Ραγιάδες: Αυτοσχεδιάζοντας… μέχρι δακρύων στις Ράγες

Δύο από τους ηθοποιούς της παράστασης «Αυτοσχεδιάζοντας στις Ράγες» μιλούν στο in2life για την πρωτότυπη ιδέα που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και τις διαφορές αυτοσχεδιασμού και stand-up comedy.
Ραγιάδες: Αυτοσχεδιάζοντας… μέχρι δακρύων στις Ράγες
της Ηρώς Κουνάδη

«Αυτοσχεδιαστική παράσταση; Τι σημαίνει αυτοσχεδιαστική παράσταση; Stand-up comedy θα είναι, με πιο κουλτουρέ υπότιτλο». Μπαρ με βαθυκόκκινους δερμάτινους καναπέδες, χαμηλό φωτισμό και δυνατή μουσική. Σε τίποτα δε θυμίζει θεατρικό φουαγιέ. Κι η αίθουσα στην οποία μπαίνουμε μετά, όμως, πάλι δε θυμίζει κλασικό θέατρο. Μικρός, ζεστός χώρος, σκηνή στο επίπεδο της εισόδου, αμφιθεατρικά καθίσματα προς τα πάνω. Πού είναι τα σκηνικά;

Η παράσταση που ανεβαίνει κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στον πολυχώρο Ράγες από την ομάδα των "Ραγιάδων" δεν είναι μια συνηθισμένη παράσταση. Είναι μια παράσταση με πολλά ερωτηματικά στην αρχή, και πολλά γέλια στη συνέχεια. Μια παράσταση χωρίς σκηνικά και μουσική, διαφορετική κάθε βράδυ, με θέματα που εμπνέεται και προτείνει το κοινό. Ο Ηλίας Βαλάσης, ο Αλέξανδρος Θωμάς, ο Κωνσταντίνος Καλούδης, ο Δημήτρης Κατσιμίρης και ο Ιωσήφ Κοκκίνης κάνουν τους εφευρέτες, τους δημοσιογράφους, τους ντετέκτιβ, παίζουν την ίδια σκηνή σε όπερα, σε γουέστερν και σε πορνό, μιλούν αλφαβητικά, ρώσικα, μόνο με ερωτήσεις, με τις πιο σπάνιες λέξεις της ελληνικής γλώσσας, και με το κοινό. Αλλά δεν κάνουν stand-up comedy. Αυτοσχεδιάζουν.

Μπερδευτήκατε; Ζητήσαμε από δύο εκ των πέντε Ραγιάδων, τον Κωνσταντίνο και τον Ιωσήφ, να μας εξηγήσουν πώς προέκυψε η ιδέα της ιδιαίτερης παράστασής τους, πού οφείλεται η επιτυχία που της έχει χαρίσει μέχρι στιγμής δύο παρατάσεις, ποια είναι η διαφορά του αυτοσχεδιασμού με το stand-up comedy και γιατί υποβάλλουν το κοινό σε διαδικασία μύησης (!) πριν ξεκινήσουν να παίζουν.

Το όνομα Ραγιάδες προέκυψε από τον χώρο, τις Ράγες, ή έχει και κρυφά νοήματα;
Ιωσήφ Κοκκίνης:
Το όνομα ήταν ιδέα του σκηνοθέτη και δασκάλου μας, Ευδόκιμου Τσολακίδη, ο οποίος μας το πρότεινε, όπως και όλη την ιδέα, και όλοι συμφωνήσαμε. Το concept είναι ότι ουσιαστικά αυτήν την εποχή είμαστε όλοι Ραγιάδες κατά κάποιον τρόπο, με το καθεστώς του ΔΝΤ και της τρόικας.
Κωνσταντίνος Καλούδης: Εγώ λέω επίσης ότι είμαστε ραγιάδες επειδή υπηρετούμε τη σκηνή του θεάτρου.
Ι.Κ.: Το όνομα του χώρου, οι Ράγες, δηλαδή, ήταν σύμπτωση.

