Δημοσίευση | 9 Σεπτεμβρίου 2008
της Ηρώς Κουνάδη «Όταν ο πληθυσμός σου μετά βίας ξεπερνά το μισό εκατομμύριο, υποεκπροσωπείσαι τόσο, που φτάνεις να νιώθεις και να αντιμετωπίζεσαι σα μειονότητα στην ίδια σου τη χώρα, είτε αυτή λέγεται Γιουγκοσλαβία είτε, ακόμα χειρότερα, Σερβία και Μαυροβούνιο» μου λέει ο Βλάτκο, προσπαθώντας να εξηγήσει πώς και κυρίως γιατί φτάσαμε από το «μια φορά κι έναν καιρό ήταν μία χώρα» του Κοστουρίτσα σε ένα παζλ έξι –ή επτά, αναλόγως ποιος μετράει– χωρών που απολαμβάνουν την ανεξαρτησία τους. Το Μαυροβούνιο ήταν η τελευταία –ή η προτελευταία, πάλι αναλόγως ποιος μετράει– που την κατέκτησε. Κι οι κάτοικοί του έχουν κάθε λόγο να χαίρονται γι’ αυτό.
Στο «
Μόντε Κάρλο των Βαλκανίων», όπως συχνά χαρακτηρίζεται λόγω του high-end τουρισμού που απολαμβάνει χάρη στις μαρίνες, τις κοσμικές παραλίες και τις υψηλού επιπέδου παρεχόμενες υπηρεσίες, δύσκολα θα βρεθεί κανείς τυχαία. Κρυμμένο πίσω από τα βραχώδη βουνά που απέκρουσαν όλες σχεδόν τις επιδρομές που δέχτηκε στην Ιστορία, καθιστώντας το τη μόνη χώρα στη νοτιοανατολική Ευρώπη που παρέμεινε ανεξάρτητη τα 500 χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, με «δύσκολες» αεροπορικές συνδέσεις και με θαλάσσιες συγκοινωνίες να το συνδέουν μόνο με δύο λιμάνια της Ιταλίας,
είναι από τις χώρες εκείνες που είτε ξεκινάς να τις επισκεφθείς είτε δεν τις βλέπεις ποτέ. Αν, όμως, τη δεις μία φορά το πιθανότερο είναι ότι θα επιστρέψεις. Γιατί θα την έχεις ερωτευτεί.
Για τις απέραντες αμμουδιές και τα κρυστάλλινα νερά της, για τις καταπράσινες βουνοπλαγιές της, για τα
μοναδικής φυσικής ομορφιάς τοπία της, για τις εκπληκτικά διατηρημένες
μεσαιωνικές πόλεις της - μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, για την
έντονη νυχτερινή ζωή και τη θεϊκή κουζίνα της που παντρεύει Μεσόγειο και Βαλκάνια σε ένα ευφάνταστο αποτέλεσμα και για το γεγονός ότι συνδυάζει με τρόπο μοναδικό βουνό με θάλασσα, πεντάστερα resorts με φυσιολατρικά κάμπινγκ, πολυτελή γιοτ αραγμένα στις μαρίνες της με backpackers που βολτάρουν δίπλα τους με τα σακίδια στους ώμους.

Η δια ξηράς είσοδος στη χώρα επιβάλλει τη δοκιμασία των ελικοειδών δρόμων που σκαρφαλώνουν τα βουνά της. Λίγο μετά την αρχαία πρωτεύουσα, το Cetinje, η κατάβαση αποκαλύπτει
293 χιλιόμετρα ακτογραμμής που ξετυλίγονται μεγαλόπρεπα καθώς οι πράσινες βουνοκορφές που καταλάμβαναν επί ώρες τον ορίζοντα δίνουν τη θέση τους στο γαλάζιο της Αδριατικής που λαμπυρίζει.
