Δημοσίευση | 15 Μαρτίου 2010
της Έλενας Μπούλια Οι πιο συχνές ερωτήσεις που λαμβάνει η στήλη μας στο
Sex & Σχέσεις «Ο ειδικός σας απαντά!» έχουν να κάνουν με προβλήματα -σεξουαλικά συνήθως- του έγγαμου βίου. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ακόμα και νιόπαντρα ζευγάρια, ή νέα σε ηλικία ανδρόγυνα, δηλώνουν ότι έχουν χάσει την σεξουαλική τους επιθυμία, ότι αναζητούν νέους -παράδοξους- τρόπους ανανέωσης, αλλά και παραπονούνται για περιστατικά ζήλιας, παρεμβατικότητας από τα πεθερικά και, πολύ συχνά, μοιχείας.
Το ερώτημα γιατί προκύπτουν αυτά τα προβλήματα -σε νέα και μη- ζευγάρια αλλά και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν με τον πιο «αναίμακτο» τρόπο, καλείται να απαντήσει η συμβουλευτική γάμου. Ο τομέας αυτός της κλινικής ψυχολογίας-ψυχοθεραπείας, αποκαλούμενος και "θεραπεία ζευγαριού", μπορεί να βοηθήσει ζευγάρια να επιλύσουν τις όποιες συγκρούσεις τους και ως εκ τούτου να βελτιώσουν τις σχέσεις τους.
Εύλογα, βέβαια, θα αναρωτηθεί κανείς: Τι μπορεί να κάνει ένας σύμβουλος γάμου που δε μπορεί να το κάνει μόνο του το ζευγάρι; Είναι ο «σύμβουλος γάμου» μία ακόμα μόδα που ήρθε εκ δυσμών; Όσο αληθινή θα μπορούσε να είναι αυτή η άποψη, όμως, άλλο τόσο πραγματικά είναι και τα νούμερα που δημοσιεύει
έρευνα της αμερικανικής
Journal of Marital and Family Therapy, σύμφωνα με τα οποία πελάτες από 526 κλινικές συμβουλευτικής γάμου σε 15 Πολιτείες της Αμερικής δήλωσαν όχι μόνο ικανοποιημένοι από την βοήθεια που έλαβαν (κατά 91.2%) αλλά και καλύτερη προσωπική ψυχική υγεία (63.4%), ενώ παρατήρησαν, με το πέρας των συνεδριών, βελτίωση στην συμπεριφορά των παιδιών τους (κατά 73,7%).
Προβληματισμοί, ωστόσο, συνεχίζουν να υπάρχουν. Δεν είναι λίγοι, για παράδειγμα, αυτοί που υποστηρίζουν ότι η συμβουλευτική γάμου είναι περισσότερο αποτελεσματική στις γυναίκες και όχι τόσο στους άνδρες, οι οποίοι συνήθως διστάζουν να παραβρεθούν στις συνεδρίες με τον ψυχολόγο.
Άλλοι λένε πως η μεγάλη επιτυχία της θεραπείας αυτής οφείλεται στο γεγονός ότι τα ζευγάρια που την αναζητούν είναι κατά κανόνα νέα, μορφωμένα, πιθανώς ακόμα ερωτευμένα και με ανοιχτά μυαλά, ώστε να δεχτούν τις συμβουλές και τις προτάσεις ενός «ξένου» ή «αγνώστου». Ζευγάρια, δηλαδή, που έχουν έτσι κι αλλιώς την προδιάθεση να βοηθηθούν. Τι γίνεται, όμως, με τα μεγαλύτερης ηλικίας ζευγάρια, τα οποία έχουν υπομείνει πάρα πολλά προβλήματα στην σχέση τους μέχρι να συνειδητοποιήσουν ότι χρειάζονται βοήθεια ή ότι ήρθε η ώρα να πάρουν διαζύγιο; Υπάρχει ελπίδα να σωθεί ένας τέτοιος γάμος;
Απαντήσεις στα παραπάνω μόνο από τους ειδικούς μπορούμε να ζητήσουμε, και γι’αυτό απευθυνθήκαμε σε τρεις από αυτούς. Η κ.
Άρτεμις Αντωνίου είναι Σύμβουλος Ψυχολόγος και Συνθετική Θεραπεύτρια, ενώ ειδικεύεται σε θέματα σχέσεων. Ο κ.
Νίκος Τάκης είναι
Κλινικός Ψυχολόγος, ο οποίος ειδικεύεται και στη συμβουλευτική γάμου, ενώ η κ.
