Μια μέρα στη Βαρβάκειο

Ακρίβεια και παράπονα ή χιούμορ και αισιοδοξία; Απελπισμένοι μαγαζάτορες και δυσαρεστημένοι πελάτες, ή κόσμος που παραδίδει ταχύρρυθμα μαθήματα ζωής; Μια βόλτα στην Αγορά της Αθήνας έχει λίγο απ’ όλα.
Μια μέρα στη Βαρβάκειο
των Ηρώς Κουνάδη, Νικόλα Γεωργιακώδη

Αυτό που φοβόμασταν στρίβοντας από την ηλιόλουστη Αθηνάς στα σκιερά δρομάκια της Βαρβάκειου Αγοράς, ήταν άλλο ένα ρεπορτάζ για το «καλάθι της νοικοκυράς» διανθισμένο με υποκοριστικά όπως «γιαγιάκα» και «συνταξούλα» και ατέρμονες συζητήσεις περί ακρίβειας. Αυτό που βρήκαμε, τελικά, ήταν πελάτες και μαγαζάτορες με παράπονα μεν, τα οποία αντιμετωπίζονται με χιούμορ δε. Πειράγματα ανταλλάσσονται δυνατά, από τον έναν πάγκο στον άλλο, παππούδες χαμογελούν στον φωτογραφικό φακό και κρεοπώληδες μας λένε «ευτυχώς που ήρθατε κι εσείς, να μην είμαι μόνος μου όλη μέρα». Όπως μας το έθεσε ο 84χρονος κύριος Κώστας, «το γέλιο να μη μας κοπεί, παιδιά. Όλα τα άλλα τα βρίσκουμε».

Τα κακά νέα πρώτα

Η κυρία Μαρία, 70 ετών, κρατά ένα καροτσάκι λαϊκής και κοντοστέκεται λίγο πριν βγει από την αγορά. «Δεν αγόρασα τίποτα. Κοιτάζω μόνο» μας λέει. «Έχουν ανέβει πάρα πολύ οι τιμές». Τη ρωτάμε αν θα έρθει για κανονικά ψώνια τον άλλο μήνα, με την ευκαιρία των γιορτών. «Τον άλλο χρόνο, όχι τον άλλο μήνα» μας αποστομώνει.

Η κίνηση στον πρώτο δρόμο της αγοράς είναι όντως περιορισμένη. Ελάχιστος κόσμος κυκλοφορεί, κι ακόμα λιγότερος κρατά σακούλες στα χέρια. «Μήπως επειδή είναι σχεδόν μεσημέρι καθημερινής;» ρωτάμε τον κύριο Γιάννη (φωτό), ιδιοκτήτη του πρώτου καταστήματος στην είσοδο της αγοράς. «Πάντα κάτι γινόταν. Το πρωί ας πούμε είχαμε μια κίνηση» μας λέει. «Μόλις τώρα άρχισε η απεργία (σ.σ. του ΗΣΑΠ) κι αυτό δεν βοηθάει την κατάσταση. Αν δεν κυκλοφορούν τα μέσα μεταφοράς δεν έρχεται ο κόσμος. Σου λέει θα πληρώνω ταξί για να πηγαίνω, και ταξί μετά ξανά για να κουβαλήσω τις τσάντες; Μόνο τα Σάββατα κάτι γίνεται, αλλά και πάλι λίγο».

«Τώρα στις γιορτές δεν θα αυξηθεί λίγο η κίνηση;» επιμένουμε στην αισιοδοξία μας. «Εξαρτάται τι λεφτά θα πάρει ο καθένας. Εμείς εδώ το ζούμε έντονα. Αν καθίσετε 3-4 ώρες μαζί μου, θα δείτε κόσμο να έρχεται και να ζητάει ένα ευρώ κιμά, δύο ευρώ κιμά. Πέρυσι ήταν καλύτερα, πολύ καλύτερα. Κοιτάμε το ταμείο και βλέπουμε μεγάλη διαφορά. Μιλάμε για πολύ κάτω, όχι 30-50% που λένε. Εδώ μιλάμε για 200% κάτω. Περνάει η μέρα και κλείνουμε ταμείο με 80 ευρώ. Και μιλάμε για ένα μαγαζί με χιλιάδες ευρώ εμπόρευμα. Και να ’χουμε και τους γιατρούς από πάνω –εντάξει, η υγιεινή είναι υγιεινή, δε λέω, αλλά λίγη κατανόηση ρε παιδιά. Τώρα που κάνει κρύο δεν γίνεται να έρχεται και να μου λέει ο άλλος γιατί δεν έχεις τις τζαμαρίες στον πάγκο μπροστά από τα κρέατα».


Λίγο πιο κάτω, ο Λεωνίδας ποζάρει στον φωτογραφικό μας φακό μπροστά από τον πάγκο του με το μαχαίρι στραμμένο προς το σώμα του, σαν να ετοιμάζεται να κάνει χαρακίρι. Αλλά το χαμόγελο, χαμόγελο. «Ασ’ τα. Δεν έρχεται κανείς, μόνος μου είμαι» λέει. «Κάθε μέρα πέφτει η κίνηση. Κάθε μέρα και χειρότερα». Και στις γιορτές, δεν θα κινηθεί λίγο η αγορά; επιμένουμε εμείς. «Δεν το βλέπω. Αφού ο κόσμος τα έχει κόψει όλα. Τι να πρωτοπάρουν με τα λεφτά που θα πάρουν τώρα;» μας λέει.