Πώς προέκυψε η ομάδα των Ραγιάδων;
Κ.Κ.:
Συναντηθήκαμε όλοι στο Θέατρο των Αλλαγών. Ο Ευδόκιμος Τσολακίδης μας είδε σε κάποια σεμινάρια ή μαθήματα, και προφανώς κάτι είδε σε εμάς τους πέντε. Μας πήρε τηλέφωνο ξεχωριστά, μας ρώτησε αν θέλουμε να συμμετέχουμε και νομίζω κανένας δεν το σκέφτηκε περισσότερο από 3-4 δευτερόλεπτα.
Ι.Κ.: Το ενδιαφέρον είναι ότι είμαστε πέντε τελείως διαφορετικοί άνθρωποι, που τελικά έχουν δέσει τόσο πολύ στον θίασο, κι αυτό είναι μεγάλη επιτυχία. Πλέον ακούμε από όλους τους θεατές ότι έχουμε τρομερή χημεία επί σκηνής, λες και γνωριζόμαστε από παλιά.

Δε βλέπουμε συχνά αυτοσχεδιαστικές παραστάσεις στην Αθήνα. Πώς προέκυψε η ιδέα;
Ι.Κ.: Η ιδέα ήταν επίσης του Ευδόκιμου Τσολακίδη. Είναι μια παράσταση που την έχει ανεβάσει σε έξι χώρες, την διδάσκει και σε σεμινάρια, με πολύ μεγάλη επιτυχία παντού, κι αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της.

Ποιες είναι οι ιδιαιτερότητες μιας αυτοσχεδιαστικής παράστασης;
Κ.Κ.:
Κάνοντας αυτοσχεδιασμό κανείς, ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνει από τους δασκάλους του είναι ότι για να λειτουργεί ο αυτοσχεδιασμός επί σκηνής πρέπει να είσαι αυτό που λέμε «άνθρωπος του ναι». Είσαι καλός ηθοποιός όταν υποστηρίζεις απόλυτα τον άλλο. Πράγμα που είναι πάρα πολύ ωραίο, γιατί σου ρίχνει και λίγο το εγώ σου. Όλοι έχουμε μια τάση να λέμε «εγώ είμαι καλύτερος».
Ι.Κ.: Οι ηθοποιοί ίσως λίγο περισσότερο…
Κ.Κ.: Συνειδητοποιείς ότι τελικά δεν έχει να κάνει με εσένα. Έχει να κάνει με τη συνύπαρξη σου με την ομάδα, με το να είσαι «άνθρωπος του ναι» επί σκηνής. Εγώ αισθάνομαι πολύ τυχερός που ξεκίνησα την υποκριτική από τον αυτοσχεδιασμό, διότι με απελευθέρωσε κινητικά και βοήθησε τη φαντασία μου να δημιουργήσει, αντλώντας βέβαια πάντα από την καθημερινότητα. Η παράσταση έχει αυτό το δυναμικό, ότι παίρνεις τα δικά σου βιώματα και αντλείς από την πραγματικότητα για να είναι αυτό που κάνεις πιστευτό κι αληθινό επί σκηνής, αλλά ουσιαστικά παίζεις τον εαυτό σου. Δε χτίζεις πάνω σε έναν ρόλο. Αν εγώ σήμερα δεν έχω πολύ καλή διάθεση γιατί έχω κουραστεί ή γιατί κάτι μου έχει συμβεί αυτή τη διάθεση πρέπει να την πάρω επί σκηνής μαζί μου. Το κοινό θα καταλάβει πώς νιώθεις, δεν μπορείς να κρύψεις κάτι.
Ι.Κ.: Είναι πραγματικά περίεργο το ότι δεν έχει αναπτυχθεί ο συγκεκριμένος χώρος στην Ελλάδα, ότι δεν ανεβαίνουν αυτοσχεδιαστικές παραστάσεις. Έχει ξανανέβει η δική μας παράσταση, από τον ίδιο σκηνοθέτη, πριν από 6-7 χρόνια αν θυμάμαι καλά, με έναν άλλο θίασο. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα σχεδόν ποτέ, και ίσως είναι κι αυτός ένας λόγος που η παράσταση φαίνεται να έχει τόσο μεγάλη ανταπόκριση.