Ειρήνη Τζελέπη ειδικεύεται στη
Συμβουλευτική και Ψυχοθεραπεία εφήβων και ενηλίκων, ενώ έχει εργαστεί στο Σεξολογικό Ινστιτούτο Αθηνών επί προβλημάτων σεξουαλικής δυσλειτουργίας και επικοινωνίας ζευγαριών.
Γιατί να ζητήσει ένα ζευγάρι συμβουλευτική γάμου; Όταν όλοι οι δίοδοι επικοινωνίας ανάμεσα στο ζευγάρι έχουν κλείσει, ο σύμβουλος γάμου αναλαμβάνει να παρέμβει, ώστε να αποκατασταθεί, σε πρώτη φάση, η επικοινωνία. Αυτή είναι και η βασική λειτουργία της συμβουλευτικής, αυτό που το ζευγάρι δε μπορεί να κάνει από μόνο του. Όλοι οι σύμβουλοι με τους οποίους μιλήσαμε συμφωνούν καταρχήν ότι η απόφαση να ζητήσει ένα ζευγάρι βοήθεια από ειδικό είναι «υγιής ένδειξη». Είναι γεγονός ότι τα ζευγάρια που ζητούν βοήθεια είναι συνήθως νέα σε ηλικία, συνεπώς πιο εξοικειωμένα με την έννοια της συμβουλευτικής και πιο ανοιχτόμυαλα. Όμως, όπως
λέει ο κ. Τάκης,
«ποτέ δεν είναι αργά, ακόμα και για ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, να ζητήσει βοήθεια». Επιμένουμε σε αυτό με την διαπίστωση ότι συχνά συναντάμε ζευγάρια μεγάλης ηλικίας, ακόμα και 60-65 ετών, να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στη σχέση τους. Ο κ. Τάκης, ωστόσο, πιστεύει ότι
«το γεγονός ότι αυτά τα ζευγάρια μένουν χρόνια μαζί δε σημαίνει ότι πρέπει να αφήσουν την κακή σχέση τους να διαιωνίζεται».

Προσθέτει, άλλωστε, ο ειδικός ότι
το γεγονός πως, παρά τα προβλήματα που έχουν, τα ζευγάρια αυτά συνεχίζουν να μένουν μαζί, δείχνει ότι -συνειδητά ή ασυνείδητα- υπάρχει κάτι που τους «δένει». Σε πολλές περιπτώσεις αυτό το «κάτι» είναι τα παιδιά, σε άλλες η οικονομική εξάρτηση του ενός συζύγου από τον άλλον, ενώ σε κάποιες είναι η ανάγκη για συντροφικότητα, ίσως και η υποβόσκουσα αγάπη. Ο σύμβουλος γάμου υπάρχει για να εξωτερικεύσει αυτό το «κάτι» και για να βοηθήσει τα ζευγάρια να το δουν κατάματα, να το αναγνωρίσουν και να κινηθούν ανάλογα.
Πέραν, όμως, από την αδυναμία επικοινωνίας,
άλλοι λόγοι για τους οποίους στρέφονται ορισμένα ζευγάρια στην συμβουλευτική γάμου έχουν να κάνουν, σύμφωνα με την
κ. Αντωνίου, με
«προσδοκίες από την σχέση που δεν ικανοποιούνται, συνεχείς διαφωνίες/προστριβές, ζήλια, μη ικανοποιητική σεξουαλική σχέση, απιστία, διαφορετικές αντιλήψεις/συμπεριφορές για ρόλους (π.χ. άντρας/γυναίκα, για το γονεϊκό ρόλο), δυσκολίες με τα πεθερικά, δυσκολίες λόγω του τρόπου ζωής (π.χ. σε σχέση με τη δουλειά, τον ελεύθερο χρόνο, τα οικονομικά), αβεβαιότητα για τη σχέση (π.χ. αίσθηση έλλειψης εξέλιξης και προοπτικής ως σύντροφοι)».
Με την συμβουλευτική, καταλήγει η κ. Αντωνίου, τα παραπάνω ζητήματα «που υπάρχουν και θρέφουν τις δυσκολίες» μπορούν να γίνουν περισσότερο κατανοητά από το ζευγάρι.
Στην πορεία της θεραπείας ανακαλύπτεται εκ νέου η εποικοδομητική επικοινωνία, η συναισθηματική επαφή και ξανα-ορίζεται η σχέση. Αν πάλι το ζευγάρι έχει πάρει απόφαση να χωρίσει, η συμβουλευτική βοηθά ώστε «να χωρίσουν όσο καλύτερα γίνεται στις δεδομένες συνθήκες», λέει η κ. Αντωνίου.