«Οι τιμές είναι ακριβώς ίδιες με πέρυσι. Τι να αλλάξεις; Ούτε παραπάνω σηκώνει ούτε παρακάτω. Τουλάχιστον πέντε - έξι χρόνια, μη σας πω εφτά, είναι ίδιες αυτές οι τιμές. Βλέπετε εδώ, 3 ευρώ χοιρινό, πόσο φθηνότερα να το πουλήσω; Όσο φτωχός και να είσαι, όση κρίση και να υπάρχει, τρία ευρώ είναι, πόσο παρακάτω να πάει; Παίζουν κι οι απεργίες ρόλο για τη μειωμένη κίνηση, αλλά το βασικό πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος δεν έχει λεφτά».

Μεσημεριανό στη Βαρβάκειο

Το μαγειρείο Παπανδρέου βρίσκεται στην ίδια θέση μέσα στη Βαρβάκειο από το 1898. «Οι τιμές μας είναι ίδιες εδώ και τρία χρόνια. Απορροφήσαμε και την τελευταία αύξηση του ΦΠΑ, κι αυτό φυσικά σημαίνει ότι δυσκολεύουν τα πράγματα περισσότερο για μας» λέει ο κ. Φυντανίδης, υπεύθυνος του μαγειρείου (στη φωτό, δεξιά, μαζί με τον ιδιοκτήτη, Αντώνη Παπανδρέου).

«Για να το αντιμετωπίσουμε αυτό, μειώνουμε προσωπικό και αυξάνουμε υπηρεσίες. Η κίνηση σε σχέση με πέρυσι δεν έχει διαφοροποιηθεί πολύ, έχει μια μικρή πτώση, της τάξεως του 10%, ίσως και λιγότερο. Κάνουμε βέβαια υπερπροσπάθεια, ο κόσμος το βλέπει, και αγαπάει αυτό που του προσφέρουμε. Υπάρχει ένα ιστορικό, το οποίο προσπαθούμε να κρατήσουμε με νύχια και με δόντια. Προσπαθούμε να κρατήσουμε τον κόσμο με τις τιμές και με την ποιότητα, να βγάλουμε το κέρδος από την ποσότητα».

Δεν είναι η κίνηση ή το μέλλον της επιχείρησης που σκοτεινιάζει το βλέμμα του καθώς μας μιλάει –γι’ αυτά φαίνεται αισιόδοξος. «Αλλά, παιδιά, το λυπηρό της υπόθεσης είναι ότι βλέπουμε σε καθημερινή βάση πολύ κόσμο να έρχεται και να μας λέει “πεινάω, δεν έχω λεφτά”. Κάθε μέρα ταΐζουμε δωρεάν πενήντα άτομα, πολλές φορές και παραπάνω. Σε κάποιον που έρχεται και σου ζητάει φαγητό δεν μπορείς να του πεις “όχι δε σου δίνω”».

Παρατηρώντας τους πελάτες του, ξέρει πότε κάτι δεν πάει καλά στην οικονομική πραγματικότητα –εκείνη των ανθρώπων, όχι των δελτίων ειδήσεων. «Κάθε τέτοια μέρα βλέπουμε τους παππούδες, που παίρνουν τη σύνταξή τους, να είναι περισσότεροι. Σήμερα μου φαίνονται πικραμένοι, όσοι έχουν έρθει, γιατί δεν είναι και πολλοί. Ήταν το πάρτι τους, ξέρετε, αυτό. Έπαιρναν τη σύνταξη κι έρχονταν εδώ».

Νότα αισιοδοξίας
Με το που στρίβουμε στη γωνία του μαγειρείου Παπανδρέου, και μπαίνουμε στον παράλληλο στην Αθηνάς δρόμο της αγοράς το σκηνικό αλλάζει. Περισσότερος κόσμος στριμώχνεται μπροστά στους πάγκους, το περπάτημα δυσκολεύει, κι οι κρεοπώλεις διαλαλούν την πραμάτεια τους. «Έλα ρε κορίτσια, γιατί με φτύνετε έτσι;» φωνάζει μια κρεοπώλισσα γύρω στα 40 σε δυο κοπέλες που απομακρύνονται.


«Δε βλέπεις; Χαμός γίνεται» λέει ο Παντελής (στη φωτό επάνω, αριστερά) χαμογελαστός κι αυτός μπροστά από τον πάγκο του. «Τις έχουμε ανεβάσει λίγο τις τιμές σε σχέση με πέρυσι, 30-40 λεπτά επάνω το κιλό. Θα ανέβουν κι άλλο, λόγω Χριστουγέννων. Τώρα στις γιορτές θα αυξηθεί η κίνηση πιστεύω. Ψωνίζει ο κόσμος».


«Ευχαριστώ κι εγώ για το ξελάφρωμα, απάντησα στον κρεοπώλη που μου είπε ευχαριστώ όταν του έδωσα τα λεφτά. Το λέω παντού. Να γελάσουμε και λίγο, γιατί μας κόπηκε και το γέλιο» λέει ο κύριος Κώστας, 84 ετών. Μας δείχνει την σακούλα που κρατάει, έχει αγοράσει «πόδι, για βραστό». Το χαμόγελο δεν φεύγει ούτε για μια στιγμή από το πρόσωπό του.
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v