Το κουμπί και το φόρεμα: 32 διηγήματα με άρωμα... χωριού

Σαν παραμύθια από την καθημερινότητα του χωριού σμιλεύει τα ατμοσφαιρικά διηγήματά του ο Σωτήρης Δημητρίου.
Το κουμπί και το φόρεμα: 32 διηγήματα με άρωμα... χωριού
Βρήκα ένα κουμπί κι είπα να φτιάξω ένα φόρεμα, βρήκα λίγο χαρτί κι είπα να γράψω ένα διήγημα. Κάπως έτσι προέκυψαν τα πεζογραφήματα του παρόντος τόμου, αφού όλα τους είναι μικρά, ολιγοσέλιδα, σαν μια σταγόνα μελάνι που έπεσε στο χαρτί και απλώθηκε• σαν μια αμελητέα αφορμή που έπεσε στο μυαλό του συγγραφέα και έγινε μια μικρή ιστορία.
 
Τα τριάντα δύο διηγήματα λειτουργούν σαν κρίκοι σε μια αλυσίδα με κοινό χαρακτηριστικό τους, πέρα από την έκταση, την απλή ματιά που συλλαμβάνει το καθημερινό, βεβαρημένο όμως από προϊστορία ετών, και το αποτυπώνει με την ταχύτητα ενός παραμυθιού.

Στην ουσία, ο Δημητρίου γράφει μια συλλογή προσωπογραφιών, αφού πολλά διηγήματά του θα μπορούσαν να τιτλοφορηθούν βάσει του κεντρικού προσώπου που στιγματίζεται με ένα βασικό γνώρισμα: “Ο πενθών γέροντας”, “Ο βολεύων επιστάτης”, “Η ευλαβής πόρνη”, “Ο τζαμπατζής καρπουζοκέφαλος”, “Το γεροντοπαλίκαρο” κ.ά. Στην ουσία πρόκειται για καθημερινές όσο και παράξενες φιγούρες, που ζουν μόνες, τραυματισμένες από ένα καθοριστικό συμβάν, και εκδηλώνουν την ιδιαιτερότητά τους με μια φυσιολογική όσο και αναπάντεχη συμπεριφορά. Ο αναγνώστης, καθώς περπατά στον διάδρομο του βιβλίου, βλέπει πλείστα πορτρέτα ανθρώπων, οι οποίοι μαζί συνθέτουν το φωτομοντάζ της ζωής που ταλανίζεται από κάποιο αδιόρατο σαράκι.

Πολλές από αυτές τις ιστορίες αποτελούν επιβιώσεις της νεο-ηθογραφίας, ενός είδους πεζογραφίας που εμφανίστηκε τις τελευταίες δεκαετίες και έρχεται να συνδέσει το κέντρο με την περιφέρεια. Ο Δημητρίου, Θεσπρωτός στην καταγωγή, όχι μόνο ανάγει τις ιστορίες του στο ηπειρωτικό σκηνικό της Πίνδου, αλλά και ντύνει την αφήγησή του με τις αντιλήψεις των ανθρώπων του χωριού, που εξηγούν, σχολιάζουν και κατ’ επέκταση επιτελεστικά δρουν με τα λόγια και τις απόψεις τους.

Βασικό θέμα σ’ αυτήν την επαρχιακή νοοτροπία είναι η οικογένεια και ο γάμος κι ακόμα ειδικότερα η αγαμία που καυτηριάζεται από τους απλούς χωριάτες σαν να είναι η πλέον μεγάλη ατέλεια του ανθρώπου και το μεγαλύτερο κουσούρι που κάποιος μπορεί να έχει. Κι έτσι εμφανίζεται έμμεσα η αντίθεση μεταξύ του ανθρώπου της πόλης και του ανθρώπου του χωριού, χωρίς ο τελευταίος να υποβαθμίζεται σαν προγονόπληκτος και παλιομοδίτης. Η χωριάτικη γλώσσα, που δίνει μια ανοίκεια αίσθηση σε πολλά έργα του Δημητρίου, έρχεται κι εδώ να συμβάλει ενεργά στην απόδοση της ατμόσφαιρας, καθώς πλαισιώνει καίρια τις ιστορίες της υπαίθρου.

Τα διηγήματά του δεν στηρίζονται σε μια εξελισσόμενη υπόθεση, αλλά ακολουθούν την τεχνική των πεζογραφημάτων, όπως αυτά ξεκίνησαν από τον Γιώργο Ιωάννου και συνεχίστηκαν σε άλλους πεζογράφους της μεταπολεμικής μας λογοτεχνίας. Εκεί, απουσιάζει η νομοτελειακή πλοκή και οι όποιες κορυφώσεις, ενώ το αισθητικό αποτέλεσμα βασίζεται στην εξομολόγηση, στο σχόλιο, στην συγκίνηση του βιώματος. Οι μικρο-ιστορίες του Δημητρίου μοιάζουν με καθημερινά στιγμιότυπα, με παραμύθια της καθημερινότητας του χωριού, με θραύσματα μιας προσωπικής και ηθογραφικής μυθολογίας. Γι’ αυτό ενίοτε φαίνονται εσωστρεφείς και αφλεγείς, αφού πριν εκραγούν έχουν ήδη εξαντληθεί, πριν δώσουν τον παροξυσμό, έχουν εκπνεύσει αδύναμες.

Θα ξεχώριζα δύο διηγήματα εξ αυτών που ξεφεύγουν από αυτή την αφλογιστία, καθώς αφήνουν ερωτηματικά και εισάγουν τον αναγνώστη σε μια μετέωρη διφορικότητα, ενώ συνδυάζουν το άμεσο ξεδίπλωμα της υπόθεσης με τον προβληματισμό, και τη συγκίνηση με το πλανώμενο ανοικτό τέλος. Αναφέρομαι στη “Βαρβαρότητα του γένους”, όπου μια φράση άγνωστης κολυμβήτριας προκαλεί ποικίλες εκδοχές νοηματικής απόδοσης και στην “Κυρία Ουρανία”, όπου η συμβίωση αλλοδαπών και ημεδαπών γίνεται σε καθεστώς σιωπηλής συνενοχής.

Δεν μπορώ να πω ότι τα απόλαυσα όλα, αλλά εν μέρει μπήκα στη μικρή τους ατμόσφαιρα.

Ο blogger Πατριάρχης Φώτιος

Σωτήρης Δημητρίου, “Το κουμπί και το φόρεμα”, εκδόσεις Πατάκη, 2012, σελ. 175, τιμή: 10,90€

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v