη επιβεβαιώνει ότι ο τομέας Αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού συνεργάζεται με την εκπομπή «Φως στο Τούνελ», αλλά «με τους δικούς μας όρους» τονίζει η κ. Κωτσοπρίφτη, «όχι τους όρους της Νικολούλη». Δίνει, λοιπόν, στην εκπομπή το ίδιο δελτίο αναζήτησης που ανακοινώνεται και στα ραδιόφωνα, χωρίς περαιτέρω πληροφορίες. Κάπου εδώ επισημαίνει την σημασία του απορρήτου και λέει πως «σαν άνθρωποι έχουμε κάποια ευαισθησία –σε αντίθεση με κάποιες τηλεοπτικές εκπομπές που αναζητούν την δημοσιότητα».

Επιπλέον, το απόρρητο ισχύει και για τον αιτούντα. Όπως εξηγεί η κ. Κωτσοπρίφτη, αν, για παράδειγμα, ένας πολίτης ψάχνει έναν αδερφό, αλλά δεν θέλει να το γνωστοποιήσει σε κάποιο άλλο μέλος της οικογένειάς του, ο Ερυθρός Σταυρός έχει υποχρέωση να σεβαστεί την επιθυμία του πολίτη: να μην τηλεφωνεί ως Ερυθρός Σταυρός στην οικία του, αλλά ως κάποιος φίλος, να μην αποστέλλει φακέλους με το λογότυπο του οργανισμού κ.λ.π. «Η κάθε υπόθεση χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση» καταλήγει. «Ο κάθε συνάδελφος επικεντρώνεται σε έναν συγκεκριμένο τομέα αναζήτησης τον ‘δουλεύει’ σα να ήταν δικό του πρόβλημα. Η κάθε υπόθεση κρύβει από πίσω μία ολόκληρη ιστορία. Αν βρεις αυτό το «κάτι» που έκανε τον αγνοούμενο να φύγει μπορείς να κινηθείς ανάλογα.»

Η υπόθεση θεωρείται λήξασα
Μία «υπόθεση» για τον Τομέα Αναζητήσεων «κλείνει» όταν βρεθεί ο αγνοούμενος και έρθει σε επαφή με τον αιτούντα. Πολύ συχνά, βέβαια, υποθέσεις μένουν ανοιχτές επ’αόριστον. Πόσο μάλλον όταν μία υπόθεση ακούγεται κάπως… τραβηγμένη. «Μας έχει τύχει να έχει την προηγούμενη στην τηλεόραση μία ταινία με τον Ξανθόπουλο και το παιδί του και την επόμενη να μας παίρνουν δέκα τηλέφωνα για να μας πούνε ότι ‘είδα το παιδί μου στο δρόμο’», εξηγεί η κ. Κωτσοπρίφτη. Αναφέρεται, επίσης, στην δεκαετία του ’60 και του ’70, όταν είχε δημιουργηθεί όλο αυτό το θέμα με τις ανταλλαγές και τις εξαφανίσεις βρεφών σε κάποια μαιευτήρια. Είχαν πράγματι εξαφανιστεί τόσα μωρά; «Νομίζω ότι όλη αυτή η ιστορία είχε διογκωθεί. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όταν έχουμε πιστοποιητικά θανάτου από το μαιευτήριο και τον Δήμο, δεν έχουμε τρόπο να αποδείξουμε ότι το μωρό δεν πέθανε».

Ένα ακόμα μεγάλο κύμα αναζητήσεων εκ μέρους των Ελλήνων πολιτών ήρθε το 1992. Λόγω νομοθετικής ρύθμισης που «πέρασε» τότε, σύμφωνα με την οποία ο χρόνος φυλάκισης, αιχμαλωσίας, ομηρίας και εγκλεισμού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης την περίοδο 1941-1945, αντιστοιχούσε σε συντάξιμο χρόνο, «όλοι έψαχναν να βρουν χαρτιά που να επιβεβαιώνουν ότι οι συγγενείς τους υπήρξαν σε αυτήν την κατάσταση. Μόνο ο Ερυθρός Σταυρός μπορούσε να έχει τέτοια στοιχεία, τα οποία λειτουργούν σχεδόν σαν δημόσια έγγραφα, ώστε να μπορεί κανείς να τα χρησιμοποιήσει ως αποδεικτικά για σύνταξη», λέει η κ. Κωτσοπρίφτη.

Σήμερα, βέβαια, στην Ελλάδα ο κόσμος ψάχνει περισσότερο τους συγγενείς του που χάθηκαν είτε εδώ είτε στο εξωτερικό, π.χ. μία μητέρα που τσακώθηκε με το παιδί της και αυτό έφυγε ή μία ηλικιωμένη γυναίκα που εξαφανίστηκε από το σπίτι. Αντίστοιχα πολλοί συγγενείς από το εξωτερικό ψάχνουν εδώ τα αδέρφια τους, ενώ πολλοί οικονομικοί μετανάστες που έρχονται εδώ να δουλέψουν ψάχνουν και ψάχνονται από τους συγγενείς τους.

Δημοσίευση | 10 Μαρτίου 2010
Share

Μύθος η «ασπίδα» της πνευματικής άσκησης κατά της άνοιας
10 ηλεκτρονικές διευθύνσεις για πεντάλεπτα διαλείμματα
Πότε θα μιλήσει: Όταν το μωρό σας σωπαίνει
Sylvester Stallone: «Προσπαθώ να ζω με τις αρχές του Ρόκυ»
Έξυπνα σκυλιά: Ποιες ράτσες παίρνουν «άριστα»