Δημοσίευση | 8 Σεπτεμβρίου 2011
γράφει ο Χρ. Δ. Γλύστρας Πάνω από ενάμιση χρόνο τώρα ο χαρακτηριστικός προσδιορισμός των όσων πρόκειται να αποφασισθούν να γίνουν ή να πάψουν να γίνονται προς διόρθωση την ημαρτημένων είναι ίδιος. Ίδια είναι και η γενεσιουργός αιτία, ίδιος και ο χρόνος εντός του οποίου πρέπει να συντελεσθεί η δράση: Ο χρόνος «στο παρά πέντε», η αιτία – κίνδυνος «η κρίση» και τα μέτρα «έκτακτα»με αντίστροφη σειρά.
Μόνο που αυτά τα εκτός τάξεως, τα ασυνήθιστα, τα αιφνίδια «μέτρα», έπασχαν μειωμένης αποτελεσματικότητας με αποτέλεσμα να χρειάζονται εντός τριμήνου «εκτακτότερα», τα οποία με τη σειρά τους θα ακολουθούσαν «εκτακτότατα» που και πάλι δεν ικανοποιούν τις δάνειες δυνάμεις με προοπτική να βαδίζομεν πλησίστιοι για
νέα «σούπερ ντούπερ εκτακτότατα» μέτρα και… όποιος αντέξει.
Αυτή, είναι η ιστορία, ενός που δεν άντεξε και από φιλοπαίγμων, στωικός και φιλίστωρ συνδαιτημών και φίλος, έγινε σκύλος λυσσιασμένος, που απειλούσε να εφορμήσει δάκνων τους συν-τρόφους του.
Στην γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο, που ήξερε και έπαιζε …βουζούκιον. Για την ακρίβεια, επρόκειτο περί του συν-πρωταγωνιστή βραχυβίου παλαιότερης σχέσεως συμμαθήτριας της τότε συζύγου μου – γιατί εκείνη την εποχή είχα ιδιόκτητη γυναίκα και δεν ηρκούμην, όπως χρόνια τώρα, σε χρησιδάνεια εκ των περισσευμάτων που χορηγεί η Υπερεσία – που είχε πλέον παντρευτεί με άλλη γυναίκα, την οποία γνώριζε ήδη η καλή μου και με την οποία συνήψε σχέση καλής γειτονίας.
Στις κοινωνικές συναναστροφές που μεταξύ μας ανεπτύχθησαν, αποκαλύφθηκε ότι ο Τσακ, έτσι τον έλεγα πάντα κατά συγκοπήν του επιθέτου του, έπαιζε μπουζούκι, ενώ διάφοροι φίλοι του, έκρουαν άλλα όργανα – κιθάρα, μπαγλαμά, τζουρά – άδοντες τα πιο ωραία λαϊκά, σε σπίτια με μωσαϊκά, που κατοικούσαμε τότε. Αργότερα, μετά από μια – δυο ώρες το γυρνάγαμε σε Θεοδωράκη, μεσούντος του 1974, που μόλις είχε επιτραπεί, ελέω μεταπολίτευσης.
Είχε μάθει μπουζούκι στη φυλακή, όπου εθήτευσε ως «ταραχοποιό στοιχείο» αναγράφων συνθήματα στους τοίχους, την εποχή που εγώ, κυκλοφορών μεταμεσονυκτίως χωρίς ταυτότητα, είχα κοιμηθεί σε όλα τα αστυνομικά τμήματα, συλλαμβανόμενος ως ύποπτος γι’ αυτά ακριβώς τα συνθήματα, από τα μπλόκα που έστηναν οι μπάτσοι, αναζητώντας τον Τσακ και τους λοιπούς Λαμπράκηδες συντρόφους του.
Ήταν ένα πολύ ήρεμο καλό παιδί που ζούσε ως πετεινόν του ουρανού, χωρίς καμία φροντίδα για το αύριο, με το επίδομα που έδιναν τα πεθερικά του στη γυναίκα του, με την οποία γνωρίσθηκε μετά το «ντου» της χούντας στο Πολυτεχνείο, καθώς έτρεχαν να σωθούν. Μαζευόμασταν κυρίως τα Σάββατα στο σπίτι τους ή το σπίτι μας, ενώ μεσοβδόμαδα πηγαίναμε σε ταβερνάκια όπου δειλά –δειλά σχηματίζονταν κομπανίες λαϊκών οργανοπαικτών, που πήραν τη θέση των «μπουάτ» της Πλάκας, οι οποίες επί χούντας ξεχείλωσαν.
Είχε τελειώσει σχέδιο και γραφιστική στη σχολή Βακαλό κι’ έτσι, όταν η γυναίκα του ανέφερε ότι ψάχνει και δεν βρίσκει δουλεία, πρότεινα να έρθει να βοηθήσει να φτιάξουμε τεχνικά φυλλάδια που χρειαζόμουν για την διακίνηση των χημικών προϊόντων επεξεργασίας νερού και καυσίμων για τις βιομηχανίες.