Carol: Υπέροχη δραματική Κέιτ Μπλάνσετ

Με τις εκπληκτικές ερμηνείες της Κέιτ Μπλάνσετ και της Ρούνι Μάρα, ο Τοντ Χέινς στήνει μια άρτια οπτικά ταινία εποχής.
Carol: Υπέροχη δραματική Κέιτ Μπλάνσετ
του Λουκά Τσουκνίδα

Οχτώ ολόκληρα χρόνια μετά το αξέχαστο “I'm Not There”, ο Τοντ Χέινς επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη για την κινηματογραφική εκδοχή του “The Price of Salt”, ενός μυθιστορήματος της Πατρίτσια Χάισμιθ το οποίο είχε εκδόσει, ως Κλερ Μόργκαν, το 1952. Με δεδομένη την έφεσή του στο μελόδραμα εποχής, ο Χέινς δεν πέφτει απ' τα αναμενόμενα στάνταρ του, η υποτονική, στερεοτυπική του αφήγηση όμως, υπονομεύει την ταινία και τις εξαιρετικές ερμηνείες που τη συνοδεύουν.

Η υπόθεση

Βρισκόμαστε στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του '50, όπου η σύζυγος και μητέρα Κάρολ Ερντ συναντά την Τερέζ Μπέλιβετ, εποχική υπάλληλο πολυκαταστήματος και επίδοξη φωτογράφο. Με αφορμή τα γάντια της πρώτης, οι δυο γυναίκες συναντιούνται ξανά κι ένα ειδύλλιο, “απαγορευμένο” στην εποχή τους, αρχίζει να ξυπνά. Εν τω μεταξύ, ο σύζυγος της Κάρολ επιδιώκει να πάρει την αποκλειστική κηδεμονία της κόρης τους και το αγόρι της Τερέζ, της ζητά να τον παντρευτεί...



Η κριτική

Δύο γυναίκες, διαφορετικής ηλικίας και τάξης, όντας επίσης σε διαφορετικές φάσεις της ζωής τους, συναντιούνται λίγο πριν απ' τα Χριστούγεννα στην πολύβουη Νέα Υόρκη και η ζωή τους αλλάζει άρδην. Μακριά απ' τα στερεότυπα της εποχής της (που όμως δεν απέχουν και πολύ απ' τα σημερινά), η Πατρίτσια Χάισμιθ (με ψευδώνυμο, λόγω του αμφιλεγόμενου για τότε θέματός της) έγραψε κάποτε ένα μυθιστόρημα για έναν λεσβιακό έρωτα, το οποίο θεωρήθηκε εμβληματικό του υποείδους, κυρίως, λόγω της κατάληξής του. Σήμερα, που, θεωρητικά, μια τέτοια ιστορία δε σοκάρει ιδιαίτερα (αν και τείνω να διαφωνώ με την υποτίμηση του υπάρχοντος δυνητικά επιθετικού συντηρητισμού/πουριτανισμού) το πρωτότυπο παίρνει μια άλλη, πιο στιλιζαρισμένη, μελοδραματική μορφή στα χέρια του Τοντ Χέινς.

Θεωρητικά βεβαίως, επειδή όχι μόνο δεν έχουμε λύσει αυτά θέματα ως κοινωνία, παρά μόνο επιφανειακά, αλλά ξύνουμε συνεχώς πιο βαθιά για να βρούμε κι άλλα παρόμοια, υπονομεύοντας συχνά-πυκνά τον σκοπό απ' τον οποίο ξεκινήσαμε. Ας είναι...

Παρ' ότι γλυκύτατες και γοητευτικότατες κι οι δυο τους, η Κάρολ Ερντ και η Τερέζ Μπέλιβετ, δεν παρουσιάζονται ως μια εξωραϊσμένη εκδοχή του γυναικείου ομοφυλοφιλικού έρωτα, αλλά ως δυο γυναίκες της εποχής τους έτοιμες ν' ακολουθήσουν κι άλλους δρόμους προς την ευτυχία πέραν της πεπατημένης στην οποία έχουν, με διαφορά δεκαετίας, οδηγηθεί. Η μία βρίσκεται καθ' οδόν για το διαζύγιο με τον πατέρα της πολυαγαπημένης της κορούλας και τον άνθρωπο που, απ' ότι φαίνεται, της είχε εξασφαλίσει μια εξαιρετικά άνετη ζωή. Η δεύτερη, ψάχνει μιαν άλλη ζωή απ' την τωρινή, μια καριέρα φωτογράφου, ίσως, και σίγουρα κάτι πιο συναρπαστικό ή παθιασμένο απ' την, πλατωνική τελικά, σχέση της με τον αυταπατώμενο Ρίτσαρντ.

Μέσα απ' τον φακό του Χέινς και την εξαιρετική δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας του, Έντουαρντ Λάχμαν, ακολουθούμε τις δυο τους σε κάθε τους βήμα προς την αναγνώριση αυτού που τους συμβαίνει, απ' την πρώτη τους συνάντηση έως το πρώτο “αντί-ραντεβού” και το ταξίδι στην αμερικάνικη ενδοχώρα, μακριά απ' την προοδευτικότερη, το δίχως άλλο, αλλά και αποπνικτικότερη συγχρόνως Νέα Υόρκη. Εκεί, που αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορείς να ξεφύγεις απ' την ίδια σου τη ζωή, παρά μόνο αν την αλλάξεις σε κοινή θέα και με τρόπο φυσικό, όπως ρέει το ποτάμι. Είναι κρίμα λοιπόν, που μέχρι να φτάσουμε στο υπέροχο τέλος, όλα όσα συμβαίνουν ξετυλίγονται μπροστά μας με τρόπο προβλέψιμο, σαν μια καλοεκτελεσμένη σεναριακή συνταγή.

Την πετυχημένη συνταγή φυσικά, την κάνουν και τα καλά υλικά, στην προκειμένη περίπτωση οι πολύ καλές πρωταγωνίστριες, η αμίμητη Κέιτ Μπλάνσετ και η ανερχόμενη Ρούνι Μάρα που κρατούν τον πήχη του ενδιαφέροντος ψηλά και ισορροπούν με τις ερμηνείες τους ανάμεσα στους δύο κόσμους που καλούνται να συνδυάσουν, τον γνώριμο της ετεροφυλοφιλικής πεπατημένης στην αστική αμερική του '50 και τον αχαρτογράφητο για 'κείνες (και για τους περισσότερους τότε) μιας επικείμενης, ολοκληρωμένης ομοφυλοφιλικής σχέσης. Οι δυο τους δε σώζουν την ταινία απ' τις αδυναμίες της, αποτελούν όμως ένα σημαντικό αντίβαρο όποτε η αφήγηση γίνεται σχετικά βαρετή.

Το “Carol” είναι πρωτίστως μια αισθητικά άρτια, καλοπαιγμένη ταινία. Η έλλειψη ισορροπίας μεταξύ μελό και δράματος όμως, την ρίχνει στο επίπεδο της μετριότητας.

Βγαίνουν ακόμη:
Το “Ουζερί Τσιτσάνης” του Μανούσου Μανουσάκη και η ταινία κινουμένων σχεδίων “Mune: Guardian of the Moon”.


Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v