Δημοσίευση |
26 Φεβρουαρίου 2010
του Νικόλα Γεωργιακώδη Διανύοντας μια εποχή όπου το «έτοιμο» και το μοντέρνο τείνει να εκτοπίσει το χειροποίητο και το παραδοσιακό και βλέποντας οικογενειακές επιχειρήσεις και βιοτεχνίες να κλείνουν η μία μετά την άλλη,
είναι τουλάχιστον παρήγορο να ανακαλύπτεις ότι έχουν επιβιώσει επαγγέλματα που πιθανότατα θεωρούσες ξεπερασμένα. Ίσως ακόμη και γραφικά. Κι όμως. Υπάρχουν ακόμα και ζουν χάρη στο μεράκι και το ταλέντο αυτών που τα εξασκούν, αποδεικνύοντας εμπράκτως ότι κανένα επάγγελμα δεν «πεθαίνει» αν το αγαπάς. Απόψεις, σκέψεις και αντιλήψεις τεσσάρων επαγγελματιών που την... είδαν αλλιώς – και ανταμείφθηκαν.
Νίκος Τρουλλινός, Υαλουργός: "...Εγώ δεν δημιουργώ για να πουλήσω".

Ο
Νίκος Τρουλλινός, σπούδασε διακοσμητικές και εφαρμοσμένες τέχνες στην Ελλάδα και αφού έκανε αίτηση για υποτροφία – την οποία και πήρε- φοίτησε στη φημισμένη σχολή Orrefors Glass-School στη Σουηδία και αποφοίτησε από την
Gerrit Rietvelt Academy στο Αmsterdam. Τον επισκεφτήκαμε στο... εύθραυστο εργαστήριό του στην Νέα Φιλαδέλφεια, το οποίο ήταν γεμάτο από κάθε λογής γυάλινα φωτιστικά.
«Από μικρός έφτιαχνα διάφορα πράγματα χρησιμοποιώντας σαν υλικό σπασμένα μπουκάλια διαφόρων χρωμάτων. Τα έλιωνα και αυτά γίνονταν πέτρες, τις οποίες χρησιμοποιούσα για να φτιάχνω κοσμήματα και χάντρες», μας λέει σχετικά με την πρώτη ενασχόλησή του με το γυαλί. «Το τι ήταν το γυαλί δεν το γνώριζα, το ανακάλυψα στην Σουηδία, όπου φτιάχνουν ό,τι μπορείς να φανταστείς από γυαλί: από ποτήρια μέχρι αγάλματα», συμπληρώνει.

Μετά από πέντε χρόνια εργασίας, καταστάλαξε στα φωτιστικά, γιατί όπως μας είπε «το γυαλί αναδεικνύεται με το φως». Συν τοις άλλοις, ήταν ο πρώτος στην Ελλάδα που δημιούργησε εργαστήριο γυαλιού.
«Όταν ξεκίνησα, τα μόνα γυάλινα που υπήρχαν στην Ελλάδα, ήταν από εργοστάσια της Βενετίας, όπως τα Βενίνι και τα Μουράνο και οι τιμές τους ήταν εξωπραγματικές. Και η Yula έφτιαχνε φωτιστικά, αλλά ήταν κατά χιλιάδες τα ίδια. Τους περνούσαν μια μπογιά και τους κολλούσαν μερικές χαλκομανίες με λουλουδάκια. Μέχρι εκεί».
Του ζητήσαμε να μας περιγράψει σε γενικές γραμμές την διαδικασία κατασκευής ενός τέτοιου φωτιστικού. Χρησιμοποιώντας τα χέρια του σαν να το έφτιαχνε εκείνη την ώρα μας εξήγησε: «
Η χημεία του γυαλιού είναι μια επιστήμη από μόνη της. Θέλει να την ψάξεις, θέλει μεράκι. Από το προηγούμενο βράδυ βάζεις το γυαλί στον φούρνο για να λιώσει μαζί με διάφορα χημικά και χρώματα και το επόμενο πρωί είναι έτοιμο για να το επεξεργαστείς. Βάζεις τον σωλήνα μέσα στον φούρνο, τυλίγεις μια μπάλα γυαλιού, την βγάζεις έξω, την κρυώνεις λιγάκι, την στρογγυλεύεις και στην συνέχεια φυσάς από το άλλο άκρο του σωλήνα», περιγράφει. «Ο αέρας κάνει μια κοιλότητα στο γυαλί, μια φούσκα. Αφού τελειώσεις, το βάζεις σε έναν φούρνο για να κρυώσει σιγά σιγά, γιατί αλλιώς θα σπάσει». Ιεροτελεστία που, όπως φαίνεται, του προσφέρει κάτι μοναδικό, γι' αυτό και συνεχίζει να την εκτελεί με επιτυχία ύστερα από σχεδόν σαράντα χρόνια.