Στην παράσταση δεν υπάρχουν καθόλου σκηνικά, εκτός από τις καρέκλες σας, ούτε μουσική. Θεωρείτε ότι θα επισκίαζαν το ταλέντο σας;
Ι.Κ.:
Όχι, είναι απλά θέμα συνθήκης της παράστασης. Επειδή ακριβώς είναι τελείως διαφορετική κάθε μέρα, επειδή παίζονται πολλές διαφορετικές σκηνές, δεν υπάρχει ούτε ένα σκηνικό που να μπορούσε να ανταποκριθεί σε όλες τις σκηνές, ούτε αντίστοιχα μια μουσική. Θα έλεγα, έτσι λίγο «γραφικά», ότι τα σκηνικά, η μουσική και οι ρόλοι είμαστε όλοι εμείς.
Κ.Κ.: Αν καταφέρεις το κοινό να βλέπει αυτό που περιγράφεις, αυτό που βλέπεις και εσύ, εκεί γίνεται κάτι μαγικό. Υπάρχουν στιγμές που βλέπεις κάτι και το παίζεις, και πραγματικά το κοινό το βλέπει μαζί σου.
Ι.Κ.: Είναι μοιραίο να είναι όλο επάνω μας, γιατί όλα προκύπτουν από εμάς και τις προτάσεις που παίρνουμε από τον κόσμο.

Στην αρχή της παράστασης, ζητάτε από τους θεατές να κλείσουν τα μάτια και τους καθοδηγείτε για να «μυηθούν» στον αυτοσχεδιασμό. Ποιος ο λόγος ύπαρξης μιας διαδικασίας μύησης πριν την παράσταση;
Κ.Κ.:
Επειδή αυτό που κάνουμε δεν είναι επιθεώρηση, δεν έχει δηλαδή κάποια «έτοιμα» αστεία, η διαδικασία αυτή είναι απαραίτητη για να καταλάβει το κοινό ότι αυτό που θα δει είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό ξεκινά από την πρώτη σκηνή, πριν ακόμα και από τη διαδικασία της μύησης, στην οποία κάνουμε κάποιες κινήσεις στο χώρο, και μετά κάνουμε ορισμένες «γελοιότητες», κι έπειτα ξεκινά η διαδικασία της μύησης. Εκεί εξηγούμε στο κοινό ότι δεν απευθυνόμαστε σε κάποιον συγκεκριμένα, αλλά σε όλους μαζί. Ότι δεν έχει να κάνει ούτε με επιθεώρηση, ούτε με stand up comedy.
Ι.Κ.: Επίσης είναι κι ένας τρόπος να πάρουμε το κοινό μαζί μας από την αρχή και να του δώσουμε να καταλάβει ότι σε αυτήν την παράσταση παίζουμε όλοι μαζί. Επειδή το κοινό από μόνο του σίγουρα δεν καλείται ούτε να παίξει ούτε να συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο, μέσα από μια διαδικασία μύησης –που έχει και την πλάκα της– το κοινό παίζει κι αυτό, και σωματικά γιατί το καλείς να κάνει κάποια πράγματα αλλά και να αισθανθεί ότι είναι μέρος της παράστασης. Όλο αυτό το πρώτο κομμάτι, μέχρι που ξεκινάνε οι «κανονικές» σκηνές να διαδραματίζονται, έχει κι ένα δεύτερο σκοπό, να αποπροσανατολίσουμε λίγο το κοινό απ’ αυτό που πρόκειται να επακολουθήσει. Να δώσουμε μια διάσταση στην παράσταση που δεν είναι αυτό που θα δει τελικά. Χαρακτηριστικά, πολύς κόσμος που ρωτάμε πώς τους φάνηκε αυτό το κομμάτι, μας λένε ότι ένιωσαν πάρα πολύ αμήχανοι. Ρώταγε ο ένας τον άλλο αυτό ήρθαμε να δούμε; Αυτή θα είναι η παράσταση; Δηλαδή αυτό θα γίνει; Και μετά βέβαια έρχεται η πλήρης ανατροπή.
Κ.Κ.: Εκεί ο άλλος καλείται να βάλει την φαντασία του να λειτουργήσει. Δηλαδή μην καταλαβαίνοντας τι γίνεται προσπαθεί να το φανταστεί, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν με περιέργεια αυτό που έχουν μπροστά τους.