Μερικές ακόμη στροφές αργότερα,
ο κόλπος του Κότορ, γνωστός και ως το νοτιότερο φιόρδ της Ευρώπης, ξαφνιάζει το μάτι που αναζητά το τέλος του –ή μήπως την αρχή του;– που, κρυμμένο πίσω από τις βουνοπλαγιές που σχεδόν ακουμπούν στο νερό, το κάνει να μοιάζει περισσότερο με ποτάμι και λιγότερο με θάλασσα που εισβάλλει αυθάδικα στη στεριά.
Σκηνικό βγαλμένο από τα παραμύθια του Άντερσεν ή τις περιπέτειες των Βίκινγκς. Σε καμία περίπτωση, πάντως, βαλκανικό.
Γενικότερα, το Μαυροβούνιο, και δη η ακτογραμμή του, μακράν απέχει από τα κλισέ που έχουμε στο μυαλό μας ως χαρακτηριστικά ενός ταξιδιού στα Βαλκάνια.
Πολύ πιο κοσμοπολίτικο από τους γείτονές του, πολύ γρηγορότερα αναπτυσσόμενο, χάριν κυρίως στον τουρισμό αλλά και στο γεγονός ότι ήταν η μοναδική χώρα της Γιουγκοσλαβίας που κέρδισε την ανεξαρτησία της ειρηνικά –με δημοψήφισμα, το 2006– με αποτέλεσμα να έχει πολύ λιγότερες μεταπολεμικές πληγές να επουλώσει πριν ξεκινήσει να ευημερεί,
και πολύ ποικιλόμορφο για κομμάτι μιας χερσονήσου που το όνομά της σημαίνει «τα βουνά».
Το ίδιο
το Κότορ είναι ίσως η ομορφότερη, αλλά και η πιο ενδιαφέρουσα από ιστορικής άποψης, πόλη της ακτογραμμής του Μαυροβουνίου. Η παλιά πόλη του, κτισμένη από το 12ο έως τον 14ο αιώνα και περιστοιχισμένη από εξαιρετικά διατηρημένα μεσαιωνικά τείχη, έχει ολόκληρη ανακηρυχθεί από την UNESCO μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Το πέρασμα κάτω από μία από τις πύλες – εισόδους των τειχών της ισοδυναμεί με την έναρξη ενός ταξιδιού στο χρόνο:
στενά, πλακόστρωτα καλντερίμια ενώνουν μεταξύ τους μικρές πλατείες περιστοιχισμένες από επιβλητικά πέτρινα αρχοντικά, χαμηλά σπιτάκια με κόκκινα κεραμίδια και ολάνθιστα μπαλκόνια, ενώ πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν σε πλατώματα στο υψηλότερο σημείο των τειχών, απ’ όπου η θέα στη μαρίνα με τα πολυτελή γιοτ και την καταγάλανη λωρίδα θάλασσας που στρίβει κι εξαφανίζεται πίσω από τις παρυφές των βουνών κόβει την ανάσα.
Πέραν του αρχιτεκτονικού του ενδιαφέροντος,
το Κότορ παραδίδει ταχύρυθμα μαθήματα βαλκανικής ιστορίας: οι πολυάριθμοι καθολικοί και ορθόδοξοι ναοί κτισμένοι από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα, το ναυτικό μουσείο που αποτυπώνει την ένδοξη ιστορία της χώρας ως ναυτική δύναμη της Μεσογείου, το Πριγκιπικό Παλάτι του 17ου αιώνα και το Θέατρο του Ναπολέοντα, κτισμένο το 19ο, είναι μερικά από τα κυριότερα αξιοθέατα της παλιάς πόλης. Αν οι φυσικές αντοχές σας το επιτρέπουν, θα ανεβείτε τα
σκαλοπάτια της παλιάς οχύρωσης που σκαρφαλώνουν το βουνό, για να θαυμάσετε από ψηλά την πόλη και το φιόρδ σε όλο τους το μεγαλείο.