«
Είναι μια Τέχνη, κάτι ζωντανό, δεν είναι μια λαμαρίνα που την κόβεις. Είναι κάτι που δουλεύει, το οποίο επηρεάζεται από τις δυνάμεις της φύσης. Αν το κρατήσεις ακίνητο θα πέσει, αν το γυρίσεις γρήγορα θα ανοίξει σαν δίσκος», μας εξηγεί για την «ζωντανή» φύση του λιωμένου γυαλιού. «Το χρώμα δεν μπορείς να το καταλάβεις όσο το δουλεύεις, το βλέπεις αφού κρυώσει. Είναι απρόβλεπτο».
Ρωτώντας τον για τις δυσκολίες του επαγγέλματος, μάλλον του κόβουμε τον ειρμό και συνεχίζει κάπως απογοητευμένος: «
Η κατάσταση γενικά οδεύει προς την βιομηχανοποίηση. Το κάθε μαγαζί θέλει να πουλήσει ένα αντικείμενο που θα μπορεί να αντικατασταθεί από ένα όμοιό του. Ο περισσότερος κόσμος αγοράζει κάτι, επειδή το έχει και κάποιος άλλος. Θέλει να αγοράσει αυτό που βλέπει στην τηλεόραση και τις διαφημίσεις. Δεν τους κατηγορώ. Απλώς εγώ δεν δημιουργώ για να πουλήσω, θέλω να πουλήσω αυτό που με ενδιαφέρει να φτιάξω. Έλα διάλεξε τι σου αρέσει, να το χαρείς και εσύ και εγώ», μας λέει με συγκρατημένη πικρία.
Ο ίδιος σκοπεύει να συνταξιοδοτηθεί σύντομα, αλλά δεν θα σταματήσει να εξασκεί το επάγγελμα που λάτρεψε, όπως λέει: «
Θα το συνεχίσω μόνο από αγάπη. Θα κάνω αυτό που με ενδιαφέρει, αλλά όχι πλέον για βιοποριστικούς λόγους». Φεύγοντας, μας «ξεναγεί» στο εργαστήριο. Βλέπουμε τους δύο φούρνους, τα εργαλεία, το σύστημα εξαερισμού, τα εκατοντάδες πολύχρωμα φωτιστικά – όντως «αλλάζουν» όταν φωτίζονται – και τα κάθε λογής γυάλινα αντικείμενα κάθε είδους. Εικόνες από μια άλλη εποχή...
Χρήστος Κόκκαλας, Ράφτης: «Δεν την βλέπω την νεολαία ανήσυχη, δεν έχει όνειρα». 
Τον κ.
Χρήστο Κόκκαλα συναντήσαμε στον τόπο εργασίας του, στο ραφείο που διατηρεί στο Μοναστηράκι. Μας υποδέχτηκε γελαστός και με μπόλικη διάθεση για κουβέντα, όπως και φάνηκε από την μετέπειτα συζήτησή μας. Περιγραφικός, με χιούμορ και λίγη... τρέλα, μας μίλησε ανοικτά για το ιδιαίτερο επάγγελμά του.