Επηρεάζει ο χώρος που δεν είναι αμιγώς θεατρικός το κοινό και την προδιάθεσή του απέναντι σας;
Ι.Κ.:
Το ότι το φουαγιέ του θεάτρου είναι ουσιαστικά ένα μπαρ βοηθά σίγουρα την παράσταση έτσι όπως είναι δομημένη, διότι ο θεατής μπαίνει σε μια παρεΐστικη κατάσταση πριν μπει καν στο θέατρο. Το μικρό μέγεθος του θεάτρου βοηθά επίσης πάρα πολύ την παρεΐστικη διάθεση που έχουμε και μέσα. Γινόμαστε ένα με το κοινό κι αυτό θα ήταν δύσκολο να συμβεί σε ένα πολύ μεγάλο θέατρο.

Το θέμα που προτείνει το κοινό είναι συνήθως άγνωστο μέχρι την τελευταία στιγμή στον ηθοποιό που καλείται να εκτελέσει την κάθε σκηνή. Υπήρξαν θέματα που δεν ξέρατε πώς να τα χειριστείτε;
Κ.Κ.:
Αυτό που μας δίδαξε ο Ευδόκιμος, στις άπειρες πρόβες που κάναμε για την παράσταση, είναι ότι δεν λες ποτέ όχι. Ακούς ένα θέμα, και δεν το σκέφτεσαι, «τι θα πω;», «πώς θα το κάνω;». Λες «ναι» και κατά έναν περίεργο τρόπο η φαντασία σου θα σε βοηθήσει. Λέγοντας ναι, η πρόθεση να κάνεις κάτι, κατ’ ευθείαν λειτουργεί και προχωράς στην επόμενη ατάκα.
Ι.Κ.: Εντάξει, σίγουρα έχουμε εκπαιδευτεί ώστε τα αντανακλαστικά μας να είναι αρκετά γρήγορα και να βγαίνει πάντα κάτι. Από την άλλη όμως διδαχτήκαμε ότι οτιδήποτε μας ζητηθεί να κάνουμε πρέπει να το υποστηρίζουμε χωρίς καμία λογοκρισία.
Κ.Κ.: Μόλις φύγει από το μυαλό σου αυτό το «πώς φαίνομαι, τι λέω, πώς θα το πω, θα έχει επιτυχία;» το κοινό σου ανταποδίδει όλη την ενέργεια που λαμβάνει από εσένα. Είναι αμφίδρομο δηλαδή. Οι μόνες στιγμές αμηχανίας που έχουν προκύψει είναι όταν το κοινό είναι αμήχανο, ή λίγο ψυχρό, πάντως όχι τόσο ενεργητικό. Ευτυχώς όμως δε συμβαίνει συχνά αυτό.
Ι.Κ.: Είναι πραγματικά λίγες, 3-4 μέχρι στιγμής θα έλεγα, οι φορές που το κοινό ήταν «βαρύ» και δεν μας έδωσε προτάσεις και ενέργεια για να κάνουμε πράγματα.
Κ.Κ.: Αν παραμένεις ανοιχτός κι επιδιώκεις την επαφή με το κοινό είναι πραγματικά δύσκολο να μην πάρεις αυτήν την ενέργεια. Έρχονται διάφοροι άνθρωποι. Κάποιοι είναι πιο εξωστρεφείς, πιο ετοιμόλογοι, κάποιοι έρχονται να δουν αν όντως αυτό που κάνεις είναι αστείο, οπότε είναι λίγο προκατειλημμένοι. Το εντυπωσιακό είναι ότι επειδή εμείς ξέρουμε γιατί το κάνουμε αυτό και το υποστηρίζουμε ακόμα και άνθρωποι που είναι λίγο πιο δύσπιστοι με έναν μαγικό τρόπο στο τέλος έχουν αφεθεί και γελάνε και όταν στο τέλος ρωτάμε αν έχει αλλάξει η διάθεσή τους ακόμη κι αυτοί οι πιο δύσκολοι έχουν σηκώσει το χέρι τους.
Ι.Κ.: Αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό. Στο τέλος, επειδή η παράσταση κλείνει με την ερώτηση «έχει αλλάξει η διάθεση σας τώρα από τότε που μπήκατε στο θέατρο;» δεν έχει υπάρξει καμία φορά που να μην έχουν σηκώσει σχεδόν όλοι τα χέρια. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, κάθε ύφους και στιλ, που έρχονται να δουν την παράσταση, βγαίνοντας έχουν να πουν σχεδόν το ίδιο πράγμα: ότι έχουν πολύ καιρό να περάσουν έτσι αυθόρμητα καλά.

Έχει κοινά σημεία με το stand-up comedy η παράστασή σας;
Ι.Κ.:
Να το διευκρινίσουμε αυτό, γιατί είναι πολύ βασικό για την παράσταση. Δεν είναι μια παράσταση stand up comedy, που ο θεατής σώνει και καλά θα μπει σε μια διαδραστικότητα, ή θα έρθει σε δύσκολη θέση.
Κ.Κ.: Το stand up στην Ελλάδα δυστυχώς έχει πάρει αυτόν τον δρόμο. Μόνο εδώ το ξέρουμε σαν «διαλέγουμε κάποιον από το κοινό και τον πειράζουμε». Το stand up δεν είναι έτσι στο εξωτερικό.
Ι.Κ.: Εμείς δεν παίρνουμε ποτέ κανέναν από την θέση του, δεν φέρνουμε κανέναν σε δύσκολη θέση, προσπαθώντας να τον κάνουμε να αντιδράσει χωρίς να θέλει. Γι’ αυτό και βλέπεις ότι μετά τις πρώτες δύο σκηνές, οι περισσότεροι μπαίνουν μόνοι τους σε αυτόν τον ρόλο, επειδή νιώθουν ασφαλείς.

Έχετε επόμενα σχέδια;
Ι.Κ.:
Μας έχουν ζητήσει στις πέντε ηπείρους να παίξουμε και το συζητάμε (γέλια). Άμεσα σχέδια δεν υπάρχουν, γιατί θεωρητικά θα έπρεπε να έχουμε σταματήσει στις 18 Δεκεμβρίου, πήραμε μια πρώτη παράταση μέχρι τις 30 Ιανουαρίου και τώρα επειδή συνέχισε να πηγαίνει καλά η παράσταση, μία δεύτερη παράταση μέχρι τις 13 Φεβρουαρίου.
Κ.Κ.: Πραγματικά, δε θέλουμε να τελειώσει. Περνάμε όλοι τόσο ωραία, που νομίζω ότι στην τελευταία παράσταση θα είμαστε πραγματικά στεναχωρημένοι.

Info:
Αυτοσχεδιάζοντας στις Ράγες
Κωνσταντινουπόλεως 82 και Ιερά Οδός, Γκάζι, τηλ. κρατήσεων: 211 8505650
Παρασκευή- Σάββατο- Κυριακή: 21.00
Νέα παράταση παραστάσεων:
από τη Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου, μέχρι την Τρίτη 8 Μαρτίου, η παράσταση θα παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00.
Διάρκεια: 70 λεπτά
Τιμές εισιτηρίων: 15 ευρώ, 10 ευρώ φοιτητικό

Σύλληψη- Σκηνοθεσία: Ευδόκιμος Τσολακίδης
Βοηθός σκηνοθέτη: Λίνα Παπαγεωργίου
Παίζουν: Ηλίας Βαλάσης, Αλέξανδρος Θωμάς, Κώστας Καλούδης, Δημήτρης Κατσιμίρης, Ιωσήφ Κοκκίνης